Μπορεί, άραγε, να χωρέσει σε διακόσιες είκοσι σελίδες όλη η αλήθεια και η δύναμη του ποιητή που δεν δίστασε ποτέ να στραφεί μόνος εναντίον όλων, εφόσον έκρινε ότι το επιβάλλουν οι περιστάσεις, και μάλιστα κερδίζοντας περισσότερη εκτίμηση από τον κόσμο, από τον οποίο ζητούσε μόνο να είναι συνεπής προς τον εαυτό του, όπως ήταν κι ο ίδιος;

 

Αυτό είναι το στοίχημα που, απ’ ό,τι φαίνεται, θα κερδίσει ο εκδοτικός οίκος «Τύρφη» της Θεσσαλονίκης, που ανέθεσε στον Τάκη Σπετσιώτη, σκηνοθέτη, συγγραφέα και σπουδαίο μελετητή ολόκληρου του έργου του ποιητή, να δημιουργήσει ένα «φρέσκο» επίτομο ανθολόγιο του Λαπαθιώτη.

 

Στον τόμο περιλαμβάνονται ποιήματα, πεζοτράγουδα, στοχασμοί, σατιρικά ποιήματα, αφηγήματα, αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του και συνεντεύξεις του. Είναι ένα βιβλίο που προσφέρει μια άλλη όψη του Λαπαθιώτη, σαφώς πιο πλούσια σε στοιχεία που τον σκιαγραφούν και τα οποία ίσως να μην υποψιάζονται καν όσοι έχουν σχηματίσει την ιδέα που διατηρούν για κείνον από τα ποιήματά του που έχουν μελοποιηθεί, από τα άρθρα και τα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του ή από την περίφημη ταινία Μετέωρο και Σκιά (1985) του Τάκη Σπετσιώτη, χάρη στα οποία έχει διατηρηθεί ζωντανός μέχρι σήμερα ο θρύλος που εν πολλοίς είχε πλάσει μόνος του ο Λαπαθιώτης για τον εαυτό του, ήδη από την πρώτη νεότητά του. Με άλλα λόγια, το Ξεδιάλεγμα είναι ένα βιβλίο που φωτίζει και τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού «Λαπαθιώτης».

 

Ως προς αυτό, ο Κωνσταντίνος Τέλιος, ιδιοκτήτης των εκδόσεων «Τύρφη», λέει: «Ο Λαπαθιώτης ανήκει στην παγκόσμια κατηγορία διανοουμένων που μετέτρεψαν τη ζωή τους σε έργο τέχνης και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζεται. Θα διαφεύγει πάντα εμπρός και θα αφήνει πίσω όλους όσοι θα προσπαθούν, μέσα από σχολαστικές και φιλολογικές αυταρέσκειες, να τον ακινητοποιήσουν σε αβαθείς, ενοχλητικές τυποποιήσεις ή σε φιλολογικά, ιδεολογικά και ερωτικά στρατόπεδα. Αυτόν τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη θέλει να μας γνωρίσει ο Τάκης Σπετσιώτης, καθ’ ύλην αρμόδιος για την οπτική αυτή, και αυτόν ακριβώς τον άνθρωπο, στο σύνολο της λαμπρότητάς του, προτείνει η νέα αυτή έκδοση».

 

Και είναι γεγονός ότι ο Τάκης Σπετσιώτης κατέχει το εντελώς άτυπο, αλλά ουσιώδες «ρεκόρ» να είναι, μεταξύ των μη ακαδημαϊκών μελετητών του Λαπαθιώτη, ο πιο αξιοσέβαστος από την πλευρά των ακαδημαϊκών μελετητών του. 

 

Ο Λαπαθιώτης είναι προδρομικός queer δημιουργός με κάθε τρόπο και οι στοχασμοί του δείχνουν πόσο ισχυρή προσωπικότητα ήταν αυτός ο άνθρωπος και την ευθύτητα που διέθεταν η σκέψη και ο λόγος του.


Στην τριάντα δύο σελίδων εισαγωγή του παραδίδει στον αναγνώστη ένα κείμενο που «υπερπηδά» κατά πολύ τα συνηθισμένα πρότυπα παρουσίασης ανθολογήσεων. Αντ’ αυτών, ακολουθώντας τους σημαντικότερους σταθμούς της δικής του ζωής και τέχνης, παραθέτει και ερμηνεύει τις πολυάριθμες σαγηνευτικές «αγκιστρώσεις» του στο έργο και στην προσωπικότητα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, που τον κατηύθυναν στο μακρινό ταξίδι ζωής με τον ποιητή. 

 

ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ξεδιάλεγμα, Εισαγωγή-Ανθολόγηση: Σπετσιώτης Τάκης, Εκδόσεις Τύρφη, Σελ.: 225

— Πού αποδίδετε, τελικά, το τόσο αμείωτο ενδιαφέρον σας για τον Λαπαθιώτη;

Για τη δική μου γενιά τουλάχιστον, ενδεχομένως και για κάποιες από τις αμέσως επόμενες, αποτέλεσε ένα «γκέι εικόνισμα». Ήταν μια εμβληματική φιγούρα για έναν κόσμο που δοκιμαζόταν από τη στέρηση της ελευθερίας του λόγου και από τη μάστιγα του AIDS. Πέθαιναν τόσοι νέοι άνθρωποι τότε. Και ο ζόφος του δεύτερου μέρους της δικής του ζωής, οπότε βίωσε ξαφνικά όλα τα δεινά μαζί, χάνοντας τα πάντα, πέφτοντας στα ναρκωτικά, χωρίς οικονομικά στηρίγματα και όντας εντελώς άμαθος από βιοπάλη, είναι κάτι που ταιριάζει με την εφιαλτική εκείνη καμπή της δικής μου γενιάς.

 

Το σκοτεινό πέπλο που κάλυψε τα τελευταία δεκαπέντε με είκοσι χρόνια του δικού του βίου φαντάζει σαν αλληγορία της αναπότρεπτης μοίρας τόσων νέων και χρήσιμων δρώντων ανθρώπων, συνομηλίκων μου, να χαθούν.

 

Όπως τονίζει ο ίδιος ο Τάκης Σπετσιώτης, η εισαγωγή του στο Ξεδιάλεγμα έχει τα «χρώματα» των κεφαλαίων στα οποία μοιράζει την ανθολόγηση του συγγραφικού έργου του ινδάλματός του: «Είναι λίγο λυρική, λίγο σατιρική, λίγο επιγραμματική, φιλοσοφική και κριτική, όπως οι στοχασμοί του, λίγο αφηγηματική, όπως τα αφηγήματά του, και λίγο μαρτυρία και χρονικό, όπως η απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας του. Κατά τα άλλα, οι επιλογές μου ήταν αυστηρές, για να μη χάνεται η ουσία των πραγμάτων».

 

— Είναι δηλαδή πιο «αποσταγματικές» οι επιλογές σας ή μήπως νιώθετε και κάποια στενοχώρια γιατί κείμενά του, που αγαπάτε, λείπουν από το βιβλίο, προκειμένου να μη διογκωθεί η έκδοση;

Είμαι πιο κοντά στην «αποσταγματική» πλευρά των πραγμάτων. Πίσω από την ιδιότητα του ανθολόγου κρύβεται πάντα επιμελώς και ένας κριτικός. Και μόνο από το γεγονός ότι δεν καλείσαι να συμπεριλάβεις τα άπαντα, αλλά κάνεις ένα πορτρέτο του έργου, η επιλογή των πιο καίριων και σημαντικών είναι από μόνη της μια δική σου καινούργια κριτική αποτίμηση του συνόλου του. Είναι ένα απόσταγμα.

 

— Αν, λοιπόν, κάποιος διαβάσει αυτή την ανθολόγηση χωρίς να έχει κάποια προηγούμενη επαφή με το έργο του Λαπαθιώτη, θα έχει «εμβολιαστεί» αρκετά για το υπόλοιπο της ζωής του;

Ως προς αυτό, αν ήμουν τόσο απόλυτος, θα ήμουν και τρελός. Σίγουρα, όταν ανθολογείς, σε κάποια πράγματα πέφτεις περισσότερο μέσα και σ’ άλλα πέφτεις περισσότερο έξω. Όποιος διαβάσει, όμως, με προσοχή την εισαγωγή μου, θα αντιληφθεί πλήρως το σκεπτικό των επιλογών μου. Προσπάθησα να κατακτήσω δυναμικά το έργο του Λαπαθιώτη και να παραμείνει σύντομο το πορτρέτο του έργου του που θα παραδώσω. Και πιστεύω πως οι επιλογές μου δίνουν, τελικά, μια καλή εικόνα. Τις θεωρώ χαρακτηριστικές του έργου του και προσφέρουν λαβές στον αναγνώστη για να ψάξει περαιτέρω, προκειμένου να κάνει συμπληρώσεις που θα τον οδηγήσουν στο προσωπικό του πορτρέτο του Λαπαθιώτη.

 

Θεωρώ προσόν της ανθολόγησής μου ότι δεν περιέχει τίποτα περιττό. Δεν θα μπορούσες ποτέ να πετάξεις τα αποσπάσματα από το Τάμα της Ανθούλας, για παράδειγμα. Ούτε θα μπορούσες να πετάξεις ποτέ τα ποιήματα που έγραψε για τη μητέρα του, μετά τον θάνατό της, ή τα ερωτικά του.

 

Θα πω, επίσης, πως όταν κάνεις ένα ανθολόγιο, είσαι λίγο σαν τον μοντέρ στο σινεμά: πρέπει να μεριμνήσεις ώστε το βιβλίο σου να κυλάει απολαυστικά. Δεν είναι, λοιπόν, ένα βιβλίο απόλυτης φιλολογικής τεκμηρίωσης, παρά το γεγονός ότι από την τεκμηρίωση της εισαγωγής διαφαίνεται πως αυτός που κάνει τις επιλογές γνωρίζει καλά το έργο του Λαπαθιώτη. Ήθελα να αισθάνεται ο αναγνώστης ότι αυτό που διαβάζει κυλάει σαν ένα απλό βιβλίο και δεν είναι βαρύγδουπο.

 

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Νομίζω ότι ήταν και λίγο θέμα πόζας όλη αυτή η αρνητική θέση του για τις γυναίκες. Ήταν, ας πούμε, μια παράσταση που έδινε, για να κάνει πιο παρόν και έντονο το στοιχείο της προσωπικότητας που σκανδαλίζει, ενοχλεί και πειράζει. Σχετιζόταν περισσότερο με τη μανία του να προκαλεί το ενδιαφέρον.

 

— Με αφορμή την «Ανθούλα» που μόλις αναφέρατε, αλλά και το άλλο αφήγημά του που ανθολογήσατε, όπου η αδελφή του ενός αγοριού από τους κύριους χαρακτήρες του, την ώρα που ράβει τα κουμπιά του παντελονιού του, ανακαλύπτει στην τσέπη του τα ερωτικά γράμματα που ο αδελφός της έχει γράψει στον φίλο του, δημιουργείται η εντύπωση ότι στα έργα του Λαπαθιώτη οι γυναίκες δεν διεκδικούν την αποκατάσταση της «ορθής κοινωνικής τάξης» και την κατάπνιξη της ομοφυλοφιλίας. Απλώς πνίγονται οι ίδιες στο κλάμα, χωρίς να νιώθουν αηδία για τη δική του επιθυμία ούτε για το ότι τις πρόδωσε. Θρηνούν μόνο επειδή «χάνεται» ένας άντρας που θα μπορούσαν να έχουν εκείνες. Γιατί συμβαίνει αυτό;

Ίσως γιατί οι γυναίκες αυτές είναι μια άλλη εκδοχή του εαυτού του. Εγώ έτσι πιστεύω. Η Ανθούλα είναι ο ίδιος, όπως και η κοπέλα που βλέπει το γράμμα. Και όχι μια πραγματική ηρωίδα που, αντικρίζοντας την αλήθεια, θα αντιδρούσε σε αυτήν με βία. Η δική του ηττοπάθεια, όταν αναστοχάζεται τις σχέσεις μεταξύ ανδρών, μεταφέρεται στα κείμενά του μέσα από γυναικείες φιγούρες.

 

— Βέβαια, με βάση τους στοχασμούς του που έχετε ανθολογήσει, η άποψή του για τις γυναίκες είναι μάλλον περίεργη και μη αναμενόμενη. Δεν έχει σχέση με το νεορομαντικό ιδεώδες για τη γυναίκα ως ενσάρκωση μιας ιδανικής φιγούρας που αποτελεί μόνο αντικείμενο αγάπης και έρωτα. Θα τον θεωρούσατε μισογύνη;

Ο πιο αιχμηρός από αυτούς τους στοχασμούς του είναι εκείνος που επαναλαμβάνει και στη συνέντευξή του 1938 που έχω συμπεριλάβει στον τόμο και οφείλω να πω ότι με είχε σοκάρει εξαρχής. Ωστόσο, εγώ δεν μπορώ να τον θεωρήσω μισογύνη. Πρώτα απ’ όλα, λόγω της παθολογικής αγάπης που έτρεφε για τη μητέρα του και του πόσο πολύ τον συγκλόνισε ο χαμός της. Τον ενέπνεε. Τα πιο συγκλονιστικά ποιήματά του τα έχει γράψει για εκείνην. Όταν λατρεύεις τόσο πολύ τη μητέρα σου, δεν μπορείς να είσαι μισογύνης. Για να μη σταθώ στο ότι υπήρξαν ακόμα και νεανικά φλερτ του με γυναίκες, θα πω ότι υπήρχαν στη ζωή του κι άλλες γυναίκες – κάποιες ωραίες εξαδέλφες, με τις οποίες κυκλοφορούσε στις εξόδους του στην εξέδρα του Παλαιού Φαλήρου και στην οδό Σταδίου. Έχουν αποτυπωθεί και σε κάποιες φωτογραφίες που έχω δει.

 

Νομίζω, λοιπόν, ότι ήταν και λίγο θέμα πόζας όλη αυτή η αρνητική θέση του για τις γυναίκες. Ήταν, ας πούμε, μια παράσταση που έδινε, για να κάνει πιο παρόν και έντονο το στοιχείο της προσωπικότητας που σκανδαλίζει, ενοχλεί και πειράζει. Σχετιζόταν περισσότερο με τη μανία του να προκαλεί το ενδιαφέρον.

 

spetsiotis
Τάκης Σπετσιώτης

— Δηλώνετε στο κείμενό σας ότι απ’ όλη την παραγωγή του Λαπαθιώτη δώσατε ιδιαίτερο βάρος στους στοχασμούς του και ότι τους παρουσιάζετε σε τέτοια έκταση, που δεν έχουν παρατεθεί σε καμιά από τις μεταθανάτιες εκδόσεις για κείνον. Τι θα λέγατε ότι τους κάνει τόσο σημαντικούς;

Πιστεύω ότι οι στοχασμοί του Λαπαθιώτη είναι κάποιες φορές πιο καλοί και από του Ροΐδη, επειδή δεν έχουν το μειονέκτημα της υπερβολικής χρήσης ευφυολογιών που θα τους ελάφραιναν. Είναι πολύ στιβαροί, χωρίς παραδοξολογίες. Παρατηρεί την ελληνική κοινωνία και πραγματικότητα, τα πανεπιστήμια, την επιστήμη, τους ανθρώπους, τον έρωτα, τα νέα παιδιά και όσα λέει υπερβαίνουν κατά πολύ την εποχή του, επειδή επιλέγει να αναφερθεί σε ζητήματα που δεν ετίθεντο καν προς συζήτηση τότε. Είναι το μόνο είδος από τα γραπτά του Λαπαθιώτη το οποίο δεν χρήζει ανθολόγησης.

 

Εξάλλου, είναι κάτι που και ο ίδιος παραδεχόταν. Είχε πει σε συνέντευξή του πως είχε σημειώσει κάποιες σκέψεις του και νόμιζε ότι άξιζαν να δημοσιευτούν μόνες τους. Ενώ για τα ποιήματα και τα διηγήματά του είχε πει ότι καλό θα ήταν να δημοσιευτούν μαζί σε ένα βιβλίο. Θεωρώ ότι ο Λαπαθιώτης είναι προδρομικός queer δημιουργός με κάθε τρόπο και οι στοχασμοί του δείχνουν πόσο ισχυρή προσωπικότητα ήταν αυτός ο άνθρωπος και την ευθύτητα που διέθεταν η σκέψη και ο λόγος του. Νομίζω ότι αποκαλύπτουν καλύτερα τον ίδιο και το άρωμα της πνευματικότητάς του.

 

Ως προς την queer πτυχή, ωστόσο, νομίζω ότι διέθετε και κάτι ακόμα πιο προχωρημένο, τη σατιρική του ποίηση. Σίγουρα δεν πρόκειται για μεγάλη ποίηση και επιπλέον υπήρξε κάτι σαν πάρεργο σε σχέση με το υπόλοιπο έργο του, αλλά σ’ αυτήν το queer κέφι του είναι διαβολεμένο.

 

— Προσωπικά, θα θεωρούσα υπονομευτικά queer και τα διηγήματά του που έχετε συμπεριλάβει.

Δεν αντιλέγω, αλλά θα παραδεχτώ ότι απέναντι στην πεζογραφία του στάθηκα πιο φειδωλός απ’ ότι με όλα τα άλλα γραπτά του. Και εννοώ φειδωλός τόσο για τον αριθμό των πεζών του που συμπεριέλαβα όσο και για τη θεματογραφία. Αν αφηνόμουν πιο χαλαρός, θα χρειαζόταν να κυκλοφορήσουν άλλοι τρεις τόμοι. Ήμουν ιδιαιτέρως αυστηρός με την αισθηματογραφία του. Εκεί μου φαίνεται πολύ πιο κοινότοπος, ίσως και συμβατικός.

 

Είναι πιθανό να έγραφε αυτές τις ιστορίες και για οικονομικούς λόγους, κάθε εβδομάδα, γιατί τότε ήταν ακόμα ακμαίο το «Μπουκέτο» και σίγουρα θα έπαιρνε κάποιο χαρτζιλίκι. Βέβαια, το έπαιρνε πολύ βαρέως το ότι έπρεπε να δουλεύει. Στις φανταστικές του ιστορίες, ωστόσο, η επιρροή του από τον Έντγκαρ Άλαν Πόε αποκτά προβάδισμα σε σύγκριση με το queer στοιχείο. Ωστόσο, στην περίπτωσή του εκφράζεται μέσα από την αίσθηση μιας διάχυτης απειλής και του τρόμου που προκαλεί και όχι μέσα από ρεαλιστικά στοιχεία, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές στον Πόε. 

 

— Σημειώνετε ότι από τα ποιήματά του ανθολογήσατε τα λιγότερο «καραμελένια και καρτποστάλινα», όμως αυτά δεν είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά του ποιητικού του έργου;

Από το μοναδικό βιβλίο που έβγαλε ο Λαπαθιώτης το 1939 στις εκδόσεις Πυρσός, με πενήντα ποιήματά του, ανθολόγησα εδώ τα είκοσι πέντε. Τα «καραμελένια και καρτποστάλινα» έχουν ανεξίτηλη επάνω τους τη σφραγίδα της εποχής κατά την οποία γράφτηκαν. Σίγουρα κάποια από αυτά γοητεύουν και αρέσουν ακόμα, αλλά επέλεξα περισσότερα από τα ποιήματά του που σχετίζονται με την εποχή του πένθους του για τη μητέρα του.

 

Πιστεύω, επίσης, ότι ανήκει στους ποιητές που απέδωσαν πραγματικά την ερωτική αγωνία αλλά και το ερωτικό ανεκπλήρωτο. Ανήκε ο ίδιος σε αυτούς που τους «έταξαν το φιλί, αλλά δεν μπόρεσε κανείς ποτέ να τους το δώσει». Κι αυτό δεν αφορά μόνο άτομα παρεκκλίνοντα από τη νόρμα της σεξουαλικότητας αλλά όλους τους ανθρώπους. Και για τον λόγο αυτό ο συγκεκριμένος στίχος του τραγουδήθηκε και αγαπήθηκε τόσο πολύ.

 

— Ωστόσο είναι και ένας στίχος από τον οποίο φαίνεται ότι ο ίδιος δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη για την αποτυχία του να αγαπηθεί και να αγαπήσει.

Κι όμως, είχε αγαπήσει. Ο έρωτάς του με τον Μανώλη Κορτέση στην αρχή και με τον Κώστα Γκίκα, που κράτησε πολλά χρόνια, από το 1929 μέχρι και το 1940, ήταν αληθινοί δεσμοί. Δεν ξέρουμε, βέβαια, λεπτομερώς τις συνθήκες υπό τις οποίες βίωνε αυτές τις σχέσεις του, αν και με τον Γκίκα είναι ξεκαθαρισμένο ότι για ένα φεγγάρι ζούσαν μαζί στο ισόγειο του σπιτιού του στα Εξάρχεια. Συνήθως δεν ταίριαζαν στην τάξη του αυτά τα παιδιά. Δεν ήξεραν γράμματα, για παράδειγμα. Ή ήταν χωριάτες που ασχολούνταν με κτήματα και αμπέλια. Αυτές τις αποστάσεις μάς τις παραδίδει ο ίδιος μέσα από «αστικές» σκέψεις του αναγνώρισης και επισήμανσης των διαφορών, που διασώθηκαν σε επιστολές του προς τον ποιητή Τάκη Παπατσώνη.

 

Ναπολέων Λαπαθιώτης
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης με τη στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού (Συλλογή Κ. Καζάζη)

 

— Σε τι κάνει κατάχρηση ο Λαπαθιώτης στο έργο του;

Στο μελό. Ιδίως στον πεζό λόγο, που δεν είναι η στόφα του. Ο Διαλαλητής της καλοσύνης είναι ένα πολύ ωραίο δικό του πεζοτράγουδο, το οποίο κάποια στιγμή το μεταγράφει σε διήγημα, με τον τίτλο Ο Διαλαλητής. Πρόκειται όμως για ένα φλύαρο κείμενο, υπερβολικά επιτηδευμένο και μελό. Ενώ το πεζοτράγουδο είναι ένα μικρό καλλιτέχνημα.

 

— Ωστόσο, το αυθεντικό μελό είναι ταγμένο στην κλάψα, ενώ στον Λαπαθιώτη προέχει η μελαγχολία. Θα συμφωνούσατε ότι δεν νιώθει αναξιοπαθών για όσα του συμβαίνουν αλλά μόνο μελαγχολικός;

Θα συμφωνούσα για τις καλές του συγγραφικές του στιγμές, αλλά θα πρόσθετα ότι υπάρχουν και μερικές φορές που κλαίει χωρίς λόγο και προσποιητά. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα τέτοιο διήγημά του, που μου φαίνεται πάρα πολύ αστείο. Λέγεται Το τέλος της θειτσούλας και σε αυτό ένα κοριτσάκι ρίχνει μια σπρωξιά στην αδύναμη 90χρονη θειτσούλα ή γιαγιούλα του –δεν καλοθυμάμαι–, με αποτέλεσμα εκείνη να πέσει στη σκάλα και να χτυπήσει τόσο πολύ, που να ξεψυχά μέσα στο αίμα. Τη μεταφέρουν σε ένα νοσοκομείο, αλλά ο τρόπος με τον οποίον δίνονται όλα αυτά είναι σαν ένα «εξ ουρανού μελό», είναι σαν εκείνος να μην μπορεί να αντισταθεί στον καταιγισμό του μελό.

 

Μεταξύ των κειμένων αυτού του τόνου συγκαταλέγονται και κάποια «γατάκια», δηλαδή κείμενα για γατάκια που πεθαίνουν δραματικά και με ακραίο τονισμό του σπαραγμού. Προσωπικά, εκτιμώ ότι τα κείμενα αυτά δεν τα είχε δουλέψει αρκετά. Διότι στις φίνες του στιγμές ο Λαπαθιώτης είναι αντιρητορικός, ενώ το μελό είναι κι αυτό μια μορφή ρητορείας. Προσπαθεί να σε αρπάξει εύκολα και να σε κατευθύνει. Γι’ αυτό και από το Τάμα της Ανθούλας επέλεξα αποσπάσματα κάπως πιο συγκρατημένα.

 

— Υπάρχει κάτι άλλο που να αφθονεί στο έργο του;

Φυσικά! Η μουσικότητά του. Είναι πάρα πολύ εμφανής παντού. Τον έχουν κατηγορήσει ότι χοροπηδάει ακόμα και η πρόζα του ώρες-ώρες.

 

— Οι συνεντεύξεις του που έχετε περιλάβει στην ανθολόγηση είναι καταπληκτικές και αποκαλυπτικές της αλήθειας του.

Και επειδή βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου λειτουργούν κάπως και ως τελική ανατροπή της αίσθησης που από την αρχή δημιουργείται στον αναγνώστη για τον Λαπαθιώτη. Πιστεύετε ότι λέει την αλήθεια σ’ αυτές; Ο Λαπαθιώτης απευθυνόταν στον κόσμο και χωρίς τη διαμεσολάβηση του έργου του. Δεν ήταν ο απομονωμένος υπερόπτης μισάνθρωπος που ο ίδιος προτιμούσε οι άλλοι να νομίζουν για εκείνον. Στην πραγματικότητα, τον ενδιέφερε περισσότερο η ίδια η ζωή. Και φαίνεται αυτό, πιστεύω, από το έργο του, που δεν είναι απολύτως αυτονομημένο. Δεν υπάρχει μια αριστουργηματική συλλογή διηγημάτων ή ποιημάτων του. Πρέπει να τα προσλαμβάνει κάποιος ως ένα όλον όσα που έγραψε. Και επειδή εκείνος ήταν παράλληλα και ο θρύλος του, το έργο του δεν μπορεί ποτέ να αποσπαστεί από την προσωπικότητά του. Αυτό δεν αλλάζει.

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.