Στη σκιά του μαγικού βασιλείου της Ντίσνεϊλαντ μια παρέα πιτσιρικάδων αναστατώνει καθημερινά με σκανταλιές τους ενοίκους ενός φθηνού μοτέλ, σκορπίζοντας χρώμα στις μουντές ζωές τους.

 

Το εντυπωσιακό, λαχταριστό μέσα στην bigger than life ανία του αιώνιου καλοκαιριού της Πολιτείας όπου διαδραματίζεται Florida Projects του Σον Μπέικερ, που έλαμψε στο Sundance και κέρδισε το κοινό στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες, είναι λουσμένο στο φως, ράθυμο και ιδρωμένο από την υγρασία, εκστασιασμένο από τα χτυπητά χρώματα των γιγαντιαίων προσόψεων καταστημάτων, παγωτατζίδικων και μοτέλ που φαντάζουν σαν φτηνές απομιμήσεις, κάτω από τη μύτη της ψυχαγωγικής αυτοκρατορίας της Ντίσνεϊ και του τεράστιου θεματικού πάρκου στο Ορλάντο.

 

Καταφρονεμένες, σχεδόν αυτοσχέδιες οικογένειες που δεν έχουν καμία σχέση με τους ανέμελους επισκέπτες και τα προνόμια που απολαμβάνουν ζουν λάθρα σε ξενοδοχειακούς οικισμούς, με βδομαδιάτικο ενοίκιο, δουλεύοντας παρασιτικά ή περιστασιακά για να βγάλουν το μεροκάματο, και τρία παιδιά χωρίς ουσιαστική επιτήρηση (σαν τον παλιούς, γοητευτικά επικίνδυνους καιρούς) αλητεύουν σκανταλιάρικα και αυθάδικα και ξεκαλοκαιριάζουν δημιουργώντας μπελάδες, ζητιανεύοντας χαριτωμένα για ένα παγωτό, βάζοντας και πυρκαγιές σε χαλάσματα ‒ και είναι μόλις 6 ετών, ακατέργαστα ταλέντα, που τα χαζεύεις από την αρχή μέχρι το τέλος μιας ταινίας που δεν ξεχωρίζει από την λαμπερή ταπετσαρία του φυσικού ντεκόρ και δημιουργεί ζωηρότερη αίσθηση με το 35άρι φιλμ και την ατόφια ενδοσκόπηση σε ένα trash προλεταριάτο, περισσότερη νομίζω και από το ντεμπούτο του Αμερικανού σκηνοθέτη, το γυρισμένο με ένα iPhone Tangerine.

 

Ο λόγος είναι απλός: ενώ ο Μπέϊκερ περιπλανιέται σε μια χώρα των θαυμάτων με εξωτικά, έντονα παραμυθένια οικήματα (Το Μαγικό Κάστρο, η Χώρα του Μέλλοντος) στις παρυφές της θεσμικής ψυχαγωγίας του ακριβού λούνα παρκ, παντρεύει ιδανικά την ελεύθερη φύση της νιότης (χωρίς να καταφεύγει στο κλισέ της ενηλικίωσης, αλλά με έμφαση στην καλόκαρδη ανομία) με τη δυσφορία της κρίσης, σαν να βρίσκεται σε ένα εξωγήινο γκέτο μετά από ένα μεγάλο οικονομικό κραχ.

 

 

 

Οι τουρίστες, μικροί και μεγάλοι, χαμογελούν εγκλωβισμένοι στο το άγχος της υποχρεωτικής υπερ-διασκέδασης. Τα πιτσιρίκια του Μπέικερ, απεναντίας, δεν διακατέχονται από καμία αγωνία.

 

Η επιστροφή τους στο μοτέλ, μετά από ώρες ξοδεμένες στη ραστώνη και στην αταξία, σαν πoπ ήρωες του Μαρκ Τουέιν, σε ημι-αστική εγκατάλειψη, τα προσγειώνει στο σύμπαν των «ενήλικων» κανόνων κι εκεί ο Μπέικερ αλλάζει τον τόνο του και στρέφει τη ματιά στα θέματα των «μεγάλων».

 

Και ο ισορροπιστής ανάμεσα στον έξω κόσμο και στο περιφραγμένο, ταπεινό μοτέλ είναι ο διαχειριστής, ο Μπόμπι, ένας προστατευτικός θυρωρός αλλά και αθόρυβος δάσκαλος που ξέρει καλά την πιάτσα και διακρίνει την πονηριά και τον κίνδυνο, νουθετώντας και προειδοποιώντας με βαθιά τρυφερότητα και no-nonsense αμεσότητα, αν χρειαστεί.

 

Τον υποδύεται ο Γουίλεμ Νταφόου (στον καλύτερο ρόλο μιας ατρόμητης καριέρας), αξιοποιώντας περίφημα την επιλογή του από τον Μπέικερ, αφού είναι ο πιο πεπειραμένος ανάμεσα σε ένα καστ κυρίως πρωτοεμφανιζόμενων που ο 46χρονος σκηνοθέτης χειρίζεται μαεστρικά για να βγάλει αυθορμητισμό και φρεσκάδα.

 

Το Florida Project δεν περιορίζεται στην παρατήρηση της ρουτίνας μιας ειδικής πληθυσμιακής ομάδας, διανθίζοντάς την με περιστατικά, αλλά διεισδύει στις ψυχές ανθρώπων που αψηφούν τα προβλήματα, είτε από απερισκεψία είτε υπακούοντας τη δύναμη της ελπίδας, σαν μια ειρωνική αντανάκλαση της ντισνεϊκής αισιοδοξίας που λάμπει νυχθημερόν ακριβώς δίπλα τους.

 

Και ασφαλώς σχολιάζει, με φωτογένεια, τη σύγχρονη Αμερική, ταξικά αλλά καθόλου επιθετικά και διδακτικά, χωρίς να χρειάζεται να στρέψει το βλέμμα και τον φακό του σε ανέχεια και κακομοιριά, γι' αυτό και υπολογίζεται ενισχυμένα στην φετινή κούρσα των βραβείων.