Στα χρόνια του ’80 τα βιβλία του Bommi Baumann (1947-2016) είχαν μεγάλη ζήτηση στο εναλλακτικό αναγνωστικό κοινό. Συνδύαζαν αληθινά γεγονότα, βασικά την αποτύπωση της ζωής ενός τρομερού παιδιού του «γερμανικού Μάη», σε συνδυασμό με μακρινά ταξίδια στις «άγνωστες» χώρες της Ασίας –την Περσία του Σάχη ή το Αφγανιστάν των πολεμάρχων– μαζί με γερές δόσεις ύστερου χιππισμού, βουτηγμένου στα ψυχεδελικά ναρκωτικά, την σπαρτιάτικη ζωή και την ανέξοδη περιπλάνηση.

 

Το πρώτο απ’ αυτά τα βιβλία, το «Πώς άρχισαν όλα», που είχε τυπωθεί στην Δυτική Γερμανία το 1975, είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τον Ελεύθερο Τύπο το 1986 (μτφ. Κώστας Σκιδάλης) και από ’κει μεταφέρουμε ένα μικρό κείμενο, που υπάρχει στο «αυτί».

 

«Ο Μίχαελ “Μπόμι” Μπάουμαν γεννήθηκε στην Ανατολική Γερμανία και έζησε εκεί μέχρι δώδεκα χρονών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η οικογένειά του μεταναστεύει στο Δυτικό Βερολίνο και ο νεαρός Μπάουμαν γίνεται μαθητευόμενος οικοδόμος. Γρήγορα εισέρχεται στον κόσμο της αντικουλτούρας και το 1967 σχετίζεται με το φοιτητικό κίνημα της εποχής, καθώς και με το κίνημα των κοινοβίων. Απείθαρχο και ανυπότακτο στοιχείο, είναι από τους πρώτους, που, λίγο αργότερα, συμμετέχουν στο αντάρτικο πόλης, στην Δυτική Γερμανία. Γύρω στα τέλη του 1972 αποχωρεί από τον ένοπλο επαναστατικό αγώνα, ζει στην παρανομία, και γράφει την αυτοβιογραφία του, που πρωτοεκδίδεται το 1975».

 

Το βασικό γεγονός που συνετέλεσε στην ριζοσπαστικοποίηση της (δυτικο)γερμανικής νεολαίας, και του Bommi Baumann φυσικά, στο δεύτερο μισό των sixties, ήταν η δολοφονία του φοιτητή Benno Ohnesorg στις 2 Ιούνη 1967, απότοκο της οποίας ήταν και η οργάνωση Bewegung 2. Juni, που ίδρυσε ο Baumann, με τον καλύτερο φίλο του Georg von Rauch.

 

Να πώς περιγράφει τα γεγονότα o Fred Halliday (φοιτητής, τότε, των Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου) στο βιβλίο του «1 φοιτητικά / Μελέτες – Προγράμματα – Διακηρύξεις / Η ιστορία του φοιτητικού Συνδικαλιστικού Κινήματος σ’ όλο τον Κόσμο» [Υδροχόος, 1972]:

 

«Μόλις έφυγε ο Χούμπερτ Χάμφρεϋ (σ.σ. αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και υπερασπιστής του πολέμου στο Βιετνάμ), ο επόμενος επισκέπτης της “ελεύθερης πόλης” (σ.σ. Δυτικό Βερολίνο) ήταν ο Σάχης της Περσίας, ένας μισητός τύραννος, που καταδίωκε για πολλά χρόνια τους πέρσες φοιτητές. Υπάρχουν πολλοί εξόριστοι πέρσες φοιτητές στη Δυτική Γερμανία, που συνεργάζονταν με την SDS (σ.σ. Sozialistische Deutsche Studentenbund) αρκετό καιρό. Έτσι το ξεκίνημα της εθνικής δυτικογερμανικής φοιτητικής εξέγερσης το προκάλεσε μια εκδήλωση διεθνικής συνεργασίας. Όταν έφτασε ο Σάχης η SDS οργάνωσε μια διαμαρτυρία έξω από το κτήριο της Όπερας του Βερολίνου. Η αστυνομία επιτέθηκε απροκάλυπτα στους διαδηλωτές και δολοφόνησε ένα φοιτητή, τον Μπέννο Όνεσοργκ. Οι επιπτώσεις της δολοφονίας αυτής ήταν τεράστιες, όχι μόνο στο Δυτικό Βερολίνο αλλά και σε ολόκληρη την Ομοσπονδιακή Γερμανία. Το πτώμα του Όνεσοργκ μεταφέρθηκε στο Αμβούργο, όπου χιλιάδες φοιτητές παρακολούθησαν την κηδεία του και τον θάνατό του ακολούθησαν εκατοντάδες διαδηλώσεις σ’ ολόκληρη τη Δυτική Γερμανία.(…) Οι μαχητικοί φοιτητές της Δυτικής Γερμανίας έβλεπαν καθαρά την ενότητα και παγκοσμιότητα της καταπίεσης: η αμερικανική επίθεση στο Βιετνάμ, ο ιμπεριαλιστικός έλεγχος της Περσίας, η κτηνωδία της αστυνομίας του Δυτικού Βερολίνου, τα συστηματικά ψέματα του Τύπου που έλεγχε ο Σπρίνγκερ (σ.σ. Bild κ.λπ.), καθώς και η εκμετάλλευση των πανεπιστημίων δεν ήταν παρά οι διαφορετικές όψεις ενός ενοποιημένου κυρίαρχου φαινομένου – του καπιταλισμού».

 

Συναντήσαμε ανθρώπους απ’ όλες τις χώρες του κόσμου. Λίγο-πολύ το ταξίδι τους ήταν ολονών παρόμοιο, ανταλλάσανε βιβλία, συζητάγανε, γνωριζόντουσαν... Αυτή η κοσμοπολίτικη ομήγυρη, στο κέντρο της Ασίας, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα: Αμερικάνοι, Καναδοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και όλες οι φυλές της Δυτικής Ευρώπης.

 

Παρακάτω ο Halliday αναφέρεται στην απόπειρα δολοφονίας του ακτιβιστή και βασικού εκπροσώπου του φοιτητικού κινήματος Rudi Dutschke (1940-1979) από ακροδεξιό εργάτη, τον Απρίλιο του ’68 κ.λπ.

 

Όλα αυτά περιγράφονται στο βιβλίο τού Bommi Baumann «Πώς άρχισαν όλα» –ένα βιβλίο που πούλησε 100 χιλιάδες αντίτυπα στην Δυτική Γερμανία, όταν κυκλοφόρησε– το τελευταίο κεφάλαιο του οποίου είχε τίτλο «Τρομοκρατία ή αγάπη;». Από ’κει και το απόσπασμα:

 

«Αυτό που με απασχολούσε όλο αυτό το διάστημα ήταν να δημιουργηθούν ανθρώπινες αξίες που δεν υπάρχουν στον καπιταλισμό, που δεν υπάρχουν πουθενά στην Ευρώπη, σ’ όλη τη δυτική κουλτούρα, που έχουν παραμεριστεί απ’ τη μηχανή. Κι αυτό είναι ακόμα και σήμερα το πρόβλημα, να τις ξανα-ανακαλύψουμε, να τις αναπτύξουμε απ’ την αρχή και να τις ξαναφέρουμε στο προσκήνιο. Και μ’ αυτό τον τρόπο κρατάς πάλι αναμμένη τη φωτιά, γίνεσαι πάλι φορέας μιας νέας κοινωνίας, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν. Κι έτσι θα το κάνεις αυτό πολύ καλύτερα, απ’ την να την φέρεις ρίχνοντας μπόμπες. Γιατί έτσι εμφανίζονται πάλι οι ίδιες ψυχρές μορφές μίσους και στο τέλος έχουν αυτές πάλι τη δύναμη στα χέρια τους».

 

Το βιβλίο που μας ενδιαφέρει περισσότερο εδώ είναι το επόμενο του Bommi Baumann, το «Οδοιπορικό», που τυπώθηκε από τις εκδόσεις Αμηχανία, (μτφ. Πάνος Πικραμένος) το 1989 (πρώτη έκδοση, στην τότε Δυτική Γερμανία, το 1987). Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο:

 

«Το “οδοιπορικό” είναι μια περίοδος της ζωής του Bommi Baumann, όπως τη βλέπει και τη διηγείται ο ίδιος. Είναι η ιστορία ενός κυνηγημένου “τρομοκράτη”, που περιπλανιέται πολλά χρόνια σε τρεις ηπείρους και 33 χώρες. Είδε από κοντά τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, ισραηλινές επιδρομές στη Δαμασκό, κλείστηκε φυλακή στις Ινδίες και στο Α. Βερολίνο. Έζησε με τοξικομανείς, με ινδούς γκουρού και λαθρεμπόρους όπλων. Μια τραγελαφική Οδύσσεια που εκτυλίσσεται σε ένα ακόμη πιο τραγελαφικό διεθνές φόντο».

 

Ο Bommi Baumann ήταν ένας από τους ιδρυτές της γερμανικής, αναρχικής, τρομοκρατικής οργάνωσης Bewegung 2. Juni, όπως προαναφέραμε, η οποία θα ερχόταν σύντομα σε κόντρα με την μαρξιστική RAF –«εκείνα τα διανοούμενα σοβαρά άτομα της RAF», όπως έλεγε και ο ίδιος– με έντονη δράση στο δεύτερο μισό του ’60 και στα πρώτα χρόνια του ’70.

 

Ο Bommi Baumann στην Καμπούλ των χίππυς, την δεκαετία του ’70
Τα δύο βιβλία του Bommi Baumann, που τυπώθηκαν στην Ελλάδα. Το πρώτο από τον Ελεύθερο Τύπο (1986) και το δεύτερο από τις Εκδόσεις Αμηχανία (1989).

 

Βλέποντας το αδιέξοδο της «ένοπλης πάλης» και υιοθετώντας τα χίππικα πανανθρώπινα μηνύματα, ο Baumann θα αποκηρύξει από πολύ νωρίς (1972), την βία των όπλων, για να γίνει με τα χρόνια αναχωρητής και ειρηνιστής, ένα είδος μετα-χίππι δηλαδή, που πίστεψε σ’ έναν άλλον τρόπο ζωής, εκείνον που μέσα από την μουσική (το ροκ), τα ναρκωτικά, και την απλή καθημερινότητα, θα μπορούσε να δημιουργήσει μιαν άλλη, πιο ανθρώπινη, κοινωνική προοπτική. Το ότι κάποια στιγμή ο ίδιος θα συνεργαζόταν με την Στάζι, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ονοματίζοντας πρώην συντρόφους του, θα μπορούσε να ενταχθεί (ως γεγονός) εντός ενός πλέγματος σπασμωδικών κινήσεών του, που στόχο είχαν να διαγραφεί εντελώς, και μεμιάς, το βίαιο παρελθόν του.

 

Το «Οδοιπορικό» του Bommi Baumann, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι και αυτό αυτοβιογραφικό. Ο γερμανός συγγραφέας περιγράφει τα ταξίδια και τις περιπέτειές του στην Ανατολή, και μάλιστα μ’ έναν τρόπο λογοτεχνικά απολαυστικό, από τον οποίο δεν λείπουν οι καίριες και ουσιαστικές κοινωνικές παρατηρήσεις.

 

Οι περιγραφές του για την κοινωνία στο προεπαναστατικό Ιράν (στην Περσία του Σάχη δηλαδή) είναι εξαιρετικές, όπως κι εκείνες για τη ζωή δίπλα στις φυλές των πολεμάρχων στο Αφγανιστάν – χρήσιμες και σήμερα, για όσους προσπαθούν να αντιληφθούν πώς σκέπτονται και δρουν αυτοί οι απομακρυσμένοι και σκληροτράχηλοι λαοί.

 

Εδώ μεταφέρουμε το κεφάλαιο...

 

Οι χίππυς της Καμπούλ

Πάντα πίστευα ότι η Καμπούλ ήταν μια λυκοφωλιά. Αλλά το 1972, εκεί επικρατούσε το high-life του κόσμου των χίππυς. Η πόλη ήταν γεμάτη από ντοπαρισμένους μακρυμάλληδες. Συγκεντρώνονταν στην Chicken Street. Στο τέλος της βρίσκονταν όλα τα ξενοδοχεία και τα ρεστοράν. Σ’ αυτή τη συνοικία έμεναν κάποτε οι διπλωμάτες. Τη λέγανε Chicken Street, γιατί παντού γύρω έβλεπες κιβώτια με κοτόπουλα. Απλά, ήταν το παζάρι με τις κότες. Αργότερα εκεί έβλεπες μόνο παλαιοπωλεία. Ούτε ένα κοτόπουλο, το πολύ-πολύ κανένα ψητό στο εστιατόριο. Η παρουσία των χίππυς τα άλλαξε όλα.

 

Στο τέλος της Chicken Street βρισκότανε η πακιστανική πρεσβεία, απ’ όπου όλοι έπρεπε να πάρουν τη βίζα τους. Όλοι, λοιπόν, περιμένανε εκεί, κι ένας εφευρετικός Γερμανός από την Στουτγκάρδη, που στην Γερμανία τον καταζητούσαν για διαρρήξεις φαρμακείων, άνοιξε δίπλα στην πρεσβεία ένα εστιατόριο. Λίγο-πολύ σέρβιρε ευρωπαϊκή κουζίνα. Στην αρχή πήγαιναν όλοι εκεί για φαΐ ή για να συναντήσουν κάποιον.

 

Σιγά-σιγά και τ’ άλλα ξενοδοχεία της γειτονιάς έκαναν το ίδιο. Πολύ γρήγορα, στο κέντρο της Καμπούλ, δημιουργήθηκε μια κανονική συνοικία χίππιδων: τρεις-τέσσερις δρόμοι όπου υπήρχαν μόνο χίππυς. Οι υπόλοιποι ήταν έμποροι ναρκωτικών και ζητιάνοι.

 

Ο Bommi Baumann στην Καμπούλ των χίππυς, την δεκαετία του ’70
Καμπούλ – δεκαετία ’70

 

Την τελευταία φορά που πήγα στην Καμπούλ ήταν το 1979. Τότε στους δρόμους είχαν αρχίσει οι μάχες και υπήρχε ήδη ένα σουπερμάρκετ. Σε λίγα χρόνια ένα ολόκληρο κομμάτι μιας πόλης τού τρίτου κόσμου, προσαρμόστηκε για να εξυπηρετεί δυτικές ανάγκες. Οι Ευρωπαίοι εμφανίζονταν κατά μάζες και οι απαιτήσεις τους δημιουργούσαν μια καινούργια αγορά. Φυσικά, σήμερα, την έχουν καύχημα με όλες αυτές τις αντικερί τους.

 

Το διάσημο hippy treck ήταν με τον τρόπο του η τελευταία μεγάλη περιπέτεια. Έφταναν εκεί τα πιο απίθανα οχήματα. Κατ’ αρχάς όλοι μαζεύονταν στην Καμπούλ, γιατί είχαν πίσω τους μια μεγάλη διαδρομή. Από την Ιστανμπούλ μέχρι την Καμπούλ είναι κανα-δυο χιλιάδες χιλιόμετρα, μέσα σε καύσωνες και παγετούς, πάνω σε βουνά και ερήμους. Έτσι, στην Καμπούλ γινότανε στάση. Και «καπνίζανε» απ’ το πρωί, μέχρι αργά το βράδυ. Όλη μέρα ξεχυνότανε από τα κασετόφωνα η τόσο πολυσυζητημένη δυτική ποπ μουσική.

 

Συναντήσαμε ανθρώπους απ’ όλες τις χώρες του κόσμου. Λίγο-πολύ το ταξίδι τους ήταν ολονών παρόμοιο, ανταλλάσανε βιβλία, συζητάγανε, γνωριζόντουσαν... Αυτή η κοσμοπολίτικη ομήγυρη, στο κέντρο της Ασίας, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα: Αμερικάνοι, Καναδοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και όλες οι φυλές της Δυτικής Ευρώπης.

 

Οι περισσότεροι κάνανε λαθρεμπόριο. Όλοι ασχολιόντουσαν με τα ναρκωτικά, και στην πράξη οι περισσότεροι έστηναν μια μικρο-επιχειρησούλα: ταχυδρομούσαν μερικά γραμμάρια στην πατρίδα και τους στέλνανε τα χρήματα.

 

Ο Bommi Baumann στην Καμπούλ των χίππυς, την δεκαετία του ’70
Καμπούλ – δεκαετία ’70

 

Πολύ συνηθισμένο ήταν, επίσης, να χάνεις τις ταξιδιωτικές σου επιταγές και να παίρνεις καινούργιες από την American Express. Ήταν κι αυτός ένας από τους πιο δημοφιλείς τρόπους να βρίσκεις χρήματα. Κάθε πρωί μπροστά στα γραφεία της American Express υπήρχε μια ουρά από εκατοντάδες ανθρώπους, που κατά περίεργο τρόπο όλοι τους είχαν χάσει τα τσεκ, την ίδια μέρα, και μάλιστα στην Καμπούλ, όπου ευτυχώς βρισκόταν και το αρμόδιο γραφείο! Σήμερα αυτό δεν είναι τόσο απλό και οι μαυραγορίτες δεν σου αγοράζουν πια τα δηλωμένα σου, σαν χαμένα ή κλεμμένα, travel-check. Δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν.

 

Πολλοί έκαναν εμπόριο με αφγανικά παντελόνια ή κοσμήματα. Από τότε, στην Ευρώπη, είχαν ζήτηση. Αρώματα, χαλιά, σάρι κι ένας Θεός ξέρει τι. Έτσι έγιναν εδώ και τα head shops, τα ινδικά μαγαζιά. Όλη αυτή η σαβούρα και τα ήθη και έθιμα που έφερναν οι χίππυς μαζί τους ήταν ένα είδος πολιτιστικής ανταλλαγής. Μπορεί να μην ήταν έντονη και άξια λόγου, αλλά γινόταν. Αυτό ήταν και η θετική πλευρά αυτής της βλακείας.

 

Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι η χίππικη φιλοσοφία δημιούργησε σε πολλές χώρες πρόβλημα με τα ναρκωτικά. Αυτός ο «πυρετός του χρυσού» για τα ναρκωτικά ενήργησε έτσι, που σε πολλές χώρες παρουσιάστηκαν «χώροι» που πριν ήταν άγνωστοι. Στο Πακιστάν και το Νεπάλ –μέσα από εκείνα τα άτομα, τότε– αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα με τα ναρκωτικά.

 

Στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν, πριν από 15 χρόνια, υπήρχε μόνο χασίς και όπιο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, στο Μπαγκλαντές, οι Αφγανοί σταματούσαν τα καραβάνια του Ερυθρού Σταυρού, τα λήστευαν, και πουλούσαν τα φάρμακα στην αγορά ή στα φαρμακεία. Σε κάθε γωνιά εύρισκες κάποιον μ’ αυτές τις αμπούλες, “Merck”, κοκαΐνης ή μορφίνης, που ουσιαστικά προορίζονταν για τους τραυματίες πολέμου και τα θύματα απ’ τις καταστροφές. Όλα “made in Germany”. Αυτά δεν τα ξεπούλησαν ποτέ, παρ’ όλο που, σε τελευταία ανάλυση, τα πέντε γραμμάρια κόστιζαν μόνο κανα-δυο μάρκα. Μια αστεία τιμή.

 

Ο Bommi Baumann στην Καμπούλ των χίππυς, την δεκαετία του ’70
Καμπούλ – δεκαετία ’70

 

Στην Καμπούλ δύο ξενοδοχεία ήταν κιόλας σωστοί τεκέδες οπίου. Σ’ αυτά μπορούσες να καπνίσεις όπιο σε πίπα, αλλά στα άλλα κάπνιζαν μόνο χασίς. Δεν υπήρχε ακόμα πιάτσα ηρωίνης. Ακόμα ήταν εντάξει. Ύστερα, σιγά-σιγά, φτιάχτηκε μια μεγάλη αγορά σκληρών ναρκωτικών.

 

Στο πρώτο μου ταξίδι μείναμε στην Καμπούλ τρεις εβδομάδες. Αυτό με είχε κουράσει, επειδή ήταν τεχνητό. Φυσικά, ήταν καλό να κάθεσαι σ’ ένα κήπο, με παρέα, να φουμάρεις και να κουβεντιάζεις. Όλα πολύ easy, αλλά έχανες την επαφή με τον έξω κόσμο. Ήταν μια ωραία βιτρίνα, αλλά, ουσιαστικά, ένα τυπικό γκέτο.

 

Τώρα, η Καμπούλ, έχει πάνω από δύο εκατομμύρια κατοίκους και πολύ συχνά συναντάς μια αθλιότητα συνταραχτική. Εδώ και καιρό η πόλη έχει χωριστεί στα δύο, στο Cantonment και στο Παζάρι, στην «άσπρη» πόλη δηλαδή για τους Ευρωπαίους και στο Παζάρι, την πόλη για τους ιθαγενείς, την «μαύρη». Οι Ευρωπαίοι κάθονται στους κήπους, αφήνονται στην καλοπέραση, και έξω στο Παζάρι οι Αφγανοί είναι υποχρεωμένοι να παραδέρνουν. Αυτή η κατάσταση δεν είναι ευχάριστη, ακόμα και αν βρίσκεσαι στην «φωτεινή πλευρά».

 

Ο Χοντρός, εγώ κι ένας Άγγλος, φύγαμε από την Καμπούλ μ’ ένα ταξί για να πάμε στο βουνό, όπου βρίσκεται το παλάτι των βασιλιάδων του Αφγανιστάν. Λέμε στον ταξιτζή: «θα κατέβουμε εδώ και θα την κάνουμε με τα πόδια». Αυτός απάντησε: «δεν θα έκανα κάτι τέτοιο, καλύτερα να σας περιμένω εδώ». Εμείς: «εντάξει, έγινε!».

 

Βρισκόμαστε στην πιο άθλια συνοικία της Καμπούλ, ακριβώς στους πρόποδες του βουνού. Ανάμεσα στις καλύβες υπήρχε μια βρύση και οι άνθρωποι ήταν ντυμένοι με κουρέλια. Όλα, οι άνθρωποι, οι καλύβες, το βουνό, όλα ήταν μια θλιβερή γκρι-καφέ μονοτονία.

 

Ο Bommi Baumann στην Καμπούλ των χίππυς, την δεκαετία του ’70
Καμπούλ – δεκαετία ’70

 

Όταν προχωρήσαμε λίγο άρχισα να έχω μια περίεργη αίσθηση, όπως όταν, χωρίς να κοιτάς πίσω σου, καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πάει καλά. Ένα απαίσιο συναίσθημα. Μου είχε ξανατύχει κανα-δυο φορές και πάντα ήταν πολύ άσχημη η αίσθηση. Δεν θέλεις να κοιτάξεις, γιατί είσαι εκατό τα εκατό σίγουρος ότι πίσω σου αρχίζει ο τρόμος...

 

Πράγματι κοιτάω λίγο και βλέπω πίσω μου όλο το δρόμο γεμάτο ανθρώπους. Μας ακολουθούσαν σιωπηλοί. Τη στιγμή που κοιτάξαμε είχαν ήδη σκύψει και σήκωναν τις πρώτες πέτρες. Γι’ αυτούς ήμασταν σωστή σανίδα σωτηρίας. Τα φτωχικά μας πράγματα ήταν γι’ αυτούς ολόκληρη περιουσία. Ωραία, σκέφτονται, θαυμάσια.

 

Αμέσως αρχίζουμε να τρέχουμε στον κατήφορο και από πίσω μας όλοι αυτοί με τις πέτρες. Την τελευταία στιγμή πηδάμε στο ταξί, που φεύγει σπινάροντας. «Σας το ’χα πει εγώ» μουρμουρίζει ο ταξιτζής.

 

Στην Καμπούλ χωρίσαμε με τον Χοντρό. Αυτός συνέχισε το ταξίδι του προς Ινδία, κι εγώ ήθελα να γυρίσω στο Βερολίνο. Όχι επειδή αγαπάω ιδιαίτερα αυτή την πόλη –συμβαίνει μάλλον το αντίθετο– ούτε από νοσταλγία για τους πολύτιμους... συντρόφους μου, αλλά από έρωτα. Ήθελα να ξαναδώ την Katja: είμαστε σχεδόν ένα χρόνο μαζί. Μου είχε λείψει.

 

Στο Βερολίνο υπήρχαν ακόμα πολλά κρησφύγετα με όπλα μας. Από λεφτά είχαμε αρχίσει να ξεμένουμε. Κάποιος έπρεπε να φροντίσει, ώστε ο Χοντρός κι εγώ να πάρουμε λεφτά. Ήθελα να γυρίσω μέσω Σοβιετικής Ένωσης. Στην Friedrichstrasse, στο Βερολίνο, και μετά από την τρύπα του Τείχους, χωρίς να περάσω από κανένα δυτικό συνοριακό έλεγχο. Έτσι πήρα ένα αεροπλάνο της Aeroflot για την Τασκένδη.

 

Ο Bommi Baumann στην Καμπούλ των χίππυς, την δεκαετία του ’70
Καμπούλ – δεκαετία ’70

 

Οι Αφγανοί είχαν μια συνήθεια: όλοι σου χαρίζουν από ένα κομμάτι χασίς! Πάντα κάτι βρίσκεται στην τσέπη σου! Στο αεροδρόμιο της Καμπούλ έρχεται ο τελωνειακός και λέει: «το κάνω για το καλό σου, βγάλτα όλα έξω, θα σου πάρω το “πράμα”, γιατί στη Ρωσία θα φας 10 χρόνια αν στο βρουν». Του λέω: «δεν έχω τίποτα, άσε με ήσυχο».

 

Τέλος πάντων στο τέλος άρχισε να λέει ότι πρέπει να γδυθώ και όλο σκάλιζε τα πράγματά μου. Στην τσέπη του πουκαμίσου μου είχα ένα κομμάτι «μαύρο» –ένας Θεός ξέρει πώς βρέθηκε εκεί– το βάζω στο στόμα, το δαγκώνω κανα-δυο φορές και το καταπίνω. Ήταν κάπου 10 γραμμάρια, μια ποσότητα τρομερή! Ο τελωνειακός που δεν βρήκε τίποτα, λέει: «όλα εντάξει».

 

Όταν απογειωθήκαμε κοίταγα από το παράθυρο. Είναι νωρίς το πρωί. Το αεροπλάνο ανεβαίνει και παίρνει μια στροφή πάνω από το Hindukusch (σ.σ. Ινδοκαύκασος). Ο ήλιος μόλις είχε ανέβει. Κάτω τα βουνά φαινόντουσαν μαύρα κι ανάμεσά τους υπήρχαν ουράνια τόξα. Αντανακλούσαν όλα τα χρώματα της ίριδας, ακριβώς όπως το χιόνι.

 

Τότε το συνειδητοποίησα: το άσπρο περιέχει όλα τα χρώματα εκτός από το μαύρο, και το μαύρο περιέχει όλα τα χρώματα εκτός από το άσπρο! Ήταν ακατανίκητο. Το «πράμα» άρχισε να επενεργεί και μάλιστα έντονα. Πάνω απ’ όλα ήθελα να κατέβω. «Θέλω να δω το θέαμα, από κοντά, μια στιγμούλα...». Με εμπόδισαν όμως...

 

Embryo - Strasse nach Asien(Road To Asia)