1.ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ: Ο ζόφος που όχι μονάχα ως φάντασμα αλλά και ως στεγνή και στυγνή πραγματικότητα με σάρκα και οστά πλανιέται στην πόλη, στην Αθήνα, προκαλεί ένα σωρό οξύηχες, πάει να πει στριγκιές, και άγριες αντιδράσεις. Η παιδεία, αγκαζέ με την ευαισθησία, είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος να δεις κατάματα την καταστροφή και να επισημάνεις μες στο σκότος το κεράκι (για το οποίο έλεγε ο Άλεν Γκίνσμπεργκ ότι είναι η Ποίηση - ένα μικρό κεράκι μες στου δάσους τον γνόφο) και ακόμα -γιατί όχι;- να βγάλεις απ’ τη μύγα ξύγκι, να δεις τις ηλιαχτίδες στο τριμμένο λερό μπλουτζίν, ν’ αφουγκραστείς μια μελωδία αισιοδοξίας μες στην τρέλα, τον ορυμαγδό και τη χλαπαταγή. Ο Χρήστος Χρυσόπουλος (1968), με τον Φακό στο Στόμα (εκδ. Πόλις), γίνεται ο διαβάτης μες στα ερείπια μιας εποχής, γίνεται ένας ρεπόρτερ από τις διακεκαυμένες ζώνες του πανικού και της ξεστρατισμένης, αδιανόητης βίας. «Ένα χρονικό για την Αθήνα», ιδού τι μας κερνάει ο συγγραφέας του Περίκλειστου Κόσμου και του Φανταστικού Μουσείου, διαβαίνοντας ανάμεσα στους ξεπεσμένους και τους απόκληρους, με το σακίδιό του που δεν έχει μονάχα τη φωτογραφική μηχανή και το σημειωματάριο αλλά και χωνεμένες μνήμες από τις περιπλανήσεις στο σύμπαν των περιπλανώμενων προγόνων: του Flâneur (Πέτρους Μπορέλ, Ζεράρ ντε Νερβάλ και Σαρλ Μποντλέρ), του Αντρέ Μπρετόν, του Βάλτερ Μπέντζαμιν, του Γκι Ντεμπόρ, των ποιητών και στοχαστών που, μετά τον θάνατο του Θεού και της Γυναίκας (ως Μούσας), αναγόρευσαν σε Μούσα το αχαρτογράφητο χάος της άναρχης, πλέον, Μεγαλούπολης.

 

2. ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ: Ένα βιβλιοφιλικό σασπένς νόβελ έρχεται να μας προσφέρει ο έμπειρος Δημήτρης Φύσσας (1956). Η πλοκή και η αγωνία που τεχνηέντως απλώνει στις σελίδες του Αναγνώστη τού Σαββατοκύριακου (εκδ. Εστία) δεν είναι παρά η αφορμή για να μιλήσει με ελεγχόμενο λυρισμό και τρικ αποστασιοποίησης για την πόλη, την Αθήνα, και για τα βιβλία, για τα λογοτεχνήματα που τη στοιχειώνουν και που είναι οι χάρτες της ψυχογεωγραφίας, οι πυξίδες για να περιπλανηθούμε και στον χώρο αλλά και στον χρόνο της. Η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Βάλια, μπλέκει αίφνης στους λαβυρίνθους της βιβλιομανίας, σε ένα σύμπαν μπορχεσιανό, σε κόσμους αποτελούμενους από βιβλία που φέρνουν άλλα βιβλία, τα οποία με τη σειρά τους οδηγούν σε κινηματογραφικές ταινίες που σε ωθούν σε μουσικές εξαίσιες, για να φτάσεις και πάλι στα βιβλία. Με μαεστρία και χιούμορ, ο Φύσσας θέλει να μας θυμίσει πώς ήταν κάποτε η Σόλωνος με τις «ντουλάπες» (τα υπαίθρια πράσινα παλαιοβιβλιοπωλεία), η Πατησίων, η Κηφισιά, αλλά συνάμα πόσο πολύτιμη και συναρπαστική ήταν η περιπέτεια συγγραφέων, όπως ο Βασίλης Βασιλικός και ο Νόρμαν Μέιλερ, ο Δημήτρης Χατζής και ο Νόρμαν Σπίνραντ, ο Εμμανουήλ Ροΐδης και ο Ρέιμοντ Τσάντλερ.

 

3. ΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ: Μια ιδανική πόλη μπορεί να μας εξάψει τη φαντασία, όπως οι αόρατες πόλεις του Καλβίνο, ή να μας μαγέψει με την ομορφιά της, όπως το Παρίσι του Μπέντζαμιν, το Δουβλίνο του Τζόις, η Τεργέστη του Σβέβο. Κι όμως, δεν θα είναι παρά μια κόλαση, αν κατοικείται από ανθρώπους-φαντάσματα (Χρυσόπουλος, σ. 116).

Το επόμενο πρωί, νωρίς νωρίς, η Βάλια πήγε για πρώτη φορά στη ζωή της σε βιβλιοπωλείο. Τα πήρε σβάρνα όλα, κανονικά και παλαιοβιβλιοπωλεία, Σόλωνος, Ιπποκράτους, Σταδίου, Πανεπιστημίου, Γενναδίου, Μαυρομιχάλη, Γραβιάς, Μπόταση, Ασκληπιού, Τρικούπη, Ακαδημίας, Μπενάκη, Θεμιστοκλέους, Καποδοστρίου, Ζ. Πηγής, Μασσαλίας (τότε υπήρχαν ακόμα οι «Ντουλάπες» στο πλάι της Νομικής), Μαντζάρου, Χ. Τρικούπη, Φειδίου (Φύσσας, σ. 66).