Το “Τίποτα” του Νίκου Παναγιωτόπουλου

Το “Τίποτα” του Νίκου Παναγιωτόπουλου Facebook Twitter
0
Το “Τίποτα” του Νίκου Παναγιωτόπουλου Facebook Twitter
Φωτογραφική επεξεργασία: Aτελιέ LifO

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, στα 74 πια, το ξέρει: ακόμη κι αν καταφέρει να σκηνοθετήσει την ωραιότερη ταινία της ζωής του, τίποτε δεν θ’ αλλάξει, το στίγμα του στον ελληνικό κινηματογράφο έχει καταγραφεί. Στα νιάτα του θα μεθούσε από ευτυχία αλλά οι όψιμες επιτυχίες δεν έχουν την ίδια γεύση, ο ενθουσιασμός έχει εξανεμιστεί –υπάρχει στη νίκη και κάτι ταπεινωτικό. Τώρα πιά ο ίδιος, αναγκαστικά, βρίσκεται στο άλλο στρατόπεδο. 

Για καιρό, τα γηρατειά –που, για να θυμηθούμε τον Φίλιπ Ροθ,  δεν είναι μάχη, είναι σφαγή! – ο Παναγιωτόπουλος τα αντιμετώπιζε κι αυτά σαν ταινία, επιπόλαια. Μέχρι πρότινος έλεγε πως η ηλικία είναι μια προκατάληψη που υπάρχει μόνο στα μυαλά των νέων, νόμιζε πως τον ίδιο δεν θα τον απασχολήσουν ποτέ. Να όμως που μπήκε κι αυτός στη φάση όπου ο χρόνος μετράει ανάποδα, στη φάση των αυτοναλύσεων και των απολογισμών. Πώς είναι να ‘σαι άπιστος και να βαδίζεις προς την ανυπαρξία; Πώς είναι να προχωράς με θέα στο θάνατο; Να τι ακριβώς σκαλίζει ο γνωστός σκηνοθέτης όχι στην «Κόρη του Ρέμπραντ» που δεν έχει βγεί στις αίθουσες ακόμη, αλλά στο νέο του βιβλίο που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τον «Τόπο», με τίτλο «Τίποτα».  

Ο Παναγιωτόπουλος αντιμετώπιζε τα γηρατειά κι αυτά σαν ταινία, επιπόλαια. Μέχρι πρότινος έλεγε πως η ηλικία είναι μια προκατάληψη που υπάρχει μόνο στα μυαλά των νέων, νόμιζε πως τον ίδιο δεν θα τον απασχολήσουν ποτέ. Να όμως που μπήκε κι αυτός στη φάση όπου ο χρόνος μετράει ανάποδα, στη φάση των αυτοναλύσεων και των απολογισμών.

Έργο στοχαστικό, διαποτισμένο από απελπισία και μ’ ένα χιούμορ κατά τόπους βιτριολικό, το «Τίποτα» παρουσιάζεται από τον Παναγιωτόπουλο σαν ένα «σενάριο για μυθιστόρημα». Δηλαδή; «Είναι ένα υλικό που στα χέρια ενός μυθιστοριογράφου θα μπορούσε να αποκτήσει πλοκή. Ομως εγώ δεν είμαι μυθιστοριογράφος. Η μοναδική πλοκή που μπορώ ν’ ανεχτώ είναι για κάποιον που ξυπνάει και σκέφτεται το όνειρο που είδε στον ύπνο του. Γράφω εύκολα αλλά γράφω με τον τρόπο που μιλάω. Αντίθετα, ο Κωστής Παπαγιώργης, για να σταθούμε σε στυλίστες, αλλιώς μίλαγε κι αλλιώς έγραφε. Ο Ράμφος, απ’ τη μεριά του, μιλάει όπως γράφει. Ο δε Σελίν, έκανε τον προφορικό λόγο γραφή και μουσική, πράγμα υπέροχο, σπάνιο, ακόμα πιο δύσκολο!» 

Το σίγουρο είναι πως ο ίδιος είχε ευχαριστηθεί δουλεύοντας το προηγούμενο βιβλίο του, το «Απ’ το καλάθι των αχρήστων», μια παραγγελία του «Πατάκη», αρκούντως μυητική στα του βίου του –ιδιωτικού και καλλιτεχνικού. «Δεν το περίμενα αλλά είχα περάσει καλά!»  Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, είτε σκηνοθετεί είτε γράφει,  δεν πιστεύει στην ανιδιοτέλεια της τέχνης.  «Κάθε δημιουργός», επιμένει, «εκμεταλλεύεται, με την μαρξιστική έννοια, τα βιώματά του χωρίς φυσικά να γράφει τα προσωπικά του ημερολόγια. Ο Φλωμπέρ το εξέφρασε ιδανικά λέγοντας  «Η Μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ». Οποιος γράφει, όποιος ζωγραφίζει, όποιος γυρίζει ταινίες, αναπόφευκτα κάνει την αυτοπροσωπογραφία του. Κι αυτό, επειδή θέλει να σώσει το τομάρι του!». 

Ορίστε λοιπόν ένα ‘σενάριο για μυθιστόρημα’ με κεντρικό ήρωα κάποιον που του μοιάζει, τον Ζ., κάποιον που σοκάρεται συνειδητοποιώντας ότι είναι γέρος. «Ποιός θα τό’ λεγε ότι θαρχόταν μια μέρα που θα έπρεπε να κάνει την αυτοκριτική του;», διαβάζουμε. «Που θα χρειαζόταν να σταματήσει τα παιχνίδια και να πάρει τον εαυτό του στα σοβαρά; Αυτό που του φαινόταν να είναι το πιο μεγάλο πλήγμα, ήταν ότι σ’ αυτήν την ηλικία έπρεπε επιτέλους να ενηλικιωθεί». Ο Ζ. ξαναγυρίζει εκεί που ξεκίνησε, πιο σοφός αλλά και πιο κουρασμένος. Οπως τον παρουσιάζει ο Παναγιωτόπουλος, ουδέποτε  αισθάνθηκε «κανονικός» άνθρωπος». Οταν οι άλλοι έλεγαν μαύρο, αυτός έλεγε άσπρο και το εννοούσε, κάτι που του έδινε έναν αέρα υπεροχής αλλά και μειονεξίας ταυτόχρονα. Του Ζ. τίποτε δεν του φαίνεται φυσιολογικό. Τα γηρατειά, ο θάνατος, όλα του φαίνονται σκανδαλώδη. Μεταφυσικές ανησυχίες, πάντως, δεν έχει. «Σε πείσμα όλων των σοφών του κόσμου, όλων των ιδρυτών θρησκειών, παραμένει απελπιστικά διαυγής» . 

Πριν από μια δεκαπενταετία, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έβαλε στοίχημα με τον εαυτό του να γυρίζει μια ταινία ετησίως και το τήρησε. «Γιατί το έκανα; Μα για να ξεγελάω το χρόνο, για τι άλλο;».  Ενα τέτοιο παιχνίδι επιχείρησε και το καλοκαίρι που η «Λιμουζίνα» ήταν πίσω του και  η «Κόρη του Ρέμπραντ», έργο που συμπυκνώνει όλη η χυδαιότητα που ζήσαμε σ’ ένα μεγαλοαστικό πάρτι, δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί. Χαλαρός σ’ εκείνη τη ραχούλα του Αιγαίου, στην Πάτμο, που δεν θ’ άλλαζε ούτε για όλα τα Παρίσια του κόσμου, βάλθηκε να κοιτάξει αναδρομικά τον εαυτό του στον καθρέφτη- υπό μανδύα μονήρη ζωγράφου, έστω-  και να προβεί σε απολογισμούς όσο κι αν αυτό του ήταν δυσάρεστο. 

«Η σχέση με τους νέους είναι ένα πρόβλημα πολύ λεπτό» παραδέχεται στο βιβλίο του. «Υπάρχει αναμφισβήτητα ο πόλεμος των γενεών και είναι αδυσώπητος όπως κάθε πόλεμος, μόνο που όλοι κρύβονται πίσω από ψέματα και υποκρισίες. Στο βάθος ο Ζ. θα στραγγάλιζε ευχαρίστως κάθε νέο ζωγράφο που θα του αμφισβητούσε την κυριαρχία. Η ζήλεια είναι μέσα στη φύση των ανθρώπων κι όσοι υποκρίνονται το αντίθετο, απλώς παρουσιάζουν ένα ψεύτικο πρόσωπο. Οι γέροι αποδέχονται με ενθουσιασμό του νέους ως θαυμαστές αλλά τους αμφισβητούν ως ανταγωνιστές. Τα τερτίπια και οι στρατηγικές που μετέρχονται για να παρουσιάζονται ως υπεράνω και γενναιόδωροι θα μπορούσαν να γεμίσουν ολόκληρο ένα εγχειρίδιο ψυχολογίας»... Σιγά, σιγά, ωστόσο, οι έχθρες και οι ζήλειες που έτρεφε ο Ζ. μέσα του καταλαγιάζουν και,  «ίσως αυτό είναι να γερνάς: να σταματάς τον πόλεμο και να θες ειρήνη. Γι’ αυτό άλλωστε δεν υπάρχουν γέροι στρατιώτες. Αυτοί που πολεμούν είναι οι νέοι, γιατί θέλουν κάτι να κατακτήσουν... μια γυναίκα, ή τη δόξα, ακόμα και τα χρήματα. Ετσι κι αλλιώς τίποτα δεν κερδίζεται χωρίς μάχη».

«Η λογοτεχνία», αναγνωρίζει ο Παναγιωτόπουλος, «σου επιτρέπει να πείς πράγματα που δεν μπορείς να τα πείς στη ζωή. Να, στην «Ομολογία ενός δολοφόνου» του Γιόζεφ Ροτ που διάβασα πρόσφατα, ο ήρωας ομολογεί πως είναι κάθαρμα!».  Ο Γιόζεφ Ροτ θα βρίσκεται πιθανότατα πίσω και από την επόμενη ταινία του – φιλοδοξία του είναι να μεταφέρει τον «Θρύλο του αγίου πότη» στο σήμερα, ανάμεσα στους αστέγους της Αθήνας. Τον άλλο  Roth, τoν αμερικανό Φίλιπ Ροθ,  τον εκτιμά ως συγγραφέα αλλά δεν είναι είναι από τους αγαπημένους του. Απ’ αυτούς, αν έπρεπε να διαλέξει έναν, θα ήταν φιλόσοφος: «Ο  Σοπενάουερ! Το βιβλίο που έχω στο προσκεφάλι μου είναι η Κριτική της ελευθερίας της βουλήσεως. Μ’ έχει επηρεάσει  όσο λίγα». 

 «Η λογοτεχνία», αναγνωρίζει ο Παναγιωτόπουλος, «σου επιτρέπει να πεις πράγματα που δεν μπορείς να τα πείς στη ζωή. Να, στην «Ομολογία ενός δολοφόνου» του Γιόζεφ Ροτ που διάβασα πρόσφατα, ο ήρωας ομολογεί πως είναι κάθαρμα!»

Ο Παναγιωτόπουλος και τα βιβλία, πάνε μαζί. Στο πατρικό του, στο Χαλάνδρι, δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα, αλλά εκείνος, έφηβος, πήγαινε κάθε τόσο στον «Ευρυπίδη» και κοίταζε προσεκτικά στους πάγκους για να δεί ποιός έχει γράψει τι. «Οταν μετά στις παρέες γινόταν λόγος για την ‘Πείνα’, έκανα πως ρωτούσα: «του Χάμσουν;». Μόλις ακούγονταν τα «Αγουρα Χρόνια», πετιόμουν: «του Κρόνιν;». Με γοήτευαν αυτές οι παρέες, ήθελα πολύ να είμαι μέρος του κόσμου όπου συζητάνε για βιβλία και ταινίες, για ό,τι ναρκοθετεί δηλαδή την ανυπόφορη αλληλουχία μηχανικών κινήσεων που είναι η πραγματική μας ζωή. Δεν θεωρούσα, όμως, τους πνευματικούς ανθρώπους ανώτερους. Εξίσου καλά περνούσα και στα υπόγεια των πολυκατοικιών, κάνοντας γυμναστική με τους φίλους μου. Δεν υπήρχαν βαράκια τότε, απλώς παίρναμε κουτιά από κονσέρβες και τα γεμίζαμε με μπετόν...». Περισσότερα για κείνη την περίοδο επιφυλάσσεται να δώσει στο επόμενο βιβλίο του, το «Κόκκινο παλτό», κάτι σαν work in progress, γύρω από τις συνθήκες μέσα από τις οποίες προέκυψε το έργο του.

Λίγων σκηνοθετών η φιλμογραφία περιλαμβάνει τόσες μεταφορές λογοτεχνικών έργων όσο η δική του. Στο παναγιωτοπουλικό σύμπαν διασταυρώνονται ο Αλμπέρ Κοσερί (Οι τεμπέληδες της ευφορης κοιλάδας) με τον Δημήτρη Νόλλα (Ονειρεύομαι τους φίλους μου»), ο Σωτήρης Δημητρίου (Τα οπωροφόρα της Αθήνας) με τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο (Ο Εργένης), ενώ ο Μισέλ Φάις είναι από τους πιο σταθερούς συνεργάτες του, όπως ήταν κάποτε  ο Χρήστος Βακαλόπουλος. Υπάρχουν κι άλλοι κινηματογραφιστές που γράφουν -ο Αχιλλέας Κυριακίδης, ο Λάκης Παπαστάθης, η Μαρία Γαβαλά, η Εύα Στεφανή- αλλά ο Παναγιωτόπουλος ισχυρίζεται πως δεν διεκδικεί λογοτεχνικές δάφνες: «Είναι πολύ αργά για κάτι τέτοιο, γεγονός ιδιαίτερα απελευθερωτικό. Τηρουμένων των αναλογιών, πάντως, η μοναξιά του συγγραφέα μπροστά στην άδεια σελίδα, είναι όση κι η μοναξιά του σκηνοθέτη σ’ένα γεμάτο πλατό». 

Τι σκέφτεται στο  «Τίποτα» για το σινάφι του; «Η τέχνη του ήταν ένας κόσμος όπου μπορούσε να κολυμπάει πιο άνετα αλλά κι εκεί τα φουσκωμένα εγώ, οι ανταγωνισμοί, η μετριότητα που αλαλάζει, οι δήθεν καλλιτεχνικές συμπεριφορές, τον αηδίαζαν. Οι παράγοντες ήταν πιο άσχετοι κι από τους ίδιους τους ζωγράφους. Δεν υπήρχε μια ομάδα, μια παρέα, ένα έντυπο που μπορούσες να βασιστείς στη γνώμη τους. Οι ειδικοί, περισσότερο από τους άλλους, ήταν ανίδεοι. Είχε τη βεβαιότητα ότι η οικονομική κρίση που μαστίζει την Ευρώπη και τον κόσμο ξεκίνησε από την κρίση στην τέχνη. Αν αυτοί που είναι η δουλειά τους δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το ωραίο από το άσχημο, πώς περιμένουν από τους άλλους να ξεχωρίσουν το καλό από το κακό;».

Η έκδοση του βιβλίου θα τον βρεί σ’ ένα διαμέρισμα της Ηροδότου, κοντά στην Μαριάννα Σπανουδάκη πάντα, με τις έγνοιες που φέρνει η φθορά του σώματος συν τις οικονομικές που έφερε η κρίση. Ο Ζ. του βιβλίου του, δηλώνει «αριστεροδεξιός» και δείχνει να ντρέπεται, έτσι χωμένος που είναι στα δικά του βάσανα, βάσανα πολυτελείας σε σχέση με των διπλανών του. Ομως κι ο ίδιος ο Παναγιωτόπουλος αναρωτιέται: «Υπάρχει άνθρωπος μονάχα συντηρητικός ή μονάχα προοδευτικός; Προσωπικά, δεν έχω γνωρίσει κανέναν!». Στις τελευταίες εκλογές δεν πήγε να ψηφίσει. «Η πολιτική δεν λύνει κανένα πρόβλημα. Οι άνθρωποι τα λύνουν. Κι όταν δηλώνουν πατριώτες όσοι έχουν τα λεφτά τους στο εξωτερικό, υπάρχει πρόβλημα, έτσι δεν είναι; Αν δεν αλλάξουμε εμείς, δεν αλλάζει τίποτα. Βρίσκω ικανοποιητική τη στάση αξιοπρέπειας που κρατά η κυβέρνηση. Ομως, κακά τα ψέματα, όποιος είναι χωμένος μέσα στο πρόβλημά του, βλέπει αλλιώς. Κάποιος που πεθαίνει στον Ευαγγελισμό, χέστηκε για την κρίση...». 

Το "Τίποτα" (εκδ. Τόπος) θα κυκλοφορήσει την επόμενη Δευτέρα 30 Μαρτίου

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Βιβλίο / Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω γερμανικά»

Ο Γερμανός ψυχίατρος μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ