Ο Ελύτης αλλιώς, τα βότσαλα-σύννεφα κι ένα νοητό κολάζ.

Facebook Twitter
0

τα βοτσαλα

Έτος Ελύτη φέτος, για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Τι μάθαμε άραγε μέσα σ' αυτόν τον χρόνο για τον Ελύτη που δεν το ξέραμε; Πόσο γνωρίσαμε καλύτερα τον ζωγράφο, δοκιμιογράφο, στοχαστή, μεταφραστή, κριτικό Τέχνης Ελύτη; Όσες εκθέσεις και συνέδρια και να γίνουν, όσες νέες εκδόσεις και να βγουν, χρειάζονται και άλλα προαπαιτούμενα, πέρα από τον θεωρητικό οπλισμό, για την πρόσληψη του έργου του: καθαρό βλέμμα και διάθεση να αποτινάξει κανείς τις αγκυλώσεις και παρανοήσεις που το κρατούν στο έδαφος σαν βαρίδια. Πόσα αποκαλύφθηκαν, πέρα από τα στερεότυπα για τον ποιητή του ήλιου, του φωτός, του Αιγαίου, των νησιών, των μικρών κοριτσιών, του αισθητισμού; Πόσο εμβαθύναμε στον Ελύτη του Σκότους;

Κυριακή μεσημέρι στο Ίδρυμα Θεοχαράκη για την έκθεση «Ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη: ποίηση και ζωγραφική». Για πρώτη φορά συγκεντρώνονται όλα μαζί τα εικαστικά του έργα, κυρίως τέμπερες και κολάζ. Αλλά παρουσιάζονται και αποσπάσματα από τα αισθητικά δοκίμια που έγραψε ο ίδιος για άλλους ζωγράφους, καθώς και έργα σύγχρονων καλλιτεχνών εμπνευσμένα από την ποίησή του.

Μπορούμε να θεωρήσουμε τον Ελύτη ζωγράφο; Ίσως είναι επουσιώδης σημασίας το ερώτημα, αν αφουγκραστούμε τη σχέση ποίησης-ζωγραφικής, που και ο ίδιος μαρτυρούσε: «Από παιδί έβλεπα την ποίηση συνυφασμένη με τη ζωγραφική. Κάτι που για την Ελλάδα είναι λίγο παράξενο». Και για τα έργα του έλεγε: «Κινούνται στο ίδιο κλίμα με την ποίησή μου και υλοποιούν τις ίδιες επιδιώξεις για διαφάνεια, καθαρότητα, γεωμέτρηση».

Γνώριζα μόνο τις συνθέσεις του από τα «Ρω του Έρωτα» και τον «Κήπο με τις αυταπάτες». Και τα κολάζ με αγγέλους, αγίους, ερωτιδείς στα νησιώτικα ξωκλήσια. Αλλά μου φανερώθηκαν και άλλα πολλά θαυμαστά στην έκθεση.

Τα «Nούφαρα» και τα «Βότσαλα»: με τη ματιά του παιδιού που βλέπει τον κόσμο για πρώτη φορά –ίδιον και του ποιητή εξάλλου– και υπό το κράτος της Αυτού Εξοχότητος, της Φαντασίας. Ξαφνιάζομαι με την αθωότητα που έχουν τα «Παιδικά». Κοιτώ εκστατική τις διαβαθμίσεις του Μπλε στο «Δύο νύχτες». Δεν έχω πάψει ακόμα να συγκινούμαι από τις άπειρες παρομοιώσεις αυτού του χρώματος. Το «Χρυσό ζεύγος» οδηγεί συνειρμικά σε αρχαία τραγωδία. Βυθίζομαι στη μουσική συνδιαλλαγή των χρωμάτων στο «Μετατόπιση του Κλέε». Χαμογελώ στα «Η καθαρή αλήθεια» και το «Σκισμένο γκρι», που οι τίτλοι τους είναι από μόνοι τους μικρά ποιήματα.

Το εξώφυλλο του καταλόγου της έκθεσης φωτίζει μια λεπτομέρεια από τα «Βότσαλα», που δεν είχα προσέξει από κοντά. Σαν να μου κλείνει το μάτι η τέμπερα κι εγώ δεν βλέπω πια βότσαλα αλλά να κάθεται ανακούρκουδα ένα χαριτωμένο... ζωάκι. Όσες φορές και να κοιτάξω το εξώφυλλο βλέπω πάντα το ίδιο σχέδιο. Και νιώθω λίγο από την ανάποδη σαν τον ήρωα του Schulz, τον Charlie Brown, στο γνωστό κόμικ στριπ που ενώ οι φίλοι του κοιτάζοντας τα σύννεφα βλέπουν περίτεχνα συμπλέγματα και έργα τέχνης αυτός βλέπει ένα παπάκι κι ένα αλογάκι. Αυτό το στριπ μου υπενθύμιζε πάντα τις διαφορετικές ερμηνείες στην Τέχνη που μπορεί να είναι κι όλες ταυτόχρονα σωστές και τη γόνιμη σχέση της με τη Φαντασία.

ελυτης

Αλλά βλέπω κι άλλα πολλά: όπως το χειρόγραφο της «Πρωτομαγιάς» από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», με την κάτω και την πάνω γραφή –η πρόχειρη σβησμένη από την οριστική–, την πρώτη έκδοση των «Προσανατολισμών» του Πυρσού του 1940 και το γράμμα της μητέρας του Ελύτη προς τον γιο της την εποχή που αυτός ήταν στο Ελληνοϊταλικό μέτωπο.

Ανεβοκατεβαίνω τους ορόφους με τα εκθέματα  και είναι σαν ένας διάλογος ποίησης με ζωγραφική, γλυπτική και εικαστικές τέχνες. Καμία τέχνη δεν επικρατεί, απλώς ο ρυθμός της μιας μπλέκεται αρμονικά με τον ρυθμό της άλλης.

Ο Ελύτης μιλά για άλλους ζωγράφους. Κάποιοι από αυτούς τον επηρέασαν και με άλλους διατηρούσε και φιλικές σχέσεις. Ευθύβολος σε αυτά τα δοκίμια (δημοσιευμένα τα περισσότερα στα «Ανοιχτά Χαρτιά» και στο «Εν Λευκώ», εκδ. Ίκαρος), βρίσκει με την ευαισθησία του το κουκούτσι του καθενός: Γιάννης Τσαρούχης: τα Αρχέτυπα. Παναγιώτης Ζωγράφος και Θεόφιλος: οι Πηγές. Γιάννης Μόραλης: ολιγοψήφιο Αλφάβητο. Χρήστος Καπράλος: από Χώμα. Γιώργος Δέρπαπας: Διαχρονία. Εκφράζει απόψεις για το πώς πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης, προεκτείνοντας τις και στη λογοτεχνία. Για τον Παναγιώτη Ζωγράφο λέει: «Ξεκινάει για να πει το σωστό και το συγκεκριμένο, και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο λέει το ωραίο». Ενώ ο αληθινός καλλιτέχνης δημιουργεί: «Πολλές φορές με ελάχιστα μέσα. Μερικές λέξεις ή τρία τέσσερα χρώματα, όσα είναι αρκετά, παρ'όλα αυτά, να οδηγήσουν στα μεγάλα αποτελέσματα».  Μέσα από αυτά προβάλλει ένας χάρτης της ελληνικής τέχνης με σημαδεμένα τα σημεία της δικής του εικαστικής τοπιογραφίας, που εκτείνεται από τους πιο «χειροποίητους» μέχρι τους πιο πρωτοπόρους Έλληνες αλλά και τους ξένους Πικάσο και Ματίς.

Ζωγράφοι εμπνέονται από τον Ελύτη και κάποιοι μάλιστα ειδικά γι' αυτήν την έκθεση. Στέκομαι στον Κώστα Τσόκλη και το «Η θάλασσα όπως τη θυμάμαι» που με μπλε χρώμα σε σκόνη το δείχνει στις πηγές του, στον Γιάννη Κόττη και στη «Ροδιά» του –πολύ κοντά στο δέντρο που φαντάστηκα όταν πρωτοδιάβασα την «Τρελή Ροδιά»–  στον Κώστα Πανιάρα και το «Η θέα (σε μπλε Ιουλίτας)» που πασχίζει να πιάσει «κείνο που απ' την αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά», όπως μάλλον επιδιώκουν και οι υπόλοιποι καλλιτέχνες με τον τρόπο τους.

Όσο είμαι μέσα, βρίσκομαι σ' ένα προστατευτικό κουκούλι αθωότητας. Μια όαση ακριβώς στο κέντρο της Αθήνας. Ένα μεσημέρι γεμάτο από εικόνες Ελύτη, Τσαρούχη, Θεόφιλου και άλλων που σαν εικονίσματα παραστέκουν και μ' ένα παράδοξο μεταξύ τους δέσιμο.

ελυτης

Όταν βγαίνω έξω παραμένω λίγο ακόμα υπό την επήρεια του αντικατοπτρισμού. Έχω την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι όπως πριν, ότι θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε φθινοπωρινό απομεσήμερο περασμένων δεκαετιών. Λες και η έκθεση δεν ανακεφαλαιώνει κανένα παρελθόν, λες και ζει ακόμα ο Ελύτης. Μια υπέροχη μέρα, ο ουρανός διαυγής, όπως είναι μόνο το Σεπτέμβρη. Τίποτα δεν δηλώνει ότι όλα γύρω μου βαθμηδόν καταρρέουν, ενώ εμείς διαφωνούμε για το αν τα υλικά ήταν σαθρά ή οι εργολάβοι σκάρτοι. Ή και τα δύο. Κατηφορίζω τη Βασιλίσσης Σοφίας. Το απέναντι κτίριο της Βουλής το λούζει ο σεπτεμβριάτικος ήλιος. Λες και καμία ζοφερή πραγματικότητα δεν είναι ante portas. Περνάω μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Προχωρώ προς την Αμαλίας. Όπως κάθε Κυριακή, τέτοια ώρα, τα πούλμαν περιμένουν τους τουρίστες στην αρχή της Διονυσίου Αεροπαγίτου. Λίγες ώρες μετά το ίδιο σημείο θα κατακλυστεί από ΜΑΤ και αγανακτισμένα πλήθη...

Η έκθεση μου άφησε την αίσθηση μιας άλλης ελληνικότητας, σαν πνευματική ή ηθική περηφάνια –καμία σχέση με εθνικές ή εδαφικές υποσημειώσεις. Ο ίδιος ο Ελύτης έλεγε: «Την Ελλάδα δεν την είδα ποτέ σαν εθνικιστής αλλά ως πηγή της γλώσσας που χειρίζομαι από το ένα μέρος, και από το άλλο ως παρακαταθήκη μοναδικών εμπειριών σε πλήρη συστοιχία με τα όνειρά μου».

Που ξανάζησα τον τελευταίο χρόνο αυτήν την αίσθηση ελληνικότητας; Σε flash-back περνάνε απ' το μυαλό μου οι φωτεινές νησίδες: στην έκθεση του Γιάννη Σπυρόπουλου στο Μπενάκη το Νοέμβρη, στη συναυλία της Λένας Πλάτωνος σε ποίηση Καβάφη στο Παλλάς το Δεκέμβρη και πρόσφατα στην ρετροσπεκτίβα για τον Μιχάλη Κακογιάννη στο ομώνυμο Ίδρυμα. Είναι μια απροσδιόριστη αίσθηση αυτή. Αν και εφορμά από διαφορετικά σημεία, όλα συγκλίνουν σε κάτι ατόφιο και στιβαρό, κάτι που μοιάζει έτη φωτός μακριά από τις γύρω απομιμήσεις. «Είναι η ποιότητα που γι' αυτήν δεν δίνει κανείς πεντάρα» έλεγε ο Ελύτης. Μοιάζει εύκολη αυτή η ποιότητα ενώ είναι επίπονη και δείχνει πολυσύνθετη ενώ είναι απλή στην ουσία της.

Και συνθέτω έτσι ένα προσωπικό κολάζ από εικόνες ετερόκλιτες, μόνο στη μορφή μάλλον αλλά όχι και στο πνεύμα. Επικολλώ:

Τα ως άνω εικονιζόμενα «Βότσαλα» του Ελύτη,

ένα στίχο από το σύμπαν της Πλάτωνος δια χειρός Μαριανίνας Κριεζή: «Έπαθα ηλίαση, ρίγος και ζαλάδα να ψάχνω την Ελλάδα που δεν υπάρχει πια»,

την αφίσα της «Ιφιγένειας» του Κακογιάννη,

ένα πίνακα του Γιάννη Σπυρόπουλου με το απαστράπτον μαύρο του που το κόβει εγκάρσια ένα μπλε,

και τέλος ένα στίχο από το «Τσάμικο» του Διονύση Σαββόπουλου: «Καλώς όρισες πουλί μου μοναξιά ελληνική μου, απ' αγάπη φεύγεις έρχεσαι πηγαινοέρχεσαι σαν την πνοή μου».

Ελπίζω το κολάζ μου να είναι ένα γερό αντίβαρο για τους θυελλώδεις ανέμους που προμηνύονται πάνω απ' την πόλη...

(Οι φράσεις του Ελύτη προέρχονται από το βιβλίο «Συν τοις άλλοις» με 37 συνεντεύξεις του, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ύψιλον).

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
Ευτυχώς για μας, η Τζένη Μαστοράκη αγαπούσε από μικρή τις ιστορίες που τη φόβιζαν/ «Κι όλα τα κακά σκορπά…»: Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη

Βιβλίο / Ένα ξεχασμένο, αριστουργηματικό πεζό της Τζένης Μαστοράκη κυκλοφορεί ξανά

Ένα σπουδαίο, αλλά σχετικά άγνωστο έργο της κορυφαίας ποιήτριας και μεταφράστριας κυκλοφορεί για πρώτη φορά σε αυτόνομη έκδοση από την Άγρα, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT