ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΝ

Δύο οικογένειες και η ιστορία της σύγχρονης Αγγλίας

Δύο οικογένειες και η ιστορία της σύγχρονης Αγγλίας Facebook Twitter
Γκράχαμ Σουίφτ
0

Όλοι εμείς που εθιστήκαμε δεκαετίες τώρα να διαβάζουμε μυθιστορήματα ξέρουμε ότι η βαθύτατη τεχνική αφορά είτε τον παντογνώστη αφηγητή, είτε ιστορικά συμβάντα, είτε ερωτικά δράματα, είτε ψυχολογικούς ήρωες, είτε κωμωδίες και παρωδίες κάθε λογής. Ο Σουίφτ, μεταφρασμένος ελληνιστί σε δέκα συν το παρόν ένδεκα βιβλία, Άγγλος όνομα και πράγμα, καινοτομεί στην αφηγηματική τεχνική καθώς εξιστορεί τις περιπέτειες δύο οικογενειών από το Ντέβον της Αγγλίας (Λάξτον και Μέρικ), όπου κυριαρχεί ο ιστός των γονικών, συζυγικών και αδελφικών σχέσεων, ενώ στον ευρύτερο ορίζοντα εμφανίζεται η ασθένεια των τρελών αγελάδων και συνάμα ο πόλεμος του Ιράν.

Για να είμαστε σαφείς, σύνολο το βιβλίο αφιερώνεται στις περιπέτειες των δύο οικογενειών και στα πρόσωπά τους, με κορυφαίο βέβαια τον παντογνώστη αφηγητή ο οποίος κατορθώνει να γνωρίζει τα πάντα, με αποτέλεσμα να είναι ευγενής και συνάμα υπερ-πραγματική φιγούρα. Άλλωστε, σε κάθε συμβάν μας ελκύει κάποιο αναπάντεχο γεγονός, ενώ ταυτόχρονα καταλήγουμε στην αγκάλη του αφηγητή, ο οποίος δίνει την τελική σαφήνεια. Με άλλα λόγια, θα λέγαμε ότι τα πρόσωπα των δύο οικογενειών ποτέ δεν ενεργούν μόνα τους, αντίθετα ο αφηγητής έχει στιγμές που μιλάει μόνος, κατάμονος, αναφερόμενος παραταύτα στα πρόσωπά του, όπως στον Τζακ και στον Τομ. «Δεν ήξερε τότε πόσο θα του έλειπαν κάποια μέρα οι ζάρες στον καρπό της μάνας του έτσι όπως κρατούσε την τσαγιέρα, με το ένα χέρι να συγκρατεί το καπάκι, και του γέμιζε το φλιτζάνι, αποκλειστικά γι' αυτόν, όπως δεν ήξερε και πόσο δύσκολο θα του ήταν να μιλήσει γι' αυτόν όταν θα ερχόταν εκείνη η ώρα» (σ. 36).

«Ένα προσόν που διακρίνει τις δύο οικογένειες (τους Λάξτον και τους Μέρικ) είναι το γεγονός ότι μπορεί να φανούν χρήσιμοι πεθαίνοντας την κατάλληλη στιγμή. Κάποιος παραχωρεί τη θέση του σε κάποιον άλλον, όπως η Έλλη, για παράδειγμα, που δεν ξέρουμε αν το πίστευε αυτό πάντοτε, ακόμα και τώρα; Το καίριο ζήτημα ήταν ότι διεξαγόταν πόλεμος εναντίον του τρόμου – αυτή ήταν η βασική είδηση. Ο πόλεμος στρεφόταν εναντίον του τρόμου, τελικά εναντίον του εαυτού σου; Αίφνης καταφθάνει μια επιστολή με κάποια καθυστέρηση που πληροφορούσε την οικογένεια ότι ο Τόμας Λάξτον είχε σκοτωθεί στο Ιράκ, μαζί με άλλους δύο στρατιώτες της μονάδας του, "τελών εν διατεταγμένη υπηρεσία", κατά τη διάρκεια επιχειρήσεων στην περιοχή της Μπάσρα την 4η Νοεμβρίου 2006. Ο Τζακ δεν κλαίει. Είχε σταματήσει τα δάκρυα αρκετά γρήγορα. Τα είχε ρουφήξει μέσα του και είχε σκουπίσει το πρόσωπό του με το μανίκι πριν προλάβει η Έλλη να πάρει δύο τρία χαρτομάντιλα... Μέχρι τότε, όμως, η Έλλη είχε επίσης μεγαλώσει μαζί με τη ζήλια της κι ήξερε ότι δεν ήταν τόσο ότι ήθελε να έχει δικό της αδελφάκι όσο ότι ζήλευε το κομμάτι του Τζακ που ανήκε στον αδελφό του... Κάποτε είχε πονέσει επειδή υποχρεώθηκε να το κρύψει, όταν οι τρεις τους, ο Τζακ, ο Τομ και η Βέρα, είχαν φύγει μαζί δύο συνεχόμενες χρονιές. Μια βδομάδα ήταν όλη κι όλη, αλλά πόσο είχε κάνει τη ζήλια της να κοχλάζει... Έστω και νεκρός, ο Τομ εξακολουθούσε να αποτελεί εμπόδιο, παρέμενε στην εικόνα κι ας ήταν έξω από αυτήν...

Όταν ο Λιουκ βρήκε το αιφνίδιο τέλος του, η ασθένεια των αγελάδων και οι συνέπειές της βάραιναν ήδη πάνω τους κάμποσο καιρό. Κάποιοι έλεγαν ότι βρισκόταν πια σε ύφεση, ωστόσο αιωρούνταν ακόμα στην ατμόσφαιρα, σαν εκείνα τα αποπνικτικά σύννεφα, και μπορεί τότε ακριβώς, εκείνο το πρωί που αντήχησε η τουφεκιά από το Μπάρτον Φιλντ, να άρχισε πραγματικά και η τρέλα. Αυτό όμως που έσωσε τη διάθεση της στιγμής, αυτό που τους συγκράτησε και τους ηρέμησε όλους, αποτρέποντας ίσως κάποια άλλη έκρηξη, ήταν το απλό γεγονός του θανάτου του Λιουκ. Η απουσία του. Επρόκειτο απλώς για τον θάνατο ενός σκύλου και στο κάτω κάτω ήταν μια πράξη ευσπλαχνίας, ωστόσο άφησε πίσω της ένα κενό μεγαλύτερο σε μέγεθος απ' το μέγεθος του σκύλου, ενώ υπήρχε κι ο απόηχος του θανάτου της Βέρας – όσο κι αν κανένας τους δεν τόλμησε να το πει...».

Η μέθοδος του αφηγήματος υποτάσσεται αινιγματικά σε ένα απλό μυστικό: όποιος πεθαίνει εξακολουθεί να ζει στις καρδιές των ζωντανών, ακόμα και τα σκυλιά σαν τον Λιουκ, ακόμα και ο αέρας που αναπνέει η οικογένεια, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και καταδικό τους. Ένα άλλο παράδοξο είναι το γεγονός ότι ο Τομ, παρά τον νεανικό του θάνατο, δεν απουσιάζει επ' ουδενί από το βιβλίο, σε όλο το αφηγηματικό του μάκρος. Κατά κάποιο τρόπο είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής του βιβλίου. Γράφει ο Σουίφτ: «Άκουσε τον Τομ να περνάει κλεφτά από τον διάδρομο και να κατεβαίνει τη σκάλα. Ο Τομ ήξερε ακόμα και στα σκοτεινά πού έπρεπε να πατήσει το πόδι του, ποιο σκαλοπάτι έτριζε και ποιο όχι. Αυτά τα σκαλοπάτια ήταν κομμάτι ο εαυτός του.

Γκράχαμ Σουίφτ - Μακάρι να ήσουν εδώ. Mτφρ.: Θωμάς Σκάσσης. Εκδόσεις Εστία. Σελ.: 413. Τιμή: €21,00Για κείνη (την Έλλη) ο θάνατος του Τομ σήμαινε πολύ απλά ότι ο Τομ είχε χαθεί πια για πάντα και δεν επρόκειτο να γυρίσει ποτέ. Αντιλαμβανόταν ότι αυτή η αντιμετώπιση ήταν απόλυτα εύλογη. Για τον ίδιο όμως κι εξίσου απλά, σήμαινε ότι ο Τομ είχε όντως ξαναγυρίσει – κι ας ήταν πολύ δυσκολότερο να επιχειρηματολογήσει υπέρ αυτής της άποψης. Τώρα το καταλάβαινε πραγματικά. Η επιστροφή του ήταν τόσο βέβαιη, όσο και το αν, αντί για κείνη την επιστολή που ανάγγελλε τον θάνατό του, είχε χτυπήσει ο ίδιος ο Τομ την εξώπορτα: να περάσω; Ήταν λες και τώρα που ο Τομ ήταν νεκρός εκείνος δεν μπορούσε πια να ζήσει χωρίς αυτόν, κι ας είχε ζήσει χωρίς αυτόν δεκατρία ολόκληρα χρόνια. Τόσην ώρα που οδηγούσε προσπαθούσε να ξεφύγει από αυτό το παράλογο αλλά αληθινό γεγονός που τον καταδίωκε» (σ. 256).

Αγγίζοντας το φέρετρο του Τομ, ολάκερη η οικογένεια νιώθει ότι μολύνθηκε από μια μόλυνση «καλή», έστω κι αν κάποιο μέλος νιώθει ότι άρχισε να του στρίβει... Τα αγαθά για τον αναγνώστη είναι εξαιρετικά – για να μην πούμε ότι εκεί βρίσκεται το μυστικό του βιβλίου. Οι ήρωες ζουν και επιτυγχάνουν ή σκουντουφλάνε (έστω και πάνω στον εαυτό τους), μόνο που άνευ σχολιασμού οι κινήσεις δεν τελεσφορούν και τα πρόσωπα φαίνονται άνευ βαθύτητας και εγγυρότητας. «Ήταν η πρώτη φορά που βρίσκονταν έτσι, οι δυο τους, και δεν επρόκειτο να ξανασυμβεί. Για μια στιγμή ένιωσε ότι βρισκόταν κι ο ίδιος κλεισμένος σε κιβούρι. Του φάνηκε σαν να έπρεπε να διαπεράσει τον αέρινο τοίχο που περιέβαλλε το φέρετρο προτού μπορέσει ν' ακουμπήσει (ξανά) πάνω του τα χέρια του, μετά το μάγουλο, μετά το μέτωπο και τέλος τα χείλη. Δεν είχε προσχεδιάσει ούτε προβλέψει αυτές τις κινήσεις, αλλά του τις είχε επιβάλει απλώς το σώμα του. Είπε: "Είμαι εδώ, Τομ. Είμαι εδώ, μαζί σου". ΄Επειτα, σαν να είχε αφήσει κάτι αδιευκρίνιστο, είπε: "Είμαστε και οι δύο εδώ"» (σ. 318).

Όπου ο θάνατος των προσώπων είναι φυσικός ή έργο του πολέμου, ένα όπλο που κυκλοφορεί από χέρι σε χέρι σαν λογοτεχνική λύση κάνει καλά την ολέθρια δουλειά του. Ο αναγνώστης νιώθει μια γλυκιά ελευθερία, καθώς ο καθείς είναι και δεν είναι, ό,τι δεν κατέχει η συνείδησή του το γεννάει η φαντασία του, οπότε η αφηγηματικότητα σπεύδει να συνδέσει τα ασύνδετα υπό τον όρο ότι η ματιά του Σουίφτ είναι αγύριστο κεφάλι και γεννάει συμβάντα –φανταστικά– τα οποία παραδόξως πλαισιώνουν το απλαισίωτο.

«Μέσα από τον θόρυβο της βροχής ακούει το αυτοκίνητο που πλησιάσει κι αποφασίζει –ξαφνική παρορμητική αλλαγή σχεδίων– να βγει από το σημείο όπου είναι κρυμμένος στη βάση της σκάλας, έχοντας το όπλο υψωμένο. Τότε όμως αντικρίζει τον Τομ να στέκεται με την πλάτη κολλημένη στο μέσα μέρος της εξώπορτας, απ' όπου πρέπει να μπει η Έλλη, σε μια απαγορευτική στάση που του είναι αμυδρά γνωστή.

Είναι ντυμένος με πλήρη στρατιωτική αμφίεση, από την κορφή ως τα νύχια, φοράει τα ρούχα με τα οποία σκοτώθηκε και το ύφος και το βλέμμα του είναι κι αυτά στρατιωτικά. Αυτήν τη φορά όμως του μιλάει, αν και δεν είναι απαραίτητο. Του λέει: "Σκότωσε πρώτα εμένα, Τζακ, εμένα πρώτα. Μην κάνεις μαλακίες. Πάνω από το πτώμα μου θα περάσεις"» (σ.404).

Ο Σουίφτ, όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, δηλώνει ότι το βιβλίο του είναι μυθοπλασία και τίποτε άλλο. Σαφέστερα, δεν αποδίδει με τεκμηριωμένο τρόπο τη διαδικασία επαναπατρισμού των νεκρών μελών των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων – άρα πάσα ομοιότητα είναι ακούσια και συμπτωματική...

Βιβλίο
0

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΙΡΑΝ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

90’ με τη συντακτική ομάδα της «βλάβης»

Βιβλίο / Αυτή η παρέα φτιάχνει τη «βλάβη», το πιο φρέσκο έντυπο για το βιβλίο

Είναι millennials, πιστεύουν ακόμα στην αξία του τυπωμένου χαρτιού, δεν δέχονται διαφημίσεις, ξέρουν πολύ καλά το βιβλίο, δεν αναρτούν τίποτα στο internet γιατί θέλουν να σε δουν να ξεφυλλίζεις το περιοδικό τους. Και πολύ καλά κάνουν γιατί η «βλάβη» τους είναι ένας νέος τρόπος να μιλάς για το βιβλίο και για τον πολιτισμό.
M. HULOT
«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ