Καλοκαιρινά τοπία στην ελληνική λογοτεχνία

Καλοκαιρινά τοπία στην ελληνική λογοτεχνία Facebook Twitter
Robert McCabe- Μύκονος 1957
0

«Θέλετε να ξεκουραστεί το σώμα σας; Θέλετε να ηρεμήσει η ψυχή σας; Θέλετε ν’ απαλλαγεί το μυαλό σας από έγνοιες και φροντίδες; Ελάτε στη Μύκονο. Μόνο μ’ ένα παλιό παντελόνι, ένα τριμμένο πουκάμισο, ένα ξεθωριασμένο πουλόβερ, μια άχρηστη κάλτσα της γυναίκας σας για σκούφο, ένα ζευγάρι ερειπωμένα πέδιλα. Όλα τ’ άλλα -γραβάτες, κουκουλάρικα, παπούτσια, ξυριστικά, ματαιοδοξίες, κοσμικότητες, επιδειξιομανίες, σοβαροφάνειες, κοινωνικές υποστάσεις, «καλές» σχέσεις, νερόβραστες ρομάντζες, ρούμπες, σάμπες και «τι θα κάνουμε απόψε» παρατήστε τα στην Αθήνα. Ειδάλλως καλύτερα να πάτε σε κάποιο άλλο νησί…»

Ο Μ. Καραγάτσης σοβαρολογούσε. Ακόμα και τότε που έγραφε αυτές τις γραμμές (Βραδυνή, 1952), η γενέθλια γη της Μέλπως Αξιώτη αντιμετωπιζόταν ως τόπος παραθερισμού των σνομπ των Αθηνών. Όμως εκείνος επέμενε: τι να ΄ρθουν να κάνουν οι πλούσιοι εδώ; Να κοιμηθούν στις φτωχικές καμαρούλες της, να φάνε στα λαϊκά μαγειριά της, να περάσουν ένα καλοκαίρι χωρίς ζεστό μπάνιο, χωρίς τρεχούμενο νερό, χωρίς μπαρ; Όχι, η Μύκονος είναι για να παραδώσεις το κορμί σου «στο όργιο του χλιαρού ήλιου, της υπόψυχρης θάλασσας, της χρυσής άμμου, του βάναυσου μελτεμιού και του κόκκινου βράχου», για να ξαναβρείς «μέσα στη γαλήνη και τον πρωτογονισμό της αιγαίας φύσεως, όλα εκείνα που σπατάλησες στον πόλεμο της αστικής ζωής: ηρεμία, καλοσύνη, κατανόηση, πραότητα, ταπεινοσύνη».

Ο Σταυρός των Χανίων, όπου έστησε το ΄64 ο Μιχάλης Κακογιάννης το συνεργείο του για να μεταφέρει το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη στο σινεμά, χρόνια τώρα θυμίζει Λούτσα.

Εβδομήντα χρόνια αργότερα, ένας από τους ελάχιστους τόπους όπου διαφυλάσσεται ατόφια η γαλήνη και ο πρωτογονισμός της αιγαίας φύσης, είναι οι κιτρινισμένες σελίδες κάποιων βιβλίων. Σελίδες μέσα από τις οποίες αναδύεται ένα ελληνικό καλοκαίρι πλημμυρισμένο στις ευωδιές και το φως.

Καλοκαιρινά τοπία στην ελληνική λογοτεχνία Facebook Twitter
Σαντορίνη, 1930.

Τα Φηρά της Σαντορίνης του ΄30 που αποτύπωσε ο Κώστας Ουράνης στα ταξιδιωτικά του, με τα μετρημένα στα δάχτυλα σπίτια, «σφηνωμένα στα πόδια του θεόρατου βράχου της σκουριάς», λυγίζουν τώρα υπό το βάρος του μπετόν. Οι «εκθαμβωτικά λευκές, απρόσιτες κι ανάερες» πολιτείες του νησιού, ούτε μικρές είναι πια ούτε αποξενωμένες από τον κόσμο. Μένει, ωστόσο, για πάντα η «Ωδή στη Σαντορίνη» του Ελύτη από τους «Προσανατολισμούς»: «Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη/ Όρθωσες ένα στήθος βράχου/ κατάστιχτου απ’ την έμπνευση της όστριας/ Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη/Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα/ Με φωτιά με λάβα με καπνούς/ Με λόγια που προσηλυτίζουν το όνειρο/ Γέννησες τη φωνή της μέρας/ Έστησες ψηλά/ Στην πράσινη και ρόδινη αιθεροβασία/ Τις καμπάνες που χτυπάει ο ψηλορείτης της νους/ Δοξολογώντας τα πουλιά στο φως του μεσαυγούστου»…

Ας πάμε πίσω λοιπόν: σε «ρόδιν’ ακρογιάλια» που λες κι έχουν χαθεί από τον χάρτη, σε παραλίες με παμπάλαιες καμπίνες μπάνιου, αραποσυκιές και καλαμιές όπου δροσίζονταν ο Ζορμπάς ή στα διάφανα και βαθυγάλαζα κάποτε νερά της Καστέλας όπου έκανε τις σκανταλιές του ο «Τρελλαντώνης», ο αδελφός της Πηνελόπης Δέλτα. Ας ξαπλώσουμε στο «αλαφρό σαν αμύγδαλο» αιγινήτικο χώμα που ύμνησε ο Σικελιανός, ας ακούσουμε τις κραυγές των παιδιών να μπερδεύονται με το κελάηδημα του πουνέντε όπως ο Γκάτσος στην «Αμοργό», κι ας αντικρύσουμε την Άνδρο, όπως κι ο ήρωας του Εμπειρίκου στον «Μεγάλο Ανατολικό»: σαν μια «καλλίμαστο και σφριγηλή γυνή, θαλερά και αυροφίλητο» που αναδύεται με μυθική μεγαλοπρέπεια εκ του Αρχιπελάγους.

Καλοκαιρινά τοπία στην ελληνική λογοτεχνία Facebook Twitter
Ο Ανδρέα Εμπειρίκος στην Άνδρο.

Σ’ αυτήν την εκδρομή δεν είναι όλα ειδυλλιακά. Τίποτε, για παράδειγμα, στην εκκίνηση της «Γαλήνης» του Βενέζη δεν προσφέρει αισθήματα ευφορίας. Καθώς όμως ένα κοπάδι κυνηγημένοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία αναζητούν νέα πατρίδα στην Αττική, ξεπροβάλλει μπροστά μας η Ανάβυσσος το καλοκαίρι του 1923: ένα μέρος άγονο, γεμάτο σκίνα, αγκάθια, βούρλα, λαγούς, τσακάλια και άμμο, και το μονοπάτι που οδηγεί στην ακρογιαλιά καταλήγοντας στις αλυκές, να ΄ναι «το μοναδικό σημάδι πως υπάρχει ζωή ανθρώπινη σ’ εκείνη την ερημιά»…

Σε μιαν άλλη «Γαλήνη», στη βίλα του Πόρου όπου είχε καταλύσει τον Αύγουστο του 1946 ο Σεφέρης, εξουθενωμένος από το κλίμα της εποχής που κυοφορούσε τον εθνικό διχασμό, στο μέρος όπου θα συνθέσει την «Κίχλη», ο ποιητής συνειδητοποιεί πόσο ολιγαρκής θα έπρεπε να είναι τελικά: «Η λίμνη του Πόρου με τα φώτα που συλλαβίζω κάθε βράδυ, μοιάζει να βουλιάζει κάθε μέρα πιο βαθιά», γράφει στο ημερολόγιό του. «Ο Πόρος, κλειστός όπως είναι, μου θυμίζει, πως λίγα είναι τα πράγματα που χρειάζομαι, πως θα ΄πρεπε να παραμερίζω πράγματα που μ’ εμποδίζουν να βλέπω. Ό,τι έχω εδώ μπροστά μου, φτάνει: ένα ξύλο στην ακρογιαλιά, ο χάλκινος ήχος του Προγυμναστηρίου, οι λιθογραφίες στα μπακάλικα της χώρα, τα ουδέτερα πρόσωπα, μου φτάνουν για να γράψω ό,τι θέλω (…) Η κουβέντα ενός βαρκάρη, η χειρονομία ενός ψαρά, έχουν ένα κύρος για μένα που δεν ένιωσα παρά πολύ σπάνια στη συναναστροφή τόσων υπουργών, λ.χ., ή καθηγητών και διανοουμένων».

Ο Πόρος με την αλλοτινή χλιδή και τη νωχέλειά του, θύμιζε στον Σεφέρη κάτι από Βενετιά. Και το ακμαίο ακόμα Λεμονοδάσος απέναντι, τον έκανε ν’ ανακαλεί -τι άλλο;- αισθησιακούς πειρασμούς. Μια βαρκάδα προς τα κει συντροφιά με τον Κοσμά Πολίτη, νωρίς, πριν σηκωθεί ο μπάτης, μέσα στο τριανταφυλλένιο θάμπος του πελάγους, θα ΄ταν αρκετή για να χάσει κανείς την αίσθηση του χρόνου. Κι η βόλτα στην καρδιά του δάσους, μεθυστική: «Οι πρώτες λεμονιές χύνουν το άρωμά τους μέσα στον πρωινό αέρα. Δέντρα σφιχτοδεμένα όλο σφρίγος και χυμούς, όσο ανεβαίνομε πυκνώνουν οι φυλλωσιές και όσο παν μικραίνουν οι φωτερές και παιχνιδιάρικες σταλαματιές του ήλιου πάνω στο χώμα και πάνω στην ξερολιθιά που εδώ κι εκεί το συγκρατάει. Μα ο ίσκιος απομένει ανάλαφρος κι αερικός. Ένα ρυάκι κατεβαίνει πηδηχτά την πλαγιά κελαδώντας, και τα πουλιά, πάνω από το κεφάλι μας, τονίζουν το τραγούδι τους πάνω στον ίδιο αυτό σκοπό».

Καλοκαιρινά τοπία στην ελληνική λογοτεχνία Facebook Twitter
Πόρος Ασκέλι, 1940. Φωτογραφία του Γ. Σεφέρη.

Πόσο διαφορετικό είναι το τοπίο που αντικρίζει το alter ego του Καζαντζάκη στον «Βίο και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»! Είναι ξημερώματα, έχει μόλις βγει από το ξενοδοχειάκι της Μαντάμ Ορντάνς, έχει γνωριστεί στα πεταχτά με το νερό, το χώμα και τον αγέρα του τόπου, οι παλάμες του μυρίζουν φασκόμηλο, φλισκούνι και θρούμπα, κι από ένα ψήλωμα αγναντεύει το «κυματιστό ριγάτο δέρμα τίγρης» που συνθέτουν οι ζώνες από σιδερόπετρες, οι σκουροπράσινες χαρουπιές και οι ασημόφυλλες ελιές:

«Έμοιαζε το κρητικό ετούτο τοπίο, έτσι μου φάνηκε, με την καλή πρόζα: καλοδουλεμένο, λιγόλογο, λυτρωμένο από περιττά πλούτη, δυνατό και συγκρατημένο. Διατύπωνε με τ’ απλούστερα μέσα την ουσία. Δεν έπαιζε, δεν καταδέχουνταν να χρησιμοποιήσει κανένα τερτίπι, δε ρητόρευε. Έλεγε ό,τι είχε να πει με αντρίκια αυστηρότητα. Μα ανάμεσα από τις αυστηρές γραμμές του ξεχώριζες στο κρητικό ετούτο τοπίο απροσδόκητη ευαιστησία και τρυφεράδα -σε απάνεμες γούβες μοσκοβολούσαν οι λεμονιές και οι πορτοκαλιές, και πέρα, από την απέραντη θάλασσα, ξεχύνουνταν αστέρευτη ποίηση. Η Κρήτη, μουρμούριζα, η Κρήτη… κι η καρδιά μου αναπετάριζε».

Καλοκαιρινά τοπία στην ελληνική λογοτεχνία Facebook Twitter
Ο Ζορμπάς του Κακογιάννη γυρίστηκε στον Σταυρό των Χανίων.

Ο Σταυρός των Χανίων, όπου έστησε το ΄64 ο Μιχάλης Κακογιάννης το συνεργείο του για να μεταφέρει το μυθιστόρημα του Καζαντζάκη στο σινεμά, χρόνια τώρα θυμίζει Λούτσα. Η ανατολική παραλία του Ρεθύμνου, επίσης, που περιδιαβαίνει ο Παντελής Πρεβελάκης στο «Χρονικό μιας πολιτείας» (1938) υποκλινόμενος στη «χάρη της μοναξιάς», αυτό το καθαρό και πλατύ περιγιάλι με την ψιλή άσπρη άμμο που «φεύγει θαρρείς σαν καροτσόδρομος να πάει να σμίξει με το Μεγαλόκαστρο», είναι σήμερα χτισμένο με μεγαθήρια.

Μήπως όμως έχει απομείνει κάτι από την Σκιάθο του Παπαδιαμάντη; Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελένη Αλεξανδράκη επέλεξε να γυρίσει σ’ άλλο φυσικό σκηνικό την «Νοσταλγό», στην Νίσυρο. Ούτε η Μυτιλήνη έχει γλυτώσει εντελώς. Η οικοδομική έκρηξη έπληξε και τα δικά της προάστια. Στη Βίγλα άραγε φουντώνουν ακόμη πάθη; Ο Στρατής Μυριβήλης που δεν κουράστηκε ποτέ να εμπνέεται από τις φυσικές χάρες της γενέτειράς του, στήνει στον γιαλό της Βίγλας –«μια κυκλική παράταξη από άγριους βράχους»- ένα απροσδόκητο συναπάντημα ανάμεσα στον Λεωνή και τη Σαπφώ, τη «Δασκάλα με τα χρυσά μάτια». Ζωγράφος με νωπές ακόμα τις μνήμες από τον πόλεμο του ΄22 ο πρώτος, χήρα συμπολεμιστή του η δεύτερη, πάλλονται και οι δυο από έναν έρωτα αμοιβαίο αλλά βουβό.

Κι εκεί, στις «Βίγλας τα ράχτα», καθώς η Σαπφώ προπορεύεται με το ομπρελίνο της πάνω στη στενή λουρίδα της ακρογιαλιάς με τα χοντρά στρογγυλεμένα βότσαλα, καθώς η φλογισμένη βροχή του ήλιου χύνεται πάνω στους καλοδουλεμένους ώμους της και τις μακριές της γάμπες, ο Λεωνής ονειρεύεται πώς θα την αποτυπώσει στον καμβά: σαν μια Σαλώμη ολόγυμνη κι ακίνητη, αλλά πανέτοιμη να ορμήσει σ’ έναν οργιαστικό χορό, με μια θάλασσα από υδράργυρο μπροστά της «βαριά, σαν ετοιμόγεννη σκύλα», ενώ «κάτω από την πηχτή πέτσα του νερού, θα παραφυλάει την ώρα του ξύπνιο το παράφορο πνέμα της τρικυμμίας και ο καλπασμός των κυμάτων».

Καλοκαιρινά τοπία στην ελληνική λογοτεχνία Facebook Twitter
Άμαξα στην Κηφισιά. Οδός Ηρώδου Αττικού, πλάι στο άλσος της Κηφισιάς. Στο πίσω μέρος είναι οι γραμμές του τρένου.

Επιστροφή στην Αθήνα. Για την ακρίβεια, στην προπολεμική Κηφισιά, εκείνο το ζεστό καλοκαίρι που τρεις αδελφές, εφοδιασμένες από την Μαργαρίτα Λυμπεράκη με «Ψάθινα καπέλα», ξάπλωναν πάνω στα στάχυα για να σιγοκουβεντιάσουν τα μυστικά τους, και γίνονταν ένα με τ’ αγριολούλουδα και τον ουρανό. Τότε που στις καλαμιές της λεωφόρου Ανοίξεως έκρωζαν σαν τρελαμένα τα βατράχια, το μεγάλο ρυάκι που κατέβαινε από το Κεφαλάρι πότιζε τα κτήματα, οι δρόμοι κόβονταν από τις αμπολές στα δυο, και στα περιβόλια της Χελιδονούς, οι κερασιές, κατακόκκινες, βάραιναν από τους καρπούς. Τότε που ο Υμηττός απλωνόταν στον ορίζοντα «ροδολεβάντινος», κι όλες οι ερωτικές προσδοκίες των κοριτσιών βιάζονταν να εκπληρωθούν…

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το Νόμπελ του Σεφέρη: «Βρε Μαρώ, τι τους έκανα και με μισούν έτσι;»

Σαν Σήμερα / Το Νόμπελ του Σεφέρη: «Βρε Μαρώ, τι τους έκανα και με μισούν έτσι;»

Οι στιγμές λίγο πριν από την αναγγελία του βραβείου Νόμπελ στην Αθήνα, ο μοναχικός θρίαμβός του και ο φθόνος των ομοτέχνων του, οι λαμπρές στιγμές στη Στοκχόλμη και η συνάντησή του με τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Οι συναρπαστικές στιγμές της κορυφαίας αναγνώρισης του Έλληνα ποιητή μέσα από σπάνια ντοκουμέντα.
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ
Ο Σεφέρης στα Καμένα Βούρλα

Μέρες / Ο Σεφέρης στα Καμένα Βούρλα

Το 1962 ο ποιητής επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα, κουρασμένος ψυχικά και σωματικά από την Πρεσβεία του Λονδίνου, και ενώ περιμένει να ολοκληρωθεί το σπίτι του στην Οδό Άγρας, παραθερίζει στα Καμένα Βούρλα κάνοντας μια ανασκόπηση ολόκληρης της ζωής του. Είναι στα 62 του χρόνια και αισθάνεται μέσα του το απόλυτο κενό.
ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Βιβλίο / «Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Η κορυφαία συγγραφέας της Αργεντινής, Σέλβα Αλμάδα, μιλάει στη LiFO λίγο πριν από την άφιξή της στη χώρα μας με αφορμή το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας για τα πολυβραβευμένα βιβλία της, την έμφυλη βία και τη γυναικεία ταυτότητα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Βιβλίο / Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Γαλανόσκυλος», ο καταξιωμένος συγγραφέας μιλά για όλα: τους πολιτικούς «που είναι ανίκανοι αλλά ξέρουν να μαζεύουν ψήφους», τον πολιτισμό που έχει μετατραπεί σε «σοβαροφανή παρωδία» και μια Ελλάδα που «δεν έχει ξεφύγει ποτέ από τον ναρκισσισμό της».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Βιβλίο / Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Στο μυθιστόρημά του «Αθέατος βίος», ο Νικολό Αμανίτι ερευνά την ιδιωτική ζωή της συζύγου ενός πρωθυπουργού, υπενθυμίζοντας ότι σήμερα οι social media managers κινούν τα νήματα και η θεωρία του χάους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Ο Ντίλαν Τόμας αυτοβιογραφούμενος

Βιβλίο / Ο Ντίλαν Τόμας αυτοβιογραφούμενος

Η έκδοση του «Πορτρέτου του καλλιτέχνη ως νεαρού σκύλου» επιβεβαιώνει τη σπουδαία κληρονομιά του Ουαλού ποιητή και τον σημαντικό ρόλο του τόπου του στις ιστορίες του, αναθεωρώντας πολλές λάθος εκτιμήσεις για τη ζωή και τον θάνατό του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Νίκος Αμανίτης: «Στον ΔΟΛ ζούσαμε ένα συνεχές Game of Thrones»

Βιβλίο / Νίκος Αμανίτης: «Στον ΔΟΛ ζούσαμε ένα συνεχές Game of Thrones»

Με αφορμή το βιβλίο του «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα», ο γνωστός δημοσιογράφος μιλά για τις εμπειρίες του από τις αίθουσες σύνταξης, για την πορεία της δημοσιογραφίας τις τελευταίες δεκαετίες αλλά και για τα γεγονότα που σημάδεψαν τη δική του διαδρομή.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Σιντάρτ Κάρα: «Σεξ τράφικιν»

Το πίσω ράφι / «Έπρεπε να δουλεύω ακόμη κι όταν ήμουν άρρωστη»

O Σιντάρτ Κάρα έγραψε το «Σεξ τράφικιν» για τη σύγχρονη σωματεμπορία, έχοντας διαπιστώσει από πρώτο χέρι πώς είναι οργανωμένη αυτή η κερδοφόρα βιομηχανία που βασίζεται στη φτώχεια, την ανισότητα και τη ζήτηση.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Αυτός ο πόλεμος προετοιμαζόταν από το 2000»: Η «φουτουρίστρια» του ΝΑΤΟ προβλέπει το μέλλον

Οπτική Γωνία / «Αυτός ο πόλεμος προετοιμαζόταν από το 2000», λέει η «φουτουρίστρια» του ΝΑΤΟ

Η Γαλλογερμανίδα πολιτική επιστήμονας Φλόρενς Γκάουμπ μιλά στην εφημερίδα «El Pais» για το Ιράν, τη Γροιλανδία, την Ουκρανία και τη Γάζα, τονίζοντας ότι «το μέλλον είναι μια στρατηγική ιδέα».
THE LIFO TEAM