12.10 Σαββατο.

 

Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη από χθες. Δεν έκανα πολλά. Έφαγα εκεί που διάβασες στην «Καλοπέραση», ξύπνησα και ήρθα πάλι εδώ. Χθες ρώτησα πού αξίζει να φάει κανείς στη Θεσσαλονίκη, από τέσσερα άτομα άκουσα το ίδιο: στη Νέα Φωλιά. Ήρθε και το μήνυμα του Φώτη Βαλλάτου που έλεγε το ίδιο. Ανηφόρισα, λοιπόν, βαρύς μέσα στο μεσημέρι την Αγίας Σοφίας. Πολλή υγρασία σήμερα εδώ. Μια μάχη με το καλοκαίρι και το φθινόπωρο παίζει κι εδώ. Δεν πεινάω, αλλά θα πάω.

 

 

 

Aυτό το μαγαζί το ερωτεύεσαι με το που φτάνεις στη γωνία του δρόμου και το βλέπεις. Τι ήτανε εδώ; Ένα παλιό καφενείο; Μια άλλη ταβέρνα; Πάντως, οι νέοι ιδιοκτήτες άφησαν το μέρος όπως ήταν και φρόντισαν απλώς να το γεμίσουν με τη δουλειά τους. Αν είσαι Αθηναίος, η Νέα Φωλιά θα σου θυμίσει το μαγαζί της μακαρίτισσας της Νάγιας στα Πετράλωνα. Ιδιαίτερα μόλις διαβάσεις τον κατάλογο. Ελληνική κουζίνα, πολύ-πολύ μερακλίδικα φτιαγμένη – το καταλαβαίνεις και μόνο τα πιάτα να διαβάσεις. Και, φυσικά, η κορύφωση είναι η ποικιλία ελληνικών τυριών και αλλαντικών που έχουν. Γι' αυτό και μόνο θα ξαναπήγαινα σε αυτό το μέρος, θα ξανανέβαινα την ανηφόρα. Με τόση ζέστη δεν έφαγα τον κόκορα, ούτε το χταπόδι με τις πράσινες και τις κόκκινες πιπεριές, ούτε τη σαλάτα με την πανσέτα και πολλά ακόμα που με το που πέσει λίγο η θερμοκασία και χαλάσει ο καιρός θα είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσες να φας στη Θεσσαλονίκη. Στο τραπέζι μου ήρθε: πρώτα απ' όλα ψητό ψωμί αρίστης ποιότητας, ένα πιάτο με ντολμάδες με αμπελόφυλλα, ρύζι κι ένα σωρό αρωματικά. Στη μέση του πιάτου γιαούρτι. Όχι μόνο η γεύση που ήταν άψογη, ελαφριά, καλοκαιρινή και μυρωδάτη, αλλά και η υφή σε αυτά τα ντολμαδάκια ήταν η υποδειγματική. Ήρθαν, επίσης, στο τραπέζι κάτι μανιτάρια σοταρισμένα μ' ένα ελαφρύ ζουμί με κρασί και δεντρολίβανο – καταπληκτικός μεζές και μπόλικος. Αφθονία στο τραπέζι, κάτι που αγαπώ και που όταν συνδυάζεται με την ποιότητα των υλικών και την τεχνική, δεν θες κάτι άλλο. Έρχεται και η σαλάτα. Ένα θαύμα! Χρόνια είχα να απολαύσω κάτι τέτοιο. Χοντροκομμένες πρασινάδες: ό,τι μπορείς να φανταστείς, ακόμα και τα πράσινα από τα φρέσκα κρεμμυδάκια, και από πάνω πάρα πολύ ρόδι. Το πρώτο ρόδι του φθινοπώρου. Στη μέση της σαλάτας κρυμμένη μελιτζάνα ψημένη με πετιμέζι και μπαχάρι. Και γύρω-γύρω ένα λευκό μαλακό τυρί. Τόση νοστιμιά σε μια σαλάτα είχα χρόνια να γευτώ. Να πώς γίνονται οι πρασινάδες ένα θαύμα, σκέφτομαι. Και μετά καβουρμάς στο τηγάνι με αυγά τηγανητά, ντομάτα και πράσινες καυτερές πιπεριές. Ό,τι και να πω θα είναι λίγο γι' αυτόν το μεζέ. Ακόμα και η εμφάνιση στο πιάτο ήταν πανέμορφη. Και, φυσικά, εδώ είναι που ξοδεύεις και το τελευταίο κομμάτι του ψημένου ψωμιού που ήρθε στο τραπέζι.

 

 

 

Πραγματικά, δεν ξέρω πόσο δύσκολο είναι να συντηρήσεις ένα τέτοιο μαγαζί, πόσος κόπος χρειάζεται για να βρεις όλα αυτά τα υλικά, όλα αυτά τα καλά πράγματα από τις πέντε γωνιές της Ελλάδας και να τα φέρεις σε ένα μαγαζί σε αυτήν τη μακρινή ανηφόρα. Και ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ένα τέτοιο μαγαζί, που δεν το λες και κυριλέ, να έχει το πιο απίστευτο ψωμί που έχεις δοκιμάσει, ενώ σε άλλα κυριλέ μέρη να τρως την πιο άθλια μπαγκέτα. Ξέρω, πάντως, πως αυτός είναι ο δρόμος για τα εστιατόρια. Απέραντος σεβασμός για τα παιδιά που έχουν αυτό το μαγαζί κι ελπίδα πως θα ανοίξουν τέτοια και στην Αθήνα, που κάπως χρειάζεται ένα reality check ακόμα στον τομέα της γαστρονομίας.

 

 

 

13.10 Κυριακη.

 

Πίσω στην Αθήνα, και μετά την καθιερωμένη στάση στον Καραβόμυλο για ψαράκι αλλά κυρίως για να δούμε αυτήν τη φοβερή θέα και τον ήλιο να σκάει πάνω στα βουνά και να χάνει το παιχνίδι με το φθινόπωρο, ανοίγω το βιβλίο της Marcella Hazan που μου τη θύμισε η Μίνα τις προάλλες και διαβάζω συνταγές σαν να είναι το πιο συναρπαστικό μυθιστόρημα. Πόσο θα ήθελα να την ήξερα αυτήν τη γυναίκα, πόσο θα ήθελα μια μέρα να ήμουν στην κουζίνα της, να τη βλέπω να καθαρίζει αγκινάρες και οι φούρνοι της να ψήνουν τον ανθό της Ιταλίας. Τι ωραία εμμονή που είναι το φαγητό και η μαγειρική πάντως, ε; Πόσο εύκολα χάνεσαι μέσα στις συνταγές στις αναμμένες φωτιές της κουζίνας σου και πόσο καλός πολεμιστής γίνεσαι όταν πολεμάς με τα καλά σου τα μαχαίρια; Ο καθένας, με ό,τι μπορεί, ας πορευτεί. Σας φιλώ.