Τριάντα χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, ένας νέος blade runner, ο αστυνομικός Κ, ξεσκεπάζει ένα παλιό μυστικό που μπορεί να οδηγήσει ό,τι έχει απομείνει από την κοινωνία στο απόλυτο χάος. Η ανακάλυψη αυτή τον οδηγεί στην αναζήτηση του Rick Deckard, ενός άλλου blade runner της αστυνομίας του Λος Άντζελες, που έχει εξαφανιστεί τα τελευταία 30 χρόνια.

 

Το Blade Runner 2049 δεν είναι remake ή επανατοποθέτηση του εμβληματικού αριστουργήματος του Ρίντλεϊ Σκοτ. Πρόκειται για συνέχεια του έργου που βασίστηκε στο δυστοπικό και ελλειπτικά οραματικό Ηλεκτρικό Πρόβατο του Φίλιπ Κ. Ντικ, πάντα στο ζοφερό, βροχερό Λος Άντζελες, 30 χρόνια αργότερα.

 

Το κοινωνικό χάος είναι δεδομένο – και ολοφάνερο. Έχει προηγηθεί ένα black out και τα περισσότερα αρχεία έχουν σβηστεί.

 

Ο Blade Runner, ο διώκτης του εγκλήματος, είναι ο Ράιαν Γκόσλινγκ, ο Κ, ένας αποτελεσματικός, υπεύθυνος αστυνομικός, ο οποίος αναφέρεται στην υπολοχαγό Τζόσι (Ρόμπιν Ράιτ).

 

Αν θυμάστε, ο κατασκευαστής των replicants, ο Ταϊρέλ, έχει δολοφονηθεί από ένα προηγμένο δημιούργημά του (ο Ρούτγκερ Χάουερ, ο οποίος απαιτούσε προέκταση ζωής, αλλά δεν κατάφερε να αυτοτροποιηθεί) και τη θέση του πήρε ο Νιάντερ Γουάλας, ένας ζεν φιλόσοφος που ζει σαν ημίθεος (ο Τζάρεντ Λέτο, απόκοσμα φωτισμένος), με δεξί του χέρι τη Luv.

 

Ο Κ λαμβάνει την εντολή να αναστείλει μια επικίνδυνη κατάσταση, ένα μυστικό, που αν διαδοθεί, «μπορεί να καταστρέψει τον κόσμο».

 

Η έρευνά του τον οδηγεί στα ίχνη του αστυνόμου Ντέκαρντ (Χάρισον Φορντ, στην καλύτερή του στιγμή στο σινεμά, εδώ και δεκαετίες!), ο οποίος εξαφανίστηκε 30 χρόνια πριν, και ενώ οι ερωτήσεις αθροίζονται, η Luv έχει πάρει προσωπικά την υπόθεση.

 

Ποιος ή ποια είναι ανδροειδές, ποια ανάμνηση είναι αληθινή, ποιος κρατά το κλειδί του μυστικού και ποιος απ' όλους θα επιζήσει είναι η μία πλευρά του πολύγωνου σασπένς που δημιουργεί η ταινία, και η υπερβολική ανάλυση εμπίπτει στην επικίνδυνη ζώνη των spoilers.

 

Ωστόσο, αυτά που μετράνε είναι η ουσία, τα διλήμματα και οι συγκρούσεις που αναπτύσσονται με βραδυφλεγή ένταση από τον Ντενί Βιλνέβ, ο οποίος κατορθώνει όχι μόνο να μην προδώσει το σύμπαν του πρωτοτύπου και μαζί τις προσδοκίες των ορκισμένων πιστών αλλά να εμβαθύνει στην υπαρξιακή ηθική, να συνεχίσει το ρευστό πλέγμα της αβεβαιότητας και να ανανεώσει την ελπίδα σε μια αρμονικότατη εξίσωση του μεγέθους με την καλλιτεχνικότητα, του θεάματος με τη συνείδηση.

 

Διότι η κλίμακα του Blade Runner 2049 είναι τεράστια και ταυτόχρονα τέλεια διαχειρίσιμη, με φυσικά σκηνικά ανακτορικού ύψους, τα κίτρινα χρώματα του Ρότζερ Ντίκινς να ζαλίζουν και τα γκρίζα να παγώνουν (η 14η υποψηφιότητά του είναι τελειωμένο γεγονός και το Όσκαρ, αν δεν του δοθεί, κανονικό ποινικό αδίκημα), το ύφος αυστηρό σε σημείο που κόβει τα πόδια και το τέμπο μαεστρικά ζυγισμένο.

 

Ο τρόπος που αφηγείται ο Βιλνέβ τη μοναξιά και την ανθρωπιά προκαλεί δέος: η επιλογή του να βρίσκει χρόνο για να καταδείξει χαρακτήρες αντί απλώς να επιδείξει ιδέες δεν συναντάται πουθενά σε ένα είδος που συχνότατα αναδίδει άγχος και πίεση, ακριβώς επειδή οι εμπορικές απαιτήσεις σκεπάζουν τις προθέσεις και την όποια πηγή (ό,τι έσπειρε στην Άφιξη εδώ ευδοκιμεί πανηγυρικά).

 

 

 

Από το αρχικό Blade Runner, το πρώτο μοντάζ του οποίου έχει δηλώσει πως αγάπησε πραγματικά, πήρε όλα τα στοιχεία που θα τον οδηγούσαν σε ένα επίμονο και επίπονο ταξίδι στην αλήθεια και άφησε στην άκρη τον φιλμ νουάρ πυρήνα.

 

Στο 2049 δεν υπάρχει παρόμοιο στυλιζάρισμα ούτε η μοιραία γυναίκα στο πρόσωπο της Ρέιτσελ, η οποία έφυγε με τον Ντέκαρντ προς άγνωστη κατεύθυνση ή μάλλον το έσκασε μαζί του, ανάλογα με το ποιο cut προτιμάτε.

 

Η μουσική επένδυση του Xανς Ζίμερ επιβάλλεται παρά γλυκαίνει, όπως το αξέχαστο σκορ του Βαγγέλη Παπαθανασίου, εντούτοις μένει μια αίσθηση νοσταλγίας για μια ζωή που ενδεχομένως να μην έχει βιωθεί, σαν τις ένθετες μνήμες που προβληματίζουν όσους τις ανακαλούν, και τον σημαντικό σπιρτάνθρωπο-οριγκάμι του πρώτου φιλμ, που εδώ δίνει τη θέση του σε ένα ξύλινο μικροσκοπικό αλογάκι.

 

Αντί να παγιδευτεί σε μια αναπαράσταση του πρώτου μέρους, ο Βιλνέβ αναζητά τον μίτο του μύθου, σκαλίζει τις έννοιες του νηφάλια, χωρίς στρυφνές περιττολογίες, και χτίζει ακόμα πιο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες: από τον αινιγματικό Σάπερ Μόρτον (ο Ντέιβ Μπαουτίστα αναπάντεχα ευάλωτος) και τις δύο γυναίκες αμφίβολης προέλευσης και κατάληξης, την Joi, την εικονική σύντροφο του Κ που μεταμορφώνεται από σκαμπρόζα νοικοκυρούλα σε σκλάβα του σεξ σε κλάσμα δευτερολέπτου, και την ασταμάτητη Luv (αποκάλυψη η Ολλανδή Σίλβια Χουκς), ως το πορτρέτο της άτεγκτης, μέχρι την πικρή ανατροπή, Τζόσι της Ρόμπιν Ράιτ και, φυσικά, τους δύο πρωταγωνιστές.

 

Σε ένα εμπνευσμένο καστ, ο Ράιαν Γκόσλινγκ με τα ασύμμετρα μάτια, τη σταθερά καλή μυϊκή κατάσταση και την παιγνιώδη έκφραση του προσώπου του ενσωματώνει ένα συναρπαστικό δραματικό οξύμωρο, ενώ ο Ντέκαρντ του Φορντ εμφανίζεται δυναμικά από το πουθενά, όχι ως διασταύρωση του Σαμ Σπέιντ με τον Φίλιπ Μάρλοου, όπως βαρύθυμα, μαγκιόρικα και απολαυστικά παρέπεμπε στο original, αλλά ως υπενθύμιση ενός αυθεντικού αντιήρωα που δεν πέφτει αμαχητί σαν τα ολογράμματα του Φρανκ Σινάτρα και του Έλβις Πρίσλεϊ, σε μια σκηνή που φέρνει στον νου περιέργως τη σεκάνς με τους καθρέφτες στον Κίτρινο πράκτορα του Χονγκ Κονγκ με τον Μπρους Λι!

 

«Το λες επειδή δεν έχεις δει να ξετυλίγεται μπροστά σου ένα θαύμα» λέει ο Μόρτον στον Κ στο ξεκίνημα και, όντως, ένα μικρό κινηματογραφικό θαύμα εκτυλίσσεται στις σχεδόν τρεις ώρες που διαρκεί το Blade Runner 2049.

 

Αναλογικά, δεν είναι παράτολμο να παραδεχτώ πως αποτελεί τον Νονό 2 της επιστημονικής φαντασίας, και μάλιστα από άλλον σκηνοθέτη. Ευτυχώς, οι μπάλες μένουν στον αέρα και έπεται συνέχεια.