Νίκος Αραπάκης: "Μολονότι έχω γράψει ορισμένες ερωτικές σκηνές, οφείλω να ομολογήσω ότι το "σεξ επί χάρτου" δεν είναι το φόρτε μου. Θα έλεγα ότι το αντιμετωπίζω περισσότερο ως αναγκαίο κακό, ως μια διάσταση της ζωής την οποία δεν μπορείς να αγνοήσεις. Κατά την εκτίμησή μου δεν υπάρχουν κανόνες που να ορίζουν το πώς γράφεται μια επιτυχημένη ερωτική σκηνή. Πάντως, αν έπρεπε να δώσω ένα μπούσουλα σε κάποιον ο οποίος θα ήθελε να γράψει μια ανάλογη σκηνή, το μόνο που θα του έλεγα είναι το εξής: Φρόντισε να ταιριάζει με το ύφος σου. Αν γράφεις λιτά περιέγραψε τη σκηνή λιτά, αν είσαι λυρικός περιέγραψέ τη λυρικά. Με δυο λόγια να είσαι ο εαυτός σου. Αν προσπαθήσεις να γράψεις έξω από αυτό αυτό που είσαι οι πιθανότητες να βγει "μάπα το καρπούζι" πολλαπλασιάζονται.

(Και μια τελευταία συμβουλή-παρότρυνση προς τον επίδοξο "ερωτικό συγγραφέα": Να θυμάσαι πάντα ότι, αν κάποιος θέλει να δει τσόντα, θα πάει στο βίντεο κλαμπ της γειτονιάς και δεν θα περιμένει να διαβάσει το βιβλίο σου)".

Tι συνιστά Κακό Σεξ στη λογοτεχνία;

Λένα Διβάνη: "Κακό λογοτεχνικό σεξ είναι ότι και το κακό πραγματικό σεξ: μια ξενέρωτη ποζεριά, κάτι σαν το "το κάνω γιατί πρέπει" των παντρεμένων. Το καλό πάλι στη λογοτεχνία όπως και στη ζωή αποπνέει ελευθερία, ιδρώτα και επιθυμία. Να μη βλέπεις το χαρτί, να βλέπεις σεντόνι!"

Νιόβη Λύρη: "Το καλό σεξ εξαρτάται από το (λογοτεχνικό) στόχο: αν αναθέτουμε στον αναγνώστη το χρωματισμό του, η περιφραστική γλώσσα είναι προτιμότερη από τη «ρεαλιστική». Γιατί η γλώσσα δεν διαθέτει σχετικές λέξεις τόσο ουδέτερες όσο π.χ. το «χέρι» ή το «τραπέζι», και άρα ο «ρεαλισμός» στην πραγματικότητα σε αιχμαλωτίζει σε (ισχυρούς) χρωματισμούς. Αυτό συμβαίνει πιο πολύ σε άντρες στρέιτ συγγραφείς, που, επειδή ως άνθρωποι έχουν μικρότερη συνείδηση των περιορισμών, ηττώνται ως συγγραφείς από τις ανεξέλεγκτες συνδηλώσεις της «ρεαλιστικής» αφήγησής τους.
Αν όμως μπορούμε συνειδητά να εκμεταλλευτούμε αυτές τις συνδηλώσεις (βία, ταξικές διαφορές, ήθη) τότε αυτό είναι επίσης καλό λογοτεχνικό σεξ. Σ αυτό νομίζω τα καταφέρνουν καλύτερα σήμερα οι ομοφυλόφιλοι άντρες.
Τέλος το λυρικό -όχι το «ροζ», δηλ το ψεύτικο- έχει ψυχαναλυτική δύναμη και υποδηλώνει κάτι που η καλή λογοτεχνία έτσι κι αλλιώς ήξερε από πάντα: ότι η σεξουαλικότητα είναι μια εγκόσμια δύναμη πολύ ευρύτερη από τη «διείσδυση». Σ αυτή τη ματιά ίσως οι γυναίκες είναι εγγύτερα".  

Ηλίας Μαγκλίνης: "Ο Τζ. Κ. Τσέστερτον έλεγε ότι ένα "κακό μυθιστόρημα μάς λέει αλήθειες για τον συγγραφέα του, ένα καλό μυθιστόρημα μάς λέει αλήθειες για τους χαρακτήρες του". Νομίζω ότι κάτι ανάλογο ισχύει και για το σεξ στη λογοτεχνία. Το κακό λογοτεχνικό σεξ μας λέει πράγματα μόνο για το συγγραφέα, το καλό για τα πρόσωπα του εκάστοτε πεζογραφήματος.
Ακόμα: το κακό λογοτεχνικό σεξ είναι σκηνή που περισσεύει. Αν θέλετε να μιλήσουμε με παραδείγματα, καλό λογοτεχνικό σεξ μάς έχει δώσει ο Μίλαν Κούντερα. Απόλυτα ενταγμένο στη πλοκή και αναπόσπαστο κομμάτι του βαθύτερου ψυχισμού των ηρώων του.
Καλό λογοτεχνικό σεξ είναι επίσης το γεμάτο υπαινιγμούς και νύξεις (βλέπε "Λολίτα" του Ναμπόκοφ).
Κακό λογοτεχνικό σεξ είναι το λυρικό σεξ, το μελωμένο, κάτι σαν τον ραδιοσταθμό Γκάλαξι Εφ Εμ, το σταθμό της εμμηνόπαυσης. Επίσης, αφόρητο μπορεί να είναι το υπερβολικά "ανδρικό" σεξ. Η αντρίλα είναι μονομερής και γι' αυτό πληκτική. Παράδειγμα: ο Ροθ μας είχε δώσει παλαιότερα μερικές έξοχες σελίδες γνήσιου ανδρικού αλλά πολύπλευρου την ίδια στιγμή στρέιτ σεξ, την έχει πατήσει όμως εσχάτως, στα γεράματά του. Ο γοητευτικότατος, κατά τα άλλα, Χένρι Μίλερ βρωμάει ανδρίλα: όλες οι γκόμενες χύνουν ακαταπαύστως μαζί του. Έχει το μαγικό ραβδάκι. Όπως οι ταξιτζήδες.
Προσωπικά, νομίζω ότι τις πιο φορτισμένες ερωτικές σκηνές τις έχει γράψει ο Κάφκα: πάντα κάποιος διακόπτει τους εραστές, βάναυσα σχεδόν, διότι, εξάλλου, το σεξ λαμβάνει χώρα σε δημόσιους χώρους, π.χ., στον "Πύργο", ο Κ. προσπαθεί να το κάνει με μια υπηρετριούλα πίσω από έναν γκισέ πανδοχείου. Κάποια στιγμή, συνειδητοποιούν ότι κάποιοι τους κοιτάζουν και όλα τελειώνουν απότομα "πάνω στο καλύτερο". Ίσως να έχει να κάνει και με το ότι το σεξ στον Κάφκα μοιάζει και αυτό σαν κομμάτι ενός ονείρου - συχνότερα, εφιάλτη. Κι όπως όλοι γνωρίζουμε, το σεξ μπορεί να είναι και όνειρο και εφιάλτης μαζί"

Πάνος Θεοδωρίδης: "Απορρίπτω κάθε ανόητη μεταφορα: "η φύση του εξογκώθηκε σε βαθμό που τον ξάφνιασε..." "του δόθηκε"...
Μαζί, θεωρώ κακόγουστο οτιδήποτε δεν έχει χαρακτήρα αμαλγάματος: πολιτική πρόταση χωρίς σεξικα υπονοούμενα, είναι άχαρη και τούμπαλιν.
Αδιαφορώ και περιφρονώ κάθε συσχέτιση της περιγραφής του σεξ με πουτάνες, κοριτσάκια, παρθενίες, απειρία, γεροντομπαμπαλιάσματα και άλλα στερεοτυπικά.
Τέλος,άν μπορείς να κανεις σεξ και αντ΄αυτού γράφεις, είναι η μέγιστη κατάρα και αποβλάκωση .Σα να υπογράφεις μνημόνιο χωρίς να πάρεις δανεικά".

Πέτρος Τατσόπουλος: "Τα περισσότερα από τα πονήματα του Μαρκησίου ντε Σαντ χρειάστηκαν πάνω από δύο αιώνες ωσότου δουν νόμιμα το φως της δημοσιότητας. Ο Ντ. Χ. Λορενς έμεινε στο σκοτάδι τέσσερις δεκαετίες, ενώ ο Χένρι Μίλερ ήταν πιο τυχερός: μόλις δύο. Δεν νοσταλγώ φυσικά εκείνες τις απαγορεύσεις -μολονότι, για τους ίδιους τους συγγραφείς, λειτουργούσαν ως τροχιοδεικτικά βλήματα, καθόριζαν τα επιτρεπτά όριά σου και, δια της εις άτοπον απαγωγής, πότε υπερέβαινες τα εσκαμμένα. Σήμερα, με ελεύθερη πρόσβαση κάθε πιτσιρικά στο Youporn και οκτάωρης διάρκειας τσόντες από τα περίπτερα έναντι τριών ευρώ, καθίσταται φανερό ότι η ευκαιρία για σκανδαλισμό ή έστω και για απλό ερεθισμό μέσω μιας καλογραμμένης σεξουαλικής σκηνής έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Τι απομένει στην ερωτική λογοτεχνία; Πιθανόν μονάχα το πεδίο της παρωδίας -το σεξ ως ιλαροτραγικός γρίφος. Επ' αυτού ανακαλώ πάντα ως λαμπρό παράδειγμα τον Ντέιβιντ Σεντάρις και ειδικά εκείνες τις σελίδες όπου ο ανήλικος ήρωάς του μυείται στο σεξ από ένα φτηνό πορνογράφημα με άπειρα τυπογραφικά λάθη: "Σκίση με", "Πάρε τον πίτσο μου", "Θα σου τρυπόσω την κωλίρα"... Ακόμη κλαίω από τα γέλια".

Θανάσης Χειμωνάς: "Όλα είναι σχετικά και έχουν να κάνουν με την γενικότερη μορφή του κειμένου αλλά και το στυλ του συγγραφέα. Αν πρέπει πάντως σώνει και καλά να γενικεύσουμε, θεωρώ πως ο χειρότερος τρόπος για να αποδώσεις μια σεξουαλική επαφή στην λογοτεχνία είναι η "αθώες μεταφορές" (δικός μου ο όρος). Εκφράσεις του τύπου "τον ένοιωσε μέσα της όσο ποτέ", "έγιναν ένα μέσα σε ένα ερωτικό κρεσέντο ηδονής", "τον αισθάνθηκε πάνω της ωσάν την ιερά συνδόνη" (εντάξει, εδώ το παράκανα...). Τέλος πάντων, εγώ προσωπικά είμαι εναντίον τον μακρόσυρτων περιγραφών της σεξουαλικής πράξης (εκτός φυσικά αν κάτι τέτοιο επιβάλλεται από την γενικότερη θεματική του βιβλίου. Θα γούσταρα πολύ ένα μυθιστόρημα το οποίο, μετά από ένα μακροχρόνιο όσο και επεισοδιακό φλερτ, θα κατέληγε "και τότε φιλήθηκαν και έκαναν σεξ. The End"".

Χρήστος Χωμενίδης: Ο καλύτερος σύμμαχος της πορνογραφίας υπήρξε αναμφισβήτητα ο πουριτανισμός. Κείμενα που κυκλοφορούν λαθραία χέρι με χέρι και διαβάζονται από ασθμαίνοντες αναγνώστες μέσα σε κλειδωμένες τουαλέτες ή κάτω από σεντόνια με τη βοήθεια φακού. Συγγραφείς που χρησιμοποιούν την πένα σαν φάλλο και ερεθίζονται στην ιδέα ότι αν τυχόν αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους θα έχουν κακά ξεμπερδέματα… Δεν μιλάω για το απώτατο μονάχα παρελθόν: στο μεταίχμιο της δεκαετίας του ’80, στην Ελλάδα, ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ είχε κατασχεθεί και ο εκδότης του είχε προσαχθεί σε δίκη… Μα το νερό κύλησε πολύ γρήγορα στο αυλάκι και οι μετέπειτα γενεές υπέστησαν τέτοιον ανηλεή βομβαρδισμό από κάθε λογής πορνικές (όπως τις αποκαλεί ο Καβάφης) εικόνες, ώστε κινδύνευσαν να καταντήσουν αναφροδίσιες λόγω οπτικού κορεσμού. Στις μέρες μας, το στοίχημα για τον πορνογράφο είναι να αποτυπώσει με τις λέξεις ό,τι δεν γίνεται να απαθανατιστεί από κανέναν φακό, όσο διεισδυτικός κι αν είναι. Συνταγή στην τέχνη γενικώς δεν υπάρχει. Στην πορνογραφία τουλάχιστον, το επιθυμητό πάνω στον αναγνώστη αποτέλεσμα διαγιγνώσκεται αλάθητα. Καλείται «σεξουαλική διέγερση». Εάν την πετύχεις με τα –τυπωμένα ή όχι- λόγια σου, σου αξίζει μέχρι και να επωφεληθείς από αυτήν…

Γιώργος Ψάλτης: "«Κακό σεξ» σημαίνει δύο σώματα χωρισμένα. Οι «λυρικές μεταφορές» απομακρύνουν, οι «χειρουργικές περιγραφές» αποξενώνουν. Πρέπει, στην αφήγηση μιας ερωτικής περίπτυξης, ο αναγνώστης να γίνεται μέρος τού σώματος της. Ενίοτε, μάλιστα, σε ρόλο ηδονοβλεπτικό.
Η μορφή οφείλει να υπηρετεί το περιεχόμενο. Δεν γίνεται να βρει ο συγγραφέας ενιαίο τρόπο γραφής για όλο το κείμενο του. Όπως υπάρχει ο χρηστός τρόπος αφήγησης τής πρώτης συνάντησης δύο ερωτευμένων, ή του καυγά ενός κουρασμένου από τα χρόνια ζευγαριού, έτσι και για μια σκηνή σεξ: η γλώσσα και ο ρυθμός προκύπτουν στις κατάλληλες μορφές τους".

 

(Από ένα παλιότερο ποστ της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου με αφορμή το βραβείο "Bad sex in Fiction" που διοργανώνει το βρετανικό λογοτεχνικό περιοδικό Literary Review από τις αρχές της δεκαετίας του '90.)