Δημοσιογράφοι που έγιναν πολιτικοί: μια βλαπτική ιστορία καιροσκοπισμού, δημαγωγίας και ψευδαισθήσεων

Δημοσιογράφοι που έγιναν πολιτικοί: μια βλαπτική ιστορία καιροσκοπισμού, δημαγωγίας και ψευδαισθήσεων Facebook Twitter
Το σίγουρο είναι ότι οι συγκεκριμένοι βλάπτουν εξίσου και την δημοσιογραφία και την πολιτική...
0

Σε αυτό το κείμενο που για πολλούς θεωρείται το σημαντικότερο πολιτικό κείμενο του 20ου αι., ο Max Weber (1864-1920) θίγει μεταξύ άλλων και ένα θέμα που συζητείται προεκλογικά στην Ελλάδα: την εμπλοκή των δημοσιογράφων στην πολιτική. Τη δημαγωγία ορισμένων. Τον καιροσκοπισμό και την ανάγκη τους να βολευτούν. Την ψευδαίσθηση δύναμης που αποκτούν εφαπτόμενοι στα σαλόνια των ισχυρών. Την ορισμένες φορές άδικη περιφρόνηση της κοινωνίας προς αυτούς. Τον τρόπο που η διαφήμιση στα μέσα επηρεάζει το παιχνίδι της πολιτικής. Το πώς τελικά η δημοσιογραφία βλάπτεται ανεπανόρθωτα από τον σχετισμό της με την επαγγελματική πολιτική... Αυτά και άλλα πολλά αναλύονται με τρόπο διαυγή και πυκνό στο κείμενο αυτής της διάλεξης που μεταφράστηκε πρόσφατα στα ελληνικά και που θα μπορούσε να έχει ως επιμύθιο το εξής: Μη ψηφίζετε δημοσιογράφους· οι συγκεκριμένοι βλάπτουν την δημοσιογραφία και την πολιτική εξίσου.

Αξίζει να ληφθεί υπ' όψιν το ιστορικό πλαίσιο: Βρισκόμαστε στο 1919, στην περίοδο της Γερμανικής Επανάστασης, λίγες μόλις μέρες μετά τη δολο­φονία των ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος, Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λούξεμπουργκ. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει μόλις λήξει, με τη Γερμανία ηττημένη. Το Ράιχ έχει καταλυθεί, ο Κάιζερ έχει παραιτηθεί απ' το θρόνο, ενώ η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν έχει εγκαθιδρυθεί ακόμα.

 


 

ΕΝΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:

Ήδη από τη γένεση του συνταγματικού κράτους, κι ακόμα περισσότερο από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, ο κύριος τύπος πολιτικού ηγέτη στη Δύση είναι ο «δημαγωγός». Η δυσάρεστη επίγευση της λέξης δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε πως όχι ο Κλέων, αλλά ο Περικλής ήταν ο πρώτος που αποκλήθηκε έτσι. Χωρίς αξίωμα, ή από τη μόνη θέση που —σε αντίθεση με τα κληρωτά αξιώματα της αρχαίας δημοκρατίας— προϋπέθετε την ψήφο, εκείνη του αρχιστράτηγου, ηγήθηκε της κυρίαρχης εκκλησίας του δήμου των Αθηναίων. Και η σύγχρονη δημαγωγία καταφεύγει βέβαια στη ρητορική, και μάλιστα σε τεράστια έκταση, αν αναλογιστεί κανείς τους προεκλογικούς λόγους που οφείλει να εκφωνήσει ένας σύγχρονος υποψήφιος. Όμως ακόμα περισσότερο χρησιμοποιεί τον έντυπο λόγο. Ο πιο λαϊκός δημοσιολόγος, προπάντων ο δημοσιογράφος, είναι στήν εποχή μας ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του είδους.

Στο πλαίσιο της διάλεξης αυτής, θα ήταν εντελώς αδύνατη ακόμη και μια απλή σκιαγράφηση της κοινωνιολογίας της σύγχρονης πολιτικής δημοσιογραφίας, μιας και πρόκειται για κεφάλαιο από κάθε άποψη ξεχωριστό. Λίγα μόνο οφείλω να αναφέρω. Ο δημοσιογράφος έχει ένα κοινό με τους άλλους δημαγωγούς, όπως άλλωστε και με το δικηγόρο (και τον καλλιτέχνη) — στην ηπειρωτική Ευρώπη τουλάχιστον, σε αντίθεση με τα ισχύοντα στην Αγγλία, παλαιότερα μάλιστα και στην Πρωσία. Όπως εκείνοι, έτσι κι αυτός δεν μπορεί να ταξινομηθεί κοινωνικά με ασφάλεια. Ανήκει σε μια κάστα παρίων, την οποία η «κοινωνία» συνηθίζει να κρίνει με βάση τους ηθικά χθαμαλότερους εκπροσώπους της. Εξού και κυκλοφορούν οι πιο παράδοξες απόψεις γι’ αυτούς και τη δουλειά τους. Δεν καταλαβαίνουν όλοι ότι ένα πράγματι καλό δημοσιογραφικό άρθρο απαιτεί τουλάχιστον τόσο «πνεύμα» όσο κάθε άλλο λόγιο επίτευγμα — ιδίως επειδή πρέπει να παραχθεί αμέσως, κατόπιν παραγγελίας, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να επιδράσει αμέσως, αν και βεβαίως γράφεται υπό τελείως διαφορετικές συνθήκες απ’ ό,τι ένα ακαδημαϊκό γραπτό. Ότι η ευθύνη εδώ είναι πολύ μεγαλύτερη, ότι μάλιστα το αίσθημα ευθύνης του έντιμου δημοσιογράφου δεν στέκει χαμηλότερα από εκείνο του λογίου —αλλά υψηλότερα, όπως μας δίδαξε ο πόλεμος— δεν αναγνωρίζεται σχεδόν ποτέ, διότι όπως είναι φυσικό η μνήμη μας συγκρατεί ακριβώς τις πιο ανεύθυνες επιδόσεις των δημοσιογράφων εξαιτίας των συχνά αποκρουστικών συνεπειών τους. Κανένας δεν πιστεύει ότι οι δημοσιογράφοι που έχουν δείξει με κάποιο τρόπο την αξία τους είναι άνθρωποι διακριτικότεροι από τον μέσο όρο. Και όμως, έτσι είναι. Οι ασύγκριτα μεγαλύτεροι πειρασμοί που αντιμετωπίζει κανείς στο επάγγελμα και οι λοιπές συνθήκες του δημοσιογραφείν σήμερα, γέννησαν τις συνέπειες που έθισαν το κοινό να βλέπει τον Τύπο με ένα μείγμα αποστροφής και —αξιοθρήνητης— δειλίας. Τι πρέπει να γίνει, δεν μπορούμε να το συζητήσουμε απόψε.

 

Κανένας δεν πιστεύει ότι οι δημοσιογράφοι που έχουν δείξει με κάποιο τρόπο την αξία τους είναι άνθρωποι διακριτικότεροι από τον μέσο όρο. Και όμως, έτσι είναι. Οι ασύγκριτα μεγαλύτεροι πειρασμοί που αντιμετωπίζει κανείς στο επάγγελμα και οι λοιπές συνθήκες του δημοσιογραφείν σήμερα, γέννησαν τις συνέπειες που έθισαν το κοινό να βλέπει τον Τύπο με ένα μείγμα αποστροφής και —αξιοθρήνητης— δειλίας.

 

Εδώ μας ενδιαφέρει το ζήτημα του πολιτικού πεπρωμένου των δημοσιογράφων, του ενδεχομένου να βρεθούν σε πολιτικές ηγετικές θέσεις. Αυτό ήταν μέχρι τώρα πιθανό μόνον στο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Αλλά στους κόλπους του τα πόστα των συντακτών είχαν ως επί το πλείστον χαρακτήρα θέσεων υπαλληλικών, και δεν αποτελούσαν εφαλτήριο ανόδου στα ηγετικά αξιώματα. Στα αστικά κόμματα, κρίνοντας γενικά, οι ευκαιρίες απόκτησης πολιτικής ισχύος μέσω αυτής της οδού έχουν μάλλον χειροτερέψει σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη γενιά. Βεβαίως, κάθε πολιτικός περιωπής ήταν υποχρεωμένος να καλλιεργεί σχέσεις με τον Τύπο και να τον επηρεάζει. Αλλά το να αναδεικνύονται οι κομματικοί ηγέτες από τις τάξεις του Τύπου ήταν κάτι το απρόσμενο, η εξαίρεση. Ο λόγος είναι η οξύτατη «μη διαθεσιμότητα» των δημοσιογράφων —προπάντων όσων δεν διαθέτουν περιουσία και, συνεπώς, εξαρτώνται από τη δουλειά τους— την οποία επιβάλλει η αδιανόητη άνοδος της έντασης του επαγγέλματος και η υποχρέωση να παρακολουθείς αδιαλείπτως την επικαιρότητα. Το να πρέπει να βγάζει τα προς το ζην αρθρογραφώντας κάθε μέρα ή έστω κάθε εβδομάδα, είναι χαλκάς στο πόδι για έναν πολιτικό· γνωρίζω μάλιστα περιπτώσεις όπου ηγετικές φυσιογνωμίες στον αγώνα τους να ανέλθουν στην εξουσία παρέλυσαν απ’ αυτόν το λόγο εξωτερικά, κυρίως όμως εσωτερικά. Ότι ο σχετισμός του Τύπου με τους κρατούντες στην κυβέρνηση και τα κόμματα του παλαιού καθεστώτος ήταν ό,τι το βλαπτικότερο για το επίπεδο της δημοσιογραφίας είναι άλλο κεφάλαιο. Στις αντίπαλές μας χώρες το πράγμα είχε αλλιώς. Αλλά και σε αυτές και σ’ όλα τα άλλα σύγχρονα κράτη το συμπέρασμα ήταν, καθώς φαίνεται, το ίδιο: ο εργαζόμενος δημοσιογράφος συγκεντρώνει όλο και λιγότερη πολιτική επιρροή, ενώ αντίθετα ο καπιταλιστής μεγιστάνας του Τύπου —λ.χ. του είδους του «λόρδου» Νόρθκλιφ— όλο και περισσότερη

Στην Γερμανία, τα μεγάλα καπιταλιστικά δημοσιογραφικά συγκροτήματα, αφότου μάλιστα απέκτησαν τον έλεγχο των τοπικών φύλλων των «μικρών αγγελιών» και των διαφημιστικών καταχωρήσεων, ήταν συνήθως τυπικοί καλλιεργητές της πολιτικής αδιαφορίας. Διότι ασκώντας ανεξάρτητη πολιτική δεν μπορούσαν να προσδοκούν κέρδη, πολλώ δε μάλλον να εξασφαλίσουν τη χρήσιμη για τα συμφέροντά τους εύνοια των κρατούντων. Η διαφήμιση στάθηκε επίσης η οδός μέσω της οποίας επιχειρήθηκε συστηματικά στη διάρκεια του πολέμου ο πολιτικός επηρεασμός του Τύπου, απόπειρα που, όπως φαίνεται, θα συνεχιστεί. Μολονότι αναμένεται ότι οι μεγάλες εφημερίδες θα ξεφύγουν από την πίεση, η κατάσταση των μικρών φύλλων είναι πολύ δυσχερέστερη. Εν πάση περιπτώσει, αυτή τη στιγμή η δημοσιογραφική σταδιοδρομία, όσα θέλγητρα κι αν έχει και όση επίδραση κι αν ασκεί, προπάντων όση πολιτική ευθύνη κι αν συγκεντρώνει, εδώ σ’ εμάς συνήθης οδός για την ανάδειξη των πολιτικών ηγετών δεν είναι — δεν είναι πλέον ή δεν είναι ακόμη, θα φανεί μελλοντικά.

Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί αν η εγκατάλειψη της αρχής της ανωνυμίας που ζητούν κάποιοι δημοσιογράφοι —όχι όλοι— μπορεί ν’ αλλάξει κάτι. Τον τρόπο με τον οποίο «διηύθυναν» κατά τη διάρκεια του πολέμου τις εφημερίδες μας οι δεινές πένες που προσελήφθησαν επί τούτου, και που μάλιστα πάντοτε υπέγραφαν επωνύμως τα κείμενά τους, τον ζήσαμε. Και δυστυχώς, σε κάποιες απ’ τις γνωστότερες περιπτώσεις μάς έδειξε ότι δεν είναι βέβαιο πως έτσι καλλιεργείται υψηλότερο αίσθημα ευθύνης, όπως κανείς θα πίστευε. Διότι ήταν ακριβώς τα κατά κοινή ομολογία χείριστα φύλλα του κίτρινου τύπου που —ανεξαρτήτως κόμματος— επεδίωξαν και επέτυχαν έτσι την αύξηση της κυκλοφορίας τους. Περιουσίες ολόκληρες κέρδισαν οι εν λόγω κύριοι, εκδότες και σκανδαλοθήρες δημοσιογράφοι — τιμή όχι βέβαια. Για την αρχή της ανωνυμίας αυτό δεν λέει βέβαια τίποτε· το ζήτημα είναι εξαιρετικά περίπλοκο, και τα φαινόμενα αυτά δεν έχουν καθολική ισχύ. Αλλά μέχρι τώρα ο δρόμος των γνήσιων ηγετών ή της υπεύθυνης πολιτικής δεν ήταν αυτός. Πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, μένει να το δούμε.

Η δημοσιογραφική καριέρα παραμένει πάντως μία οδός από τις σημαντικότερες προς την επαγγελματική πολιτική. Οδός όχι για όλους. Πολύ λιγότερο μάλιστα για αδύναμους χαρακτήρες, πρωτίστως ανθρώπους που δεν είναι σε θέση να διαφυλάξουν την εσωτερική ισορροπία τους παρά μόνο όταν είναι κοινωνικά εξασφαλισμένοι. Αν ο βίος του νεαρού λογίου είναι κι αυτός επισφαλής, εντούτοις οι σταθερές κοινωνικές συνθήκες γύρω του τον προφυλάσσουν από τον εκτροχιασμό. Όμως η ζωή του δημοσιογράφου συνιστά από κάθε άποψη την απόλυτη αστάθεια, και μάλιστα υπό συνθήκες που θέτουν σε δοκιμασία την εσωτερική του ασφάλεια με τρόπο που δεν συναντάται σχεδόν σε καμιά άλλη περίπτωση. Και οι συχνά πικρές εμπειρίες του επαγγέλματος δεν είναι ίσως καν το χειρότερο.

Ιδίως οι επιτυχημένοι δημοσιογράφοι τίθενται αντιμέτωποι με δυσχερέστατες εσωτερικές προκλήσεις. Δεν είναι διόλου μικρό πράγμα να συχνάζεις στα σαλόνια των ισχυρών της γης ως, υποτίθεται, ίσος μεταξύ ίσων, να σε περιστοιχίζουν συχνά με κολακείες οι πάντες γιατί σε φοβούνται, και να γνωρίζεις την ίδια στιγμή ότι με το που θα πατήσεις το πόδι σου στην πόρτα της εξόδου ο οικοδεσπότης σου θα σπεύσει να δικαιολογηθεί επί τούτου στους καλεσμένους του που είναι αναγκασμένος να συναναστρέφεται τη «δημοσιογραφική αλητεία». Όπως δεν είναι διόλου ασήμαντο να καλείσαι να αποφανθείς ακαριαία και ωστόσο πειστικά για το καθετί, για ό,τι απαιτήσει η «αγορά», για όλα τα βιοτικά προβλήματα που μπορεί κανείς να διανοηθεί, χωρίς να ξεπέσεις όχι μόνον στην απόλυτη ρηχότητα αλλά προπάντων στην αναξιοπρέπεια της αυτοέκθεσης και στις αδυσώπητες συνέπειές της. Δεν εκπλήσσει τόσο ότι πολλοί δημοσιογράφοι πράγματι ως άνθρωποι εκτροχιάστηκαν και ατιμάστηκαν, όσο ότι, παρ’ όλα αυτά, ειδικά το συγκεκριμένο κοινωνικό στρώμα περιλαμβάνει στους κόλπους του τόσους άξιους και απόλυτα έντιμους ανθρώπους, που οι απ’ έξω δύσκολα θα μπορούσαν να το υποψιαστούν.

________________

Μαξ Βέμπερ, Η Πολιτική ως κάλεσμα και επάγγελμα, Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης, Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής, Θεώρηση: Νίκος Κουμπιάς, 108 σελ., Εκδ. Δώμα

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ιωάννα Μπουραζοπούλου: «Μπαίνω στα σκοτάδια των μύθων ατρόμητη»

Βιβλίο / Ιωάννα Μπουραζοπούλου: «Μπαίνω στα σκοτάδια των μύθων ατρόμητη»

Με αφορμή το νέο της βιβλίο, «Φτερούγες κι οπλές στο αστικό δάσος», η συγγραφέας μιλά για τη λογοτεχνία του φανταστικού, την τεχνητή νοημοσύνη, τον έρωτα, κι εκείνη την ανθρώπινη πλευρά που εξακολουθεί να αντιστέκεται σε κάθε αλγόριθμο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ε.Ε. Κάμινγκς: «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία»

Βιβλίο / Ε.Ε. Κάμινγκς: «Τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα από τη σοφία»

O αντισυμβατικός, ευφυής και διαβόητος Αμερικανός ποιητής, που όσο ζούσε έβλεπε τα βιβλία του να απορρίπτονται και τα ποιήματά του να αποσύρονται, ενώ οι εκδότες τού ζητούσαν να γράφει επεξηγηματικούς προλόγους για να γίνει κατανοητό το ασυνήθιστο ύφος του.
ΜΑΤΟΥΛΑ ΚΟΥΣΤΕΝΗ
Βιρζινί Βιάρ: Το σφάλμα (ή η αμαρτία) να μην είσαι σταρ στη μόδα

Βιβλίο / Βιρζινί Βιάρ: Το θανάσιμο αμάρτημα του να είσαι αόρατη στη μόδα

Η πρώην καλλιτεχνική διευθύντρια της Chanel έγραψε ένα βιβλίο για να υπερασπιστεί τα πέντε χρόνια της δημιουργικής της πορείας. Αντί, όμως, να ενισχύσει τη θέση της, επιβεβαίωσε την έλλειψη πάθους που τη χαρακτηρίζει, καθώς και την αδυναμία της να εμπνέει.
ΣΤΕΛΛΑ ΛΙΖΑΡΔΗ
Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Βιβλίο / Υπάρχει η Αθήνα που αγαπάμε ή είναι μόνο για τουρίστες;

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο ΕΚΠΑ, Δημήτρης Πλάντζος, μιλά για το βιβλίο του «Συνέβη στην Αθήνα», που φέρνει στο φως άγνωστες πλευρές της πόλης και καταγράφει τις αλλαγές στις γειτονιές, που γίνονται όλο και πιο ξένες στους ίδιους τους κατοίκους τους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Η (διαρκώς) απρόβλεπτη ζωή και έργο της Αν Κάρσον

Βιβλίο / Αν Κάρσον: «Οι άνθρωποι που αγαπάμε, ποτέ δεν είναι όπως τους επιθυμούμε»

Η Καναδή συγγραφέας, που τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας, άλλαξε τον χάρτη των παγκόσμιων γραμμάτων με την ξεχωριστή γραφή της. Κινήθηκε με απαράμιλλη άνεση ανάμεσα στην ποίηση, το δοκίμιο και το λιμπρέτο, πλάθοντας ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν, όπου η ειρωνεία συνυπάρχει με την ομορφιά και το προσωπικό πένθος συνομιλεί με την οδύνη των κλασικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ