1.Ο Ποιητής: «Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξαναβρεί τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης, οχτώ-εννέα δεκαετίες πριν, στο μεσοπολεμικό Λονδίνο, το 1932 (Ποιήματα, έβδομη έκδοση, εκδ. Ίκαρος, 1967, σ. 129). Αυτήν τη φράση ευχαρίστως θα θέλαμε να τη χαρίσουμε, ο Θάνος Σταθόπουλος κι εγώ, στον συγγραφέα των Άγριων Ντετέκτιβ, τον Ρομπέρτο Μπολάνιο (μτφρ.Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτης), ευχόμενοι να γυρίσουμε στο 1985 για να πιούμε ένα τάνκερ τεκίλα μαζί του και να κουβεντιάσουμε για τον ρόλο της μνήμης στη σύνθεση μπαρόκ/μίνιμαλ και μίνιμαλ/μπαρόκ, λίαν πολυσέλιδων αλλά και ενίοτε ολιγοσέλιδων αριστουργημάτων ηλεκτρολετριστικής πνοής που συνοψίζουν μεταλλικά την αμήχανη αγωνία των συγγραφέων/ποιητών μετά το Μανιτάρι και τη γνωστή ρήση του Aντόρνο, καθώς επίσης (συνοψίζουν μεταλλικά) τη διελκυστίνδα ανάμεσα στο απόρρητο τεμπελίκι και την ακατάσχετη εργασιο/γραφομανία στην οποία έχουμε επιδοθεί, παρά τις θυσίες, όχι πάντα αναίμακτες, στους βωμούς των Teacher’s/Ballantines/Jameson, τις τελευταίες τεθλασμένες δεκαετίες, δίχως να παραλείψουμε ενδιαμέσως να πιούμε και κάνα ποτήρι παραπάνω σε ευαγή ιδρύματα, όπως το Flower, ο Λώρας, το Aurevoir, το Galaxy, δίχως να περιφρονούμε, εμείς, τα λευκόσαρκα μειράκια, ακόμα και την κακουχία σε σκληρούς υπαίθριους (ήλιος/βροχή/ αέρηδες) χώρους - πρόχειρα ας θυμηθούμε τη Δεξαμενή (η οποία, παρεμπιπτόντως, άνοιξε πάλι). Αυτός είναι ο τρόπος μας να δεξιωνόμαστε και να γιορτάζουμε το Νομπέλ: με γλέντια και με συνειρμούς που φέρνουν άλλα γλέντια κι άλλους συνειρμούς.

 

2. Ο Τροβαδούρος: «Πάντα ήθελα να αγαπηθώ από το Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Μητέρα Εκκλησία. Ήθελα να ζήσω σε μια φολκ μπαλάντα, όπως ο Τζο Χιλ. Ήθελα να χύσω τα δάκρυά μου για τους ανθρώπους που θα σακάτευε η βόμβα μου. Ήθελα να ευχαριστήσω τον αγρότη πατέρα που μας ανάθρεψε κυριολεκτικά “στον δρόμο”. Ήθελα να κυκλοφορήσω με το άδειο μανίκι μου διπλωμένο και καρφιτσωμένο στο στήθος και να βλέπω τους ανθρώπους να χαμογελούν, ενώ τους χαιρετάω με το λάθος χέρι. Ήθελα να πολεμήσω τους πλούσιους, έστω κι αν μερικοί από αυτούς ήξεραν τον Δάντη: λίγο πριν από τον χαμό του, ένας από αυτούς θα μάθαινε πως ήξερα κι εγώ τον Δάντη». (Λέοναρντ Κοέν, Beautiful Losers / Υπέροχοι Απόκληροι, μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Κέδρος, σ. 33). Ο Τροβαδούρος έκλεισε τα εβδομήντα οχτώ (78!) τις προάλλες, στις 21 Σεπτεμβρίου, και δεν έχει πάψει να μας κερνάει συγκινήσεις, λυρισμό, ποίηση. Οι Υπέροχοι Απόκληροι είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του. Στα ελληνικά κυκλοφορεί και το πρώτο, το Αγαπημένο Παιχνίδι (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μελάνι). Ο Τροβαδούρος, και άλλοι της εκλεκτής παλιοπαρέας, αποδεικνύουν περίτρανα τη θεωρία του γράφοντος ότι κάποιοι κατάργησαν τα γηρατειά, ζούνε διαρκώς μέσα σε μια δημιουργική νεότητα και απλώς, κάποια στιγμή, αναχωρούν ανάλαφρα και δίχως ήχο, σαν πτώση πούπουλου σε μεταξένια απλωσιά.

 

3. Ο Συγγραφέας: Θα έκλεινε μισό αιώνα ζωής, γεννημένος γαρ το 1962 (στις 21 Φεβρουαρίου), αλλά έφυγε στις 12 Σεπτεμβρίου του 2008, όχι όμως προτού προλάβει να συλλάβει και να αποδώσει την πραγματικότητα ενός μη πραγματικού κόσμου, να μας δωρίσει ένα μυθιστόρημα-ορόσημο 1.079 πυκνογραμμένων σελίδων, συνδυάζοντας με αριστοτεχνική και σπαρακτική μαεστρία (προερχόμενη από έναν προικισμένο εγκέφαλο, μια παλλόμενη ψυχή και απανωτές τιτάνιες προσπάθειες) την εξτραβαγκάντσα ακριβείας αλά Tόμας Πίντσον, τη μεταλλική αποστασιοποίηση αλά Ντον Ντελίλλο και τα λυτρωτικά πυρωμένα νάματα, να πούμε: αναμμένα νάματα, των στροβίλων του Ντοστογιέφσκι. Μιλώ, βέβαια, για τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και το Infinite Jest. Αφορμή το ότι διαβάζω τη βιογραφία του (την πρώτη βιογραφία ανθρώπου της αλαμπουρνέζικης γενιάς μου), που εκπόνησε σεμνά και εργατικά, αν και χωρίς την έμπνευση ενός Richard Ellmann, ο D.T. Max, και μόλις πριν από λίγο κυκλοφόρησε. Τίτλος: Every LoveStory is a Ghost Story. Εκδοτικός οίκος: Granta. Σελίδες: 352. Θα επανέλθω στο βιβλίο του D.T. Max και στον Γουάλας, αφού σημειώσω ότι στη σελίδα 120 θα βρει ο αναγνώστης την ακόλουθη ιστορία: Ο Γουάλας συγκατοικεί, στα 1989, στη Βοστώνη, με τον φίλο του και συγγραφέα Mark Costello. Έχει ήδη εκδώσει το BroomoftheSystem. Διαβάζει μετά μανίας, μεταξύ άλλων, το ιδιαίτερο μυθιστόρημα WittgensteinsSisterτου David Markson.

Από κάτω κατοικεί ένας μυστήριος διανοούμενος και η καλλονή κοπέλα του, «Σαύρα» είναι το παρατσούκλι της. Ο Γουάλας ερωτοτροπεί μαζί της. Συνάπτουν σχέση. Κάποια στιγμή καβγαδίζει και πλακώνεται στις μπουνιές με τον καλό της. Αλλά όχι λόγω της «Σαύρας». Λόγω του ότι διαφώνησαν για το μυθιστόρημα του Markson! Περίεργα όντα οι φανατικοί βιβλιόφιλοι! Και τόσο γοητευτικά!