Οι περιπέτειες της Ρόζας

Του Αλέξη Κυριτσόπουλου

Εκδόσεις Ίκαρος & Μουσείο Μπενάκη

Σελ.: 64, Τιμή: €16,00

 

Για να επιτύχει κανείς κατιτίς ακέραιο θα πρέπει να του λείπει κάτι ουσιώδες. Όταν κοιτάζουμε τον κόσμο ολόγυρα δεν έχουμε φωνή, γιατί τα μάτια έγιναν για να βλέπουν και όχι για να μιλούν, όπως άλλωστε ένας λαλίστατος άνθρωπος που δεν βλέπει είναι από την τύχη του καταδικασμένος να καταστήσει τη μισερή του ζωή τέχνη ζηλευτή. Κάθε τέχνη έχει δικό της αλφάβητο κι από κοντά ο νους με μια αρμάθα κλειδιά, πολύ κοντά και απείρως μακριά από τα εργαστήρια των τεχνών.

 

Παίρνοντας αφορμή από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, ο Κυριτσόπουλος στήνει τις μηχανές και τα χρώματά του με τρόπο λοξό και αμίλητο. Η βασική του πρόθεση, ως τιμητική προδοσία του ποιητή, δεν σκοπεύει να επαναλάβει τα νοήματα του ποιήματος. Αυτά ειπώθηκαν και αιχμαλωτίστηκαν στο χαρτί. Η δική του ρότα αφορά το αρχέγονο λίκνισμα της αφήγησης που –τι παράξενο!– ανήκει στην παιδική νοημοσύνη. Οι πεταλούδες, για παράδειγμα, στο ποίημα κατονομάζονται, αλλά δεν βλέπονται, αντίθετα στον πίνακα του Κυριτσόπουλου είναι πεταλουδένιες και πολύχρωμες, λες και ξεγέλασαν τον εαυτό τους για να παραδοθούν έτοιμες και ωραίες στα παιδικά και κοριτσίστικα μάτια.

 

Το ποίημα του Ρίτσου υποστηρίζει την αφήγηση, χωρίς να παρεμβαίνει δεσμευτικά. Η Ρόζα, για παράδειγμα, δεν είναι ποιητική περσόνα, την επινόησε ο Κυριτσόπουλος για να κερδίσει την ελευθερία του και να χαράξει τρυφερά τον παιδικό ορίζοντα. Ειδικά η αφαίρεση σε κάθε σελίδα προσθέτει τη λεπτομέρεια με πάσα πιστότητα. «Μέσα στη βαρυχειμωνιά η Ρόζα φτιάχνει έναν χιονάνθρωπο». Στην επόμενη σελίδα οι χιονάνθρωποι έγιναν κιόλας πέντε (ολόλευκοι στη σελίδα, λες και το χιόνι είναι το δέρμα τους), για να πολλαπλασιαστούν τόσο πολύ ώστε η γειτονιά να γεμίσει χιονανθρώπους. «Χωρίστηκαν σε ομάδες, σε στρατόπεδα. Έκαναν στρατούς κι άρχισε ο πόλεμος». Εχθρός τους, βέβαια, δεν είναι ο πόλεμος αλλά ο ήλιος που έχει δόντια και κάνει τους χιονανθρώπους να λιώνουν.

 

Όταν αρχίζουν οι ολόμαυρες σελίδες, με τις υποβλητικές εικόνες που έχουν τίτλο «Μαύρα, βαριά σύννεφα μαζεύτηκαν», «Μέσα στον χαλασμό πέταξε μια πεταλούδα σαν ψυχούλα», «Με αυτό τον καιρό δεν είχε πού να σταθεί», οι αντιθέσεις που ακολουθούν θυμίζουν μουσικό κομμάτι όπου τα τύμπανα πρωταγωνιστούν για να σωπάσουν ενώπιον του βιολιού. Η κυρία Φαίδρα (το πρότυπο της οποίας ο Κυριτσόπουλος το ψάρεψε στον Ντίκενς) είναι ο πρώτος άνθρωπος που αντίκρισε το κορίτσι μέσα στις ερημιές του.

 

«Κάθισε να ξεκουραστείς, δεν έρχεται κανείς να με δει» λέει η κυρία Φαίδρα με εμφανές γεροντικό παράπονο, που γίνεται ακόμα πιο έντονο όταν ξεστομίζει το υπέροχο «Μόνο οι πεταλούδες μού θυμίζουν τους παλιούς φίλους». Άραγε, γιατί δεν έχουμε και μιαν άλλη Ρόζα για να συντροφεύσει το κορίτσι που νιώθει έρημο και μόνο στις ερημιές όπου τριγυρνά; Προφανώς, η κυρία Φαίδρα είναι υπέργηρη εκδοχή της, οπότε δεν μπορούμε να συμπληρώνουμε τα ασυμπλήρωτα. Πέφτοντας στο κρεβατάκι που βρήκε σε μια γωνιά, η Ρόζα πέφτει να κοιμηθεί και εφιάλτες ταράζουν τον ύπνο της. Η επόμενη σελίδα είναι αληθώς συναρπαστική, καθώς ο εφιάλτης επικρέμαται από το κενό της κάμαρης, ωσότου η κυρία Φαίδρα την ξυπνήσει για να της δείξει την άνοιξη...

 

Τα παιδικά χρόνια, ό,τι κι αν είναι, ό,τι κι αν ήταν, αποτελούν την αρχέγονη εποχή κάθε ψυχισμού που, επειδή ακριβώς αδυνατεί να τα παραστήσει, παραμένουν ανεξιχνίαστα και αινιγματικά. Τα παιδιά ανακαλύφθηκαν –τουλάχιστον στο μυθιστόρημα– κατά τον 19ο αιώνα και από τότε οι Καλές Τέχνες έστησαν μέγα χορό γύρω από την παιδική σιωπή, την παιδική έκφραση και την παιδικότητα γενικά.

 

 

Ο ψηφοφόρος της «Χρυσής Αυγής»

Του Mπάμπη Βλάχου

Εκδόσεις Υπερσιβηρικός

Σελ.: 52, Τιμή: 4,26

 

Ανθολογούμε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την μπροσούρα του Μπάμπη Βλάχου, ενός συγγραφέα ολιγογράφου μεν, αλλά έτοιμου να εκφράσει τη γνώμη του οσάκις η περίπτωση το απαιτεί.
«Μέσα από τα κενά, τα χειρουργεία και την ανάπλαση του ελληνικού κρατικού ιστού, έτσι όπως εξελίσσεται τα τελευταία τρία χρόνια μετά την επίθεση των παγκοσμιοποιητικών αγορών –και των γνωστών τραπεζών/offshore που τις κυβερνούν–, ξεπρόβαλε εν είδει επιδημίας μια σαπίλα.

 

Επιτέλους, έπειτα από κάποιες δεκαετίες έχουμε πάλι παρακράτος.

 

Την "τάξη" και τον "νόμο", βέβαια όχι κατά γράμμα, επιχειρούν να επιβάλλουν επιπλέον –ή μάλλον θα 'θελαν– αλλά με εγκληματικό ζήλο οι νεοφασίστες της Χ.Α. Με την απαραίτητη σύμπραξη πάει να πει, τουλάχιστον σε ατομικό επίπεδο, της ίδιας της Αστυνομίας – δεν γίνεται αλλιώς. Εξάλλου, καταγράφηκε, περίπου οι μισοί αστυνομικοί του κέντρου αυτό ψήφισαν. Και οι περισσότεροι βάλθηκαν ήδη να ξεπεράσουν σε ωμή βία κάποιες –εσαεί ατιμώρητες –συμπεριφορές του παρελθόντος δήθεν.

 

Φαίνεται ότι όταν ένα κράτος διολισθαίνει στην αδυναμία –και δεν εννοούμε προφανώς την Αστυνομία του, κάθε άλλο–, αλλού καταρρέει, αλλού αδρανεί, βρίσκει έδαφος τότε και ανθεί το παρακράτος. Πρόκειται, ασφαλώς, για μια απλή μετατόπιση του Κρατισμού.

 

Και δεν εννοούμε εδώ τον "κρατισμό" της οικονομικής θεωρίας, ούτε βέβαια της ψυχροπολεμικής λογικής... Αλλά αυτόν που ως βαθιά ριζωμένος, συμπλήρωμα και όχι αντίπαλος της Ορθοδοξίας –η ελληνοκεντρική ραχοκοκαλιά του–, ουδόλως καταρρέει. Ίσα-ίσα. Ούτε αδρανεί. Ο φασίστας, δηλαδή, ήλθε για να μείνει. Να συμπαραταχθεί και να προσδώσει περιεχόμενο στη γυμνή κρατική του βία που –προληπτικά πάντοτε– απαιτούσαν και απαιτούν οι περιστάσεις.

 

Μόνο που το ζήτημα δεν είναι ιδεολογικό (πολλώ δε μάλλον θεωρητικό) όπως παλιά. Κανείς δεν νοιάζεται, ακριβώς, για τις ιδέες του πια. Άντε, ορισμένοι έφηβοι, ή μάλλον οι μετεφηβικές επιδόσεις ορισμένων, όσο τους κάνουν να "ξεχωρίζουν". Πρόκειται μάλλον, ακόμα χειρότερα, λόγω του κραυγαλέου ελλείμματος Δικαιοσύνης στη χώρα, για την ενισχυμένη επανεμφάνιση όχι του ενστίκτου αλλά της ιδεολογίας της επιβίωσης. Βασικά, στα πιο καθυστερημένα πνευματικά και πολιτισμικά στρώματα – αυτό, όμως, δεν αλλάζει τη σοβαρότητα των νέων συνθηκών. Ίσα-ίσα».

 

«Ας πούμε, οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής δεν ανήκουν ούτε στους πολίτες ακριβώς ούτε στους κατεξοχήν ιδιωτεύοντες. Ανήκουν, ωστόσο, σε μια παραδοσιακή Ελλάδα, πατριαρχική, στην ιδεολογική ραχοκοκαλιά του Νεοέλληνα. Δεν εννοούμε ότι ο νωτιαίος μυελός του έκρυβε ή φέρει τον φασισμό – κάθε άλλο. Αντίθετα, ο νεοναζί, τον οποίο ψήφισε, φέρει μια ιδεολογία εισαγόμενη.

 

Και πάντως, τα επιφανέστερα κουσούρια και χαρακτηριστικά με τα οποία τον στόλισαν τα ξένα δίκτυα (σου βγάζουνε το μάτι, σου βγάζουνε και το όνομα), προπαγανδιστικώς και ανιδιοτελώς βέβαια, στην υπηρεσία χρηματοπιστωτικών συμφερόντων, ισχύουν. Λόγω της ορθόδοξης (ανταγωνιστικής στο δυτικό κράτος) παράδοσης κυρίως, της διόγκωσης του έθνους έναντι του κράτους (κάτι που δεν συμβαίνει στην Εσπερία) και, βέβαια, όχι γιατί ήταν ή είναι τεμπέλης.

 

Παρότι και η ορθόδοξη και η των αρχαίων παράδοση (που όμως δεν συναντάται στον Νεοέλληνα) δεν ευνοούσαν την "αγία" προτεσταντική, την ταυτισμένη με τον καπιταλισμό Εργασία. Όταν, μάλιστα, ακόμα και στη νεολιθική εποχή, μας λένε οι επιστήμονες, δούλευαν για τα προς το ζην μονάχα ένα τετραωράκι!»

 

«Είναι πλέον φαεινότερον, εννοούμε στις μέρες μας, ότι ο παρών πολιτισμός όχι απλώς γέννησε αλλά και ανέδειξε τον Ολοκληρωτισμό στο βασικό του καθεστώς και πολίτευμα. Αφότου παραμέρισε επιτέλους τον Θεό, έτσι έμαθε να εξελίσσεται, έτσι συνήθισε να προοδεύει. Παρότι εξακολουθεί να κρύβεται πίσω από τον εσωτερικευμένο ολοκληρωτισμό της οικονομίας που ονομάζει "δημοκρατία". Μια λέξη-θρησκεία υιοθετήθηκε, ακόμα κι επιβλήθηκε, κυρίως από τον 19 αιώνα κι ύστερα, από όλα τα αδίστακτα λόμπι ισχύος.

 

... Ή, λες και το απλό γεγονός της ατομικής και καθολικής ψήφου κάθε λίγα χρόνια έφτανε ποτέ, για να αντέξει κανείς στην ορμητική επέλαση του Εμπορεύματος – στην κατεργασία και την υπεραφθονία κυριάρχησης του κατ' εξακολούθηση δούλου.

 

Τη στιγμή που, όλοι το ξέρουμε, ούτε βέβαια... δημοκρατικές τράπεζες μπορούν να υπάρξουν, ούτε "δημοκρατικές" μεταγγίσεις πλασματικού κεφαλαίου. Και οι οποίες βέβαια, από την άλλη, ξαναφέρνουν την υπερσυσσώρευση-κατάρα. Αλλά και εδραιώνουν ως "μαρτυρία" (!) την απολυταρχία του εικονικού χρήματος (αντί της επονομαζόμενης πραγματικής οικονομίας).

 

Η συνέχεια στην μπροσούρα.