Ένας εκ των εκ των σημαντικότερων μελετητών των Σταυροφοριών, ο ιστορικός Jonathan Riley-Smith, έγραψε σ' ένα βιβλίο με τον τίτλο The Crusades: A Short History (1987) ότι η ιστορία είναι μια συμφιλίωση του παρελθόντος με το παρόν γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η ιστορία κατανοητή σε αυτούς στους οποίους απευθύνεται.

Από τη στιγμή, όμως, που το παρόν είναι μια ρευστή κατάσταση, αλλάζει ο τρόπος θέασης του παρελθόντος. Eίναι λογικό ένα τόσο κομβικό γεγονός όπως οι σταυροφορίες να αποκτά όλο και περισσότερες ερμηνείες αλλά και διαφορετικές προσεγγίσεις. Οι Σταυροφορίες δεν μπορούν να ιδωθούν από μία οπτική γωνία αλλά από πολλές διαφορετικές. Αυτό εξάλλου είναι το μεγάλο στοίχημα της σύγχρονης ιστοριογραφίας, η ανάδειξη περισσότερων οπτικών, το να ακουστούν όσο το δυνατόν περισσότερες «φωνές» της Ιστορίας.

 

Σίγουρα, η μία φωνή είναι των χριστιανών, δηλαδή της προάσπισης των σημαντικότερων συμβολικών τόπων της χριστιανοσύνης, η άλλη των Αράβων, της εισβολής των χριστιανών βαρβάρων στα εδάφη όπου ιστορικά κατοικούσαν. Αυτή η διαφοροποίηση μαρτυρά την έτσι κι αλλιώς αυτονόητη διάσταση απόψεων και προσεγγίσεων στο ζήτημα αυτό, ενώ επιπλέον υπάρχουν κι άλλες φωνές, όπως αυτή του βυζαντινού κόσμου, που φτάνει βέβαια και στις μέρες μας, και στις σταυροφορίες βλέπει την πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης και την αρχή του τέλους του Βυζαντίου.

Το ότι οι σταυροφορίες ξεκίνησαν με την έκκληση του Αλέξιου Α' του Κομνηνού παραμένει λεπτομέρεια, όπως και το ότι οι Σταυροφορίες ξεκίνησαν για να αντιμετωπιστούν οι καταστροφές που προκαλούσαν οι «Πέρσες», όπως εσφαλμένα εκλαμβάνονταν οι Τούρκοι από τους Δυτικούς.


Δηλαδή η περίοδος αυτή των 200 ετών από το 1095 και τον φλογερό λόγο του Πάπα Ουρβανού Β' στη πόλη Κλερμόν την Γαλλίας, που κήρυξε την έναρξη των Σταυροφοριών, μέχρι το 1291, με την πτώση του τελευταίου χριστιανικού προπυργίου στη Μέση Ανατολή, της πόλης Άκρα, και των 6 σταυροφοριών έθεσε μια τεράστια πολιτισμική τομή μεταξύ του χριστιανισμού και του Ισλάμ, καθώς και τις βάσεις για την κατανόηση, από πολεμικής απόψεως, και επικοινωνία των δυο θρησκειών.

 

Εξάλλου, πέρα από τις έξι σταυροφoρίες, η περίοδος χαρακτηρίζεται και από μια σειρά άλλων πολεμικών επεισοδίων και ανακατατάξεων όχι μόνο στη σχέση χριστιανισμού και Ισλάμ αλλά και ανάμεσα στις χριστιανικές χώρες.

 

Αν και το βιβλίο του Frankopan εγκωμιάστηκε από την κριτική και θεωρήθηκε ότι ως οπτική μεταφέρει το κέντρο βάρους των σταυροφοριών στην Κωνσταντινούπολη και στον Αλέξιο, στην πραγματικότητα η ματιά του δεν διαφέρει από την εμβληματική Ιστορία των Σταυροφοριών του Steven Runciman.


Οι αρχές της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, οι επεκτατικές βλέψεις του παπισμού, η πολεμική αντίδραση μιας Ευρώπης που βρισκόταν μάλλον σε παρακμιακή κατάσταση και προσπαθούσε να επιτύχει έναν μεγάλο πολεμικό θρίαμβο είναι μόνο κάποιες από τις ερμηνείες που κατά καιρούς έχουν δοθεί για τη δημιουργία του ιστορικού πλαισίου των σταυροφοριών, δηλαδή της οργανωμένης πολεμικής εκστρατείας της Ευρώπης στη Μέση Ανατολή. Οι σταυροφορίες έδωσαν και μια υπερπόντια διάσταση στην Ευρώπη, την οποία εκμεταλλεύτηκε τους επόμενους αιώνες, πετυχαίνοντας την εμπορική της επέκταση και την οικονομική της ανάπτυξη.


Στην πραγματικότητα, για να τις κατανοήσουμε τις σταυροφορίες πρέπει να πάμε πιο πίσω στον χρόνο, συγκεκριμένα στον 8ο αιώνα και στην επέλαση του Ισλάμ σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Η ανεπιτυχής, αλλά ενδεικτική της ισχύος του επίθεση στην Κωνσταντινούπολη και η κατάληψη της Ισπανίας είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της εισβολής που έφτασε και μέχρι την καρδιά της Γαλλίας, για να σταματήσει σε μία από τις εμβληματικότερες μάχες για την τύχη της Ευρώπης από τα στρατεύματα του Κάρολου Μαρτέλ το 732 μ.Χ. στη γνωστή ως μάχη του Πουατιέ για τους Γάλλους, της Τουρ για τους Αγγλοσάξονες ή «μάχη των Μαρτύρων» για τους Άραβες. Αυτές οι διαφορετικές ονομασίες είναι ενδεικτικές της διαφορετικής πρόσληψης της διαμορφωτικής εκείνης περιόδου όσον αφορά τη θεμελίωση ενός συλλογικού ιστορικού υποστρώματος, του οποίου η επίδραση διαρκεί έως σήμερα.


Τον 11ο αιώνα, δηλαδή τρεις αιώνες μετά, η κατάσταση δεν είχε αλλάξει: η εκ βάθρων καταστροφή του ναού της Αναστάσεως από τον χαλίφη της Αιγύπτου Αλ-Χακίμ και η εκδίωξη χριστιανών και Εβραίων από την Αίγυπτο δημιούργησε νέα κινητοποίηση στην Ευρώπη. Οι χριστιανοί υποχρεούνταν να φοράνε μαύρα και μεγάλους ξύλινους σταυρούς ώστε να τους βλέπουν από μακριά, ενώ είχαν ασφυκτικούς περιορισμούς στην οικονομική και κοινωνική τους ζωή. Οι Εβραίοι φορούσαν ζώνες γύρω από τον λαιμό τους. Τελικά, όσοι δεν έγιναν Μουσουλμάνοι, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αίγυπτο για να διαφυλάξουν τη ζωή τους.


Παράλληλα, τον 11ο αιώνα η ήττα του Ρωμανού Δ' Διογένη στο Μαντζικέρτ –αυτή που γιορτάζεται ακόμα και σήμερα στη Τουρκία με πολλαπλό περιεχόμενο– και η έκκληση του Αλέξιου Α' Κομνηνού στη Δύση κινεί τις τεκτονικές πλάκες για την κήρυξη της Α' Σταυροφορίας, μια ουσιαστική αντεπίθεση της Ευρώπης και του χριστιανισμού στην έως τότε επικράτηση του Ισλάμ και των διαφόρων εκφράσεών του σε Μέση Ανατολή και εντός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.


Με την Α' Σταυροφορία τέθηκε σε κίνηση μια αλληλουχία γεγονότων που σύστησαν τις σταυροφορίες στον κόσμο. Το βιβλίο του Peter Frankopan, Η Πρώτη Σταυροφορία - Το κάλεσμα της Ανατολής, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια σε μετάφραση Γ. Βογιατζή, ασχολείται ακριβώς με αυτό το κομβικό γεγονός, που ουσιαστικά θέτει βάσεις και χαρακώματα τα οποία σε μεγάλο βαθμό φτάνουν μέχρι σήμερα. Το κάλεσμα της Ανατολής έμελλε να αναδιαμορφώσει τον μεσαιωνικό κόσμο, επεκτείνοντας ευρέως τους γεωγραφικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς ορίζοντες της Ευρώπης και προσθέτοντας νέες διαστάσεις στον δυτικό κόσμο, όπως οι πολεμικές εκστρατείες, η συστηματική αποικιοκρατία, το διεθνές εμπόριο, η παγκόσμια οικονομική και εμπορική ανάπτυξη.

 

H Α' Σταυροφορία ξεκινά το 1096 και διαρκεί ως το 1099. Εναρκτήριο γεγονός γι' αυτήν θεωρείται η εμβληματική ομιλία του Πάπα Ουρβανού στους ευγενείς της εποχής στο Κλερμόν της Γαλλίας: «Εγώ, ο Ουρβανός, υπέρτατος Ποντίφικας και ελέω Θεού αρχιερέας ολόκληρου του κόσμου, έρχομαι αυτή την ώρα της επείγουσας ανάγκης σ' εσάς, τους υπηρέτες του Θεού σ' αυτά τα μέρη, σαν αγγελιοφόρος της θείας νουθεσίας». Το κάλεσμά του για την έναρξη της Α' Σταυροφορίας συμπυκνώνεται σε μια φράση που έχει περάσει στην Ιστορία: «Deus vult!», δηλαδή «ο Θεός το θέλει.


Αν και το βιβλίο του Frankopan, ενός πραγματικού σταρ της σύγχρονης ιστοριογραφίας και καθηγητή παγκόσμιας ιστορίας στην Οξφόρδη, εγκωμιάστηκε από την κριτική και θεωρήθηκε ότι ως οπτική μεταφέρει το κέντρο βάρους των σταυροφοριών στην Κωνσταντινούπολη και στον Αλέξιο, στην πραγματικότητα η ματιά του δεν διαφέρει από την εμβληματική Ιστορία των Σταυροφοριών του Steven Runciman, ο οποίος είχε αφιερώσει επίσης μεγάλο μέρος του έργου του στον Αλέξιο και στη σημασία της Κωνσταντινούπολης ως κέντρου για την εκκίνηση των σταυροφοριών.

 

Η επιλογή, βέβαια, του ίδιου του Frankopan να μην αναφέρει καν στις βιβλιογραφικές του επιλογές την τρίτομη ιστορία των σταυροφοριών του εμβληματικού ιστορικού αλλά να υπογραμμίσει ως έργο αναφοράς εκείνο του Riley-Smith δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη και προφανώς έχει να κάνει με τη συνειδητή τάση του συγγραφέα να παραπέμψει σε πιο σύγχρονες πηγές. Η Α' Σταυροφορία, όπως επισημαίνει ο ίδιος ο Frankopan, διέγειρε τη λαϊκή φαντασία λόγω της θεατρικότητας και της βίας που περιείχε, ενώ άνοιξε ένα τεράστιο πεδίο ερμηνειών, που ξεκινά από τη σεξουαλική αναζήτηση των σταυροφόρων και φτάνει μέχρι τη στρατιωτική και οικονομική κινητικότητα που ανέπτυξαν.


Ο ίδιος ο Frankopan δεν καταπιάνεται με αυτά τα θέματα αλλά παρουσιάζει μια ευσύνοπτη ιστορία της Α' Σταυροφορίας με τα χαρακτηριστικά της δημόσιας ιστορίας που είναι πάντα δημοφιλή στην αγγλοσαξονική ιστοριογραφία, δίνοντας έμφαση στη δράση των προσώπων και στη σκιαγράφηση της προσωπικότητάς τους.


Είναι αναμφισβήτητο ότι για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, όπως οι σταυροφορίες, έχουν γραφτεί πολλά. Η διαχείριση, η επιλογή, η επανασύνθεση των ιστοριών είναι μια πρόκληση για τη σύγχρονη ιστοριογραφία, που πρέπει να προσαρμόσει τη γραφή της στη σύγχρονη εποχή αλλά και να συνδέσει την Ιστορία με σύγχρονα διακυβεύματα, χωρίς όμως να καταφεύγει σε ανιστόρητα συμπεράσματα.

 

Το βιβλίο, τελικά, προσφέρει μια κατατοπιστική μελέτη για την Α' Σταυροφορία που λειτουργεί ως μια χρήσιμη εισαγωγή ή μια ευσύνοπτη περίληψη και πετυχαίνει τον σκοπό της, δηλαδή την επικαιροποίηση θεμάτων που φαίνεται ότι ανήκουν στο βαθύ ιστορικό παρελθόν, αλλά παραμένουν επίκαιρα, αφού έχουν προκαλέσει τις τομές που απασχολούν ακόμα και σήμερα την ανθρωπότητα.