Γεννήθηκα από μετανάστες γονείς στην Δυτική –τότε- Γερμανία. Ο πατέρας μου ήταν ανθρακωρύχος και η μάνα μου νοικοκυρά, παντρεύτηκαν με προξενιό και μετανάστευσαν. Γυρίσαμε όταν ήμουν 6 χρονών επειδή ο πατέρας μου ήθελε να πάω σε ελληνικό σχολείο, θεωρούσε ότι τα ελληνικά σχολεία στη Γερμανία ήταν χάλια. Πήγαμε ένα χρόνο στο χωριό, και μετά στην Θεσσαλονίκη, στην Τούμπα, εκεί μεγάλωσα, μέχρι 25 χρονών. Τελείωσα τη Νομική και μετά κατέβηκα στην Αθήνα και σπούδασα θέατρο.


Στην Αθήνα κατέβηκα μόνη μου. Ο μπαμπάς δεν με άφηνε να γίνω ηθοποιός και έτσι τελείωσα τη Νομική, γιατί ήμουν πολύ καλό παιδί και άκουγα τους γονείς μου. Πήρα το πτυχίο, έκανα άσκηση, αλλά δεν το άσκησα το επάγγελμα. Δεν άνοιξα γραφείο ποτέ. Έφυγα γιατί κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνω δικηγόρος. Όταν χρωστούσα το τελευταίο μάθημα, μου έγινε μια πρόταση από μία τράπεζα για να πάω εκεί ως μπάνκερ μόλις πάρω το πτυχίο μου, με δυνατότητα ανέλιξης σε διοικητικές θέσεις. Ήμασταν φτωχή οικογένεια και ήξερα ότι θα διασφαλιστώ, αλλά δεν ήταν το όνειρό μου να γίνω μπάνκερ. Από τότε που γεννήθηκα ήθελα να γίνω ηθοποιός.

 

Δεν μπορώ ούτε δευτερόλεπτο να ανεχτώ κάτι που δεν είναι ουσιαστικό, δεν ξέρω τι έχω πάθει. Είναι προκλιμακτήριος; Είναι δεύτερη εφηβική επανάσταση; Είναι που δεν μπορώ να ανεχτώ στο όνομα μιας νοσταλγίας να διατηρήσω πράγματα που επί του πρακτέου σήμερα δεν υπάρχουν; Μερικές σχέσεις είναι σαν μνημόσυνα. Λέμε «α, ο τάδε, ο αγαπημένος μου» αλλά δεν έχουμε δώσει διαπιστευτήρια τα τελευταία 16 χρόνια.


Είχα χάσει τη μαμά μου, ήμασταν μόνο εγώ και ο μπαμπάς γιατί δεν έχω αδέρφια, και όταν του είπα ότι επέλεξα να πάω στην Αθήνα και δεν θα δεχτώ τη δουλειά, αρρώστησε. Είναι πολύ ευθυνόφοβος και μου είπε «δεν μπορώ να αναλάβω τέτοιο ρίσκο, κάνε ο,τι νομίζεις». Έδωσα δυο φορές εξετάσεις στο ωδείο, κόπηκα, και κατέβηκα στην Αθήνα στο Εμπρός, στον Μπαντή, την Οικονομίδου και τον Καταλειφό. Σπούδασα εκεί τέσσερα χρόνια. Τελείωσα το 2000, κι από τότε δουλεύω ως ηθοποιός.


•Για πρώτη φορά δούλεψα στον Σωτήρη τον Χατζάκη, στις Εκκλησιάζουσες, όπως και τώρα. Στην Επίδαυρο. Μετά δούλεψα με τον Αντώνη Καλογρίδη στο Angel Baby, στο θέατρο Μουσούρη, το 2000, και μετά το ένα έφερε το άλλο.

 

Στο Μουσούρη με είδε ο Αλέξανδρος ο Ρήγας, του άρεσα και έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μαζί του και με την τηλεόραση. Είχα τρέλα με τον Ρήγα, μου άρεσε πάρα πολύ, και ένα βράδυ μου λέει η Αλεξάνδρα η Παλαιολόγου ότι είναι από κάτω και θα παρακολουθήσει την παράσταση.

 

Από το άγχος μου, το ξέχασα ότι είναι. Τελειώνω, φεύγω από την κρυφή πόρτα, πάω με το τρόλεϊ στο Περιστέρι που έμενα τότε και μόλις φτάνω στο σπίτι χτυπάει το κινητό μου και μου λέει η Αλεξάνδρα «πού είσαι; Είναι εδώ ο Ρήγας και σε ψάχνει!».

 

Έσκασα, γιατί σκεφτόμουν ότι πάει, πέταξε η ευκαιρία. Την άλλη μέρα με πήρε τηλέφωνο ένας από την ομάδα του και μου είπε «άρεσες πολύ στον Αλέξανδρο και θα σου γράψει έναν ρόλο για το καινούργιο του σίριαλ». Νόμιζα ότι μου κάνουν αστείο. Το σίριαλ αυτό ήταν «Οι Στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη». Αυτό έφερε «Το Καφέ της Χαράς» και έτσι συνέχισα, το ένα έφερνε το άλλο. Δεν σταμάτησα να δουλεύω ποτέ, τηλεόραση, θέατρο, τηλεόραση, θέατρο.


• Ο Καζαντζάκης ήταν μεγάλος σταθμός στη ζωή μου. Ο πρώτος πνευματικός, τον αποκαλούσα ο «παππούς», ζούσα και έπινα νερό στο όνομά του, διάβαζα μερόνυχτα. Μετά τον Καζαντζάκη διάβασα Νίτσε αναγκαστικά γιατί είναι όμοροι, μετά διάβασα πολύ ποίηση. Με κατέστρεψε ο Ρίτσος ψυχολογικά, με στοίχειωσε. Τρίτος ήρθε ο Λειβαδίτης σαν πνευματικός ηγέτης που με τσάκισε.

 

Έρωτες υπήρχαν πολλοί, ως παιδί λάτρευα τον Μάρλον Μπράντο, ήταν ένας τρελός εφηβικός έρωτας. Κάποιοι καθηγητές μου στο σχολείο με κατηύθυναν πνευματικά χωρίς οι ίδιοι να το ξέρουν. Έγιναν φίλοι μου μετά, που μεγάλωσα, αλλά δεν ήξεραν πόσο κομβικό ρόλο έπαιξαν στη ζωή μου. Και οι καθηγητές μου στη σχολή, που ήταν σπουδαίοι: ο Τάσος ο Μπαντής, η Ράνια Οικονομίδου, αυτοί που ουσιαστικά μου έμαθαν πώς να σκέφτομαι για το θέατρο, να μην σκέφτομαι όπως νόμιζα. Με έβαλαν σε τάξη, σε μεγάλη τάξη.

 

Τέσσερα χρόνια στη σχολή ήμασταν σαν στρατός, δεν ήταν μία απλή σχολή, ήταν πολύ στρατόπεδο και εμένα μου άρεζε πολύ το πειθαρχημένο. Ομολογώ ότι από κει και πέρα, αυτοί οι άνθρωποι είχαν τόσο καλό όνομα, που όποτε έλεγα ότι τελείωσα το Εμπρός ήταν σαν εύσημο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ μου πώς αντιδρούσαν όσοι το άκουγαν. Αυτό δεν το ήξερα όταν ήμουν εκεί μέσα, ότι αυτοί οι άνθρωποι χαίρουν τέτοιας εκτίμησης. Ουσιαστικής εκτίμησης.

 

Σοφία Μουτίδου: «Μερικές φιλίες είναι σαν μνημόσυνα»
Είναι πολύ βασικό πράγμα το θέατρο, είναι μια ολική τέχνη του σώματος και του μυαλού. Πρέπει όλοι να καλλιεργήσουν τα εκφραστικά τους μέσα, να μάθουν πώς να αποτυπώνουν μία σκέψη τους και μετά ας γίνουν ό,τι θέλουν. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Οι φίλοι είναι μεγάλο και επώδυνο κεφάλαιο στη ζωή μου. Πριν από δύο χρόνια θα σου έλεγα ότι όλα είναι τέλεια, σε δύο χρόνια ήρθε η καταστροφή 25ετών φιλιών. Είχα 6-7 φίλους που ήμασταν σαν οικογένεια, που κατεβήκαμε από πάνω μαζί για να γίνουμε κάτι και φιλοξενούσε ο ένας τον άλλο, γιατί δεν είχαμε να φάμε. Γίναμε όλοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, συγγραφείς, γνωστοί πολύ ή άγνωστοι, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει επέλθει μία ρήξη.

 

Εγώ πλέον δεν μπορώ ούτε δευτερόλεπτο να ανεχτώ κάτι που δεν είναι ουσιαστικό, δεν ξέρω τι έχω πάθει. Είναι προκλιμακτήριος; Είναι δεύτερη εφηβική επανάσταση; Είναι που δεν μπορώ να ανεχτώ στο όνομα μιας νοσταλγίας να διατηρήσω πράγματα που επί του πρακτέου σήμερα δεν υπάρχουν; Μερικές σχέσεις είναι σαν μνημόσυνα.

 

Λέμε «α, ο τάδε, ο αγαπημένος μου» αλλά δεν έχουμε δώσει διαπιστευτήρια τα τελευταία 16 χρόνια. Αυτό δεν μου λέει κάτι πια, χάθηκαν σχέσεις αίματος γιατί εγώ έκανα στην άκρη κάποιους φίλους πολύ σημαντικούς. Αυτό με στοίχειωσε και με στεναχώρεσε, κι υπάρχουν άνθρωποι που τους βλέπω στον ύπνο μου, αλλά από την άλλη, τι τηλέφωνο να πάρω αφού ήταν ένα ψέμα αυτό στο τέλος; Είχε καταλήξει να μην είναι αλήθεια.

 

Αυτό που με τσακίζει αυτή τη στιγμή είναι η κόρη μου, η οποία επειδή μεγαλώνει πολύ με τους φίλους μου και είναι πολύ κοινωνική, δεν μπορώ να καταστρέφω σχέσεις στις οποίες η Δήμητρα ποντάρει. Εκεί μπλοκάρω. Οι φίλοι ήταν το πιο σημαντικό πράγμα για μένα, είχα τρέλα με τους κολλητούς, και δίνω συνέχεια ευκαιρίες, δηλαδή με το που γνωρίζω έναν άνθρωπο του ανοίγομαι φουλ.


• Δεν είχα ποτέ ρυθμό, τώρα τελευταία έχω βρει τον δικό μου ρυθμό όμως στη ζωή μου. Αν ξύπναγες τη μάνα μου από τον τάφο και της έλεγες ότι «η Σοφία έχει δικό της ρυθμό» θα γέλαγε. Ήμουν ένας άνθρωπος που αγόμουν και φερόμουν από τις παρέες, δεν ήθελα να χάσω δευτερόλεπτο, δεν ήθελα να χάσω ούτε ένα αστείο που θα έλεγαν χωρίς εμένα, ούτε μία στιγμή από αυτά που ζούσαν. Τώρα μια χαρά είμαι και τελείως μόνη. Το έχει καταλάβει και ο σύντροφός μου και μου λέει «την κάνεις σιγά-σιγά».

 

• Περήφανη είμαι για τη Δήμητρα. Και κάθε φορά που βγάζω το κοστούμι από μία παράσταση και το παραδίδω, ξέρω ότι το τίμησα φουλ. Με ό,τι είχα και δεν είχα. Δεν το πούλησα ποτέ, ούτε για εξήντα δευτερόλεπτα. Το θεωρώ εντιμότητα, όχι περηφάνια. Και δεν θα άλλαζα τίποτα, δεν έχω τέτοια σχέση ούτε με τον χρόνο, ούτε με τα όνειρα.


Το πιο μεγάλο μου όφελος είναι ότι πάω στη δουλειά μου χαρούμενη. Δεν ξέρω πολλούς ανθρώπους που να το κάνουν αυτό. Θεωρώ κοβικό σημείο στη ζωή μου την ώρα που αποφάσισα ότι δεν θα πάω στην τράπεζα και είπα «όχι, δεν θα γίνω δημόσια υπάλληλος, θα γίνω ηθοποιός», κι ο πατέρας μου μού έλεγε «θα πεθάνεις από την πείνα» και έκλαιγε, «πού πας, είσαι κουμμουνίστρια και θα γίνεις ηθοποιός; Θα σε βάλουν μέσα, δεν θα 'χεις να φας», κι εγώ του είπα «θα κατέβω!». Και κατέβηκα και δεν είχα αλήθεια να φάω.

 

Έτρωγα κονσέρβες τέσσερα χρόνια, θα πάθαινα σκορβούτο, και δούλευα κλόουν, καθαρίστρια, έκανα ό,τι δουλειά υπήρχε. Ήμουν μακιγιέζ στην δασκάλα μου στον Γυάλινο Κόσμο, καθάριζα την σχολή του Εμπρός για να μην πληρώνω δίδακτρα, καθάριζα γραφεία πολιτικών μηχανικών. Αποφάσισα να γίνω ηθοποιός χωρίς να ξέρω αν θα βγάλω μια δραχμή από αυτό και τώρα η απόλαυση είναι τεράστια.

 

Βλέπω τριγύρω τους φίλους μου που υποφέρουν με τις ζωές που έχουν διαλέξει. Και στο τελευταίο μου βίντεο είπα κάτι πικρό, ότι «Ok, αν δεν περνάς καλά μπορεί να είναι αποτέλεσμα και δικής σου επιλογής. Ωραία δικαιολογία είναι ότι "εγώ δεν μπόρεσα, ήθελα, αλλά η ζωή μου τα έφερε δύσκολα"». Εμένα να δεις πόσο δύσκολα μου τα έφερε. Τώρα στα 46 με πιάνει αυτό το επιθετικό, δεν το είχα νωρίτερα.


Μου λέει ο άλλος «τότε που πήρα την απόφαση να γίνω ηθοποιός πέθανε ο πατέρας μου και αναγκάστηκα και έμεινα σπίτι για να ταΐσω τη μάνα μου». Τη νύχτα που πέθανε η μάνα μου ήρθε ο πατέρας μου κλαίγοντας και μου είπε «μην με αφήσεις ποτέ», και του είπα «ποτέ δεν θα σε αφήσω». Και τον άφησα. Είχε μεγάλο κόστος το ότι έφυγα για την Αθήνα, ψυχικό για τον μπαμπά, ενοχή που ακόμα δεν μου έχει φύγει, ούτε θα μου φύγει ποτέ.

 

Κατέβηκα χωρίς να έχω τις 60 χιλιάδες δραχμές για τα δίδακτρα, χωρίς να έχω σπίτι να μείνω, χωρίς τίποτα. Κι όλοι μου λένε «τι ωραία που το έκανες, τι τυχερή!». Τι τυχερή; Δεν ήμουν τυχερή, ταλαιπωρήθηκα πολύ για να τα κάνω όλα αυτά, απλώς τότε δεν το ένιωθα. Ήμουν τόσο καλά που δεν καταλάβαινα ότι είμαι φτωχή, έκλαιγα από τα γέλια όταν παίζαμε παντομίμα 25 άτομα και πήγαινα στο θέατρο να κάνουμε πρόβες.

 

Πάντα αγωνιζόμουν κι ακόμα αγωνίζομαι. Βλέπω παιδιά 22 και 23 χρονών σήμερα τα οποία δυσκολεύονται να αποφασίσουν. Υπάρχουν όμως και παιδιά στην ηλικία τους που το πρωί μοιράζουν φυλλάδια, το μεσημέρι καθαρίζουν σπίτια και το βράδυ πάνε στη δραματική σχολή. Ποιος είπε ότι είναι εύκολα τα πράγματα; Άμα δεν γεννήθηκες από πλούσια αρχίδια δεν θα έχεις βοήθεια.

 

Σοφία Μουτίδου: «Μερικές φιλίες είναι σαν μνημόσυνα»
Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο κόσμος χειροκροτάει τον πρωταγωνιστή όταν δεν του αρέσει. Εγώ είμαι του εμπορικού, παρακολουθώ και του ποιοτικού, αλλά δεν βλέπω πολύ θέατρο γιατί το βαριέμαι έτσι όπως γίνεται. Πήγα κι εγώ να δω μια πολύ γνωστή παράσταση για την οποία κόβαν όλοι τις φλέβες τους για τις ερμηνείες και νόμισα ότι θα βγει κάποια κάμερα και θα πει ότι είναι Πρωταπριλιά, είναι candid camera. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Πού να δεις τι γίνεται στους ηθοποιούς και σε αυτούς που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί, οι οποίοι λόγω της μπάλας που χάθηκε, επειδή δεν υπάρχει πια η τηλεόραση, θεωρούν τόσο μάταιο το να ασχοληθούν με το θέατρο αν δεν γίνουν διάσημοι. Και λες «μα όταν ξεκίνησα δεν είχα διάθεση να κάνω τηλεόραση, προέκυψε». Δεν κάνω τηλεόραση εδώ και χρόνια και ζω από το θέατρο αποκλειστικά.

 

Το θέατρο είναι αυτό που σπουδάσαμε και λατρεύουμε, το άλλο είναι πολύ ωραίο, μας φέρνει χρήματα, δημοτικότητα και ανεβάζει και το κασέ μας, αλλά αν μας λάχει. Η δουλειά μου είναι ηθοποιός θεάτρου. Άμα έβλεπες τι γινόταν στις σχολές που πήγαινα και δίδασκα, θα απελπιζόσουν από τα όνειρα που έχουν τα νέα παιδιά.


Οι περιουσίες που βγάζαμε με την τηλεόραση, δεν υπάρχουν πια. Ήταν δυσανάλογες οι ψαλίδες, πάρα πολλά λεφτά, καμία σχέση με το θέατρο. Τώρα κάνουμε δύομισι μήνες πρόβα και πάμε μετά κι ό,τι κατεβάσει. Ναι, αλλά εγώ αυτό γουστάρω. Και όποιος δεν το γουστάρει περνάει δύσκολα, γιατί έχει και τέτοιους. Έχει και ηθοποιούς που βαριούνται φρικτά, που «πουλάνε» καθημερινά την παράσταση 30 μέρες το μήνα, που δεν σέβονται κανέναν από κάτω που έχει πληρώσει 20 ευρώ, 15 ακόμα και 9.

 

Θεωρούν πολύ υποτιμητικό που το εισιτήριο έχει πάει τόσο χαμηλά, όταν ο μισθός είναι 480 ευρώ, «άχου, το έχουμε ρίξει το θέατρο». Όταν ο άλλος δεν έχει να φάει, δεν λες πάλι καλά που 'ρχεται; Και δεν κάνουν την χάρη να παίξουν, σε κανέναν. Ούτε στους συναδέλφους, ούτε στον κοσμάκη που τους βλέπει. Αυτό το ζω από το 2000 μέχρι σήμερα. Δεν παίζουν, όχι απλά στην πρόβα που δεν έπαιζε η Σπεράντζα Βρανά και τα Καλουτάκια -οι γνωστές ιστορίες-, δεν παίζουν ούτε καν στις κανονικές παραστάσεις.

 

Βαριούνται, έχουν σωματικά συμπτώματα, είχαν μια δύσκολη μέρα. Και δεν μιλάμε για παιδιά που έχουν πέμπτους ρόλους και ιδρώνουν, μιλάμε για μεγάλα ονόματα. Και τα παιδιά με τους πέμπτους ρόλους, όμως, όταν πάρουν τους πρώτους, πάλι κωλοβαράνε. Ελάχιστοι είναι οι καλλιτέχνες που έχουν όνομα που ιδρώνουν το ρούχο τους και δίνουν τα διαπιστευτήριά τους ακόμα.

 

Δεν μπορώ να καταλάβω επίσης γιατί ο κόσμος χειροκροτάει τον πρωταγωνιστή όταν δεν του αρέσει. Εγώ είμαι του εμπορικού, παρακολουθώ και του ποιοτικού, αλλά δεν βλέπω πολύ θέατρο γιατί το βαριέμαι έτσι όπως γίνεται. Πήγα κι εγώ να δω μια πολύ γνωστή παράσταση για την οποία έκοβαν όλοι τις φλέβες τους για τις ερμηνείες και νόμισα ότι θα βγει κάποια κάμερα και θα πει ότι είναι Πρωταπριλιά, είναι candid camera. Ο κόσμος έπληττε, δεν του άρεσε τίποτα.

 

Όταν τελείωσε η παράσταση χειροκροτούσαν. Και λες «μα σε άκουσα στο διάλειμμα τι σχολίαζες», αλλά πληρώνουν για ένα όνομα που έχουν ακούσει, για όσα έχουν διαβάσει και δεν έχουν δική τους κρίση. Κι έχουμε φτάσει στο σημείο να έρχονται και να μου λένε διθυράμβους, «δεν το πιστεύω», για το αυτονόητο: ότι παίζω. «Είσαι μοναδική, δεν υπάρχει αυτό», λέω «υπάρχει, μην κάνεις θεϊκό το αυτονόητο». Γι' αυτό το επίπεδο είναι χαμηλό στην Ελλάδα, γιατί κάνεις το ελάχιστο και κάνουν «ωωωω», πού να δεις και το πολύ! Αλλά πού να το δεις το πολύ όταν όλα είναι χαμηλοτάβανα και χαμηλών απαιτήσεων πράγματα, χαμηλών αξιώσεων.


Όταν πας σε μια παράσταση, πρέπει να ξέρεις γιατί πήγες. Είναι πολύ απαίδευτο το κοινό, γιατί δεν υπάρχει θεατρική εκπαίδευση στο σχολείο. Πρέπει να μαθαίνεις τα βασικά, ανεξάρτητα αν θα γίνεις ηθοποιός ή όχι. Είναι πολύ βασικό πράγμα το θέατρο, είναι μια ολική τέχνη του σώματος και του μυαλού. Πρέπει όλοι να καλλιεργήσουν τα εκφραστικά τους μέσα, να μάθουν πώς να αποτυπώνουν μία σκέψη τους και μετά ας γίνουν ό,τι θέλουν.

 

Χρειάζεται μια εκπαίδευση, δεν γίνεται να γίνεται μια παράσταση, να είσαι από κάτω, να βλέπεις και να είσαι ντουβάρι. Κι έχω διαβάσει και ακούσει απίστευτα πράγματα, «είναι μία πρωτοεπίπεδη φάρσα που στόχο έχει να γελάμε», κι αυτό το λέει για κακό. Μα αυτός είναι ο στόχος της, στο Παρίσι μόνο τέτοιες παίζονται, όλο το μεσοαστικό θέατρο είναι αυτό το πράγμα, εμείς σε ενοχλήσαμε; Δες άλλου είδους θέατρο, αλλά ούτε κι αυτό ξέρεις τι είναι. Για να πάρεις κάτι, πρέπει να το έχει η κούτρα σου.

 

Χρειάζεται να έχεις και μια ευαισθησία, μια κεραία άλφα για να δεχτείς το μήνυμα. Υπάρχουν και γομάρια που τα έχουν χάσει όλα και δεν έχουν καταλάβει τίποτα. Πρέπει να είσαι δέκτης για να πιάσεις το μήνυμα. Έχω έναν φίλο που πάει μέχρι τον φούρνο και του συμβαίνουν πράγματα, αλλά έχει τα μάτια του ανοιχτά και παρατηρεί τα πάντα. Κι η ζωή αποκτάει νόημα έτσι.

 

Σοφία Μουτίδου: «Μερικές φιλίες είναι σαν μνημόσυνα»
Η τέχνη είναι το νούμερο ένα που μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Σε κάνει πιο ευαίσθητο. Ουσιαστικά τι κάνει; Παίρνει μία απλή στιγμή, αυτή που είμαστε τώρα, και σου την ανάγει, σου την μεγαλώνει και στην κάνει φιλοσοφική. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Η τέχνη είναι το νούμερο ένα που μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Σε κάνει πιο ευαίσθητο. Ουσιαστικά τι κάνει; Παίρνει μία απλή στιγμή, αυτή που είμαστε τώρα, και σου την ανάγει, σου την μεγαλώνει και στην κάνει φιλοσοφική. Παίρνει για παράδειγμα μια μάνα που βυζαίνει το παιδί της και σου λέει «μητρότητα», σε πάει από μικρό στο μεγάλο, στο αρχέτυπο. Ουσιαστικά σε κάνει να δεις τη ζωή σου αλλιώς. Την παίρνει, την ομορφοποιεί, και στην ξαναστέλνει πίσω. Ακόμα και μια δυσάρεστη στιγμή, έναν άνθρωπο που κραυγάζει και πονάει, σε κάνει την δεις αλλιώς, να δεις και κάτι άλλο, πιο φιλοσοφικά, ότι δεν είσαι μόνος σου.


• Όταν μου συνέβη ο θάνατος του άντρα μου, ήμουν σε κατάσταση τραγική. Ήμουν κλεισμένη μέσα, χάλια, κι άνοιξα την τηλεόραση και είδα ότι είχε γίνει μια βομβιστική επίθεση. Κι έδειχνε τους ανθρώπους που πήγαιναν να δουν εάν οι δικοί τους είναι νεκροί και όποιοι το μάθαιναν έπεφταν κάτω και χτυπιόντουσαν. Ακριβώς όπως ήμουν εγώ πριν τρεις μέρες. Και είπα «είμαστε όλοι ένα».

 

Η πεθερά μου που ήταν από τους πιο σοφούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει, φάρος, ένα μυαλό φωτεινό, έλεγε κάτι φοβερό. Της έλεγα «ρε μαμά τι θα γίνει άμα αρρωστήσουμε, άμα πεθάνουμε; Βάι βάι» (έτσι έλεγε, βάι βάι όταν αναστέναζε), και μου είπε «γιατί οι άλλοι τι είναι, περίσσιοι, που τα παθαίνουν; Κανείς δεν είναι κατώτερος, κανένας δεν είναι περίσσευμα του Θεού ή της φύσης. Όλοι είμαστε μονάδες. Το ακούς στον απέναντι, θα χτυπήσει την πόρτα σου αύριο». Είναι σαν αυτό που μας έλεγαν στη Νομική, ότι όλοι είμαστε υποψήφιοι δολοφόνοι, αν έρθει η συνθήκη όλοι μπορούμε να γίνουμε. Αν δούμε με μακροσκοπική ματιά τη ζωή, νομίζω ότι αλλάζει ολόκληρη. Ομολογώ ότι με ανάγκαζε η ζωή και το βλέπω έτσι.

 

• Όταν έχασα τη μαμά μου είχα πάθει πλάκα με τον θάνατο, με την έλλειψη κίνησης και τη μη επιστροφή. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι η μαμά μου ήταν δίπλα μου και δεν κουνιόταν, με είχε συγκλονίσει. Έλεγα αυτό είναι ο θάνατος, ανελαστικός, δεν επιστρέφει το άτομο. Μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση και ας ήμουν 20 χρονών. Oυσιαστικά η απώλεια είναι τόσο βασική όσο και η γέννηση. Όταν γέννησα την Δήμητρα είπα σε ένα φίλο «Παναγιώτη μου, δεν το αντέχω», και μου λέει «είναι σαν τον θάνατο, δεν αντέχεται». Είναι πολύ μεγάλα πράγματα το να γεννάς ή να πεθαίνει κάποιος.


• Με τον Θεό, κρίμα, δεν μπόρεσα ποτέ στην ενήλικη ζωή μου να τα πάω καλά. Δεν τα κατάφερα. Η τελευταία φορά που έκανα προσπάθεια ήταν πριν πεθάνει η μαμά μου. Πήγα σε ένα μοναστήρι -ήμουν τότε θρήσκα-, ζήτησα να μου βάλουν ράσο, δεν μου βάλανε, αντ' αυτού μου δώσανε μια ζακέτα, 40 βαθμούς είχε, τη φόρεσα και όταν βγήκα από το μοναστήρι σε τρεις μέρες ήμουν γεμάτη σπυριά.

 

Πήγα εκεί, προσευχήθηκα για τη μαμά μου, φόρεσα έναν σταυρό, είδα και όραμα νομίζω, τον άγιο Ραφαήλ να μου χαμογελάει, και μετά η μαμά μου πέθανε. Και έπαθα μια μεγάλη άρνηση, όχι κάθετη, όχι από αυτό, αλλά από κει ξεκινώντας, μαζί με τον Καζαντζάκη, υπήρξε μια πορεία που απομακρύνθηκα ουσιαστικά, τελειωτικά και χωρίς επιστροφή από τον Θεό. Πολλές φορές θα ήθελα να είχα έστω και ελάχιστο αποκούμπι, γιατί οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν είναι πιο ελεύθεροι αλλά και πιο μόνοι.

 

Σοφία Μουτίδου: «Μερικές φιλίες είναι σαν μνημόσυνα»
Βλέπω τριγύρω τους φίλους μου που υποφέρουν με τις ζωές που έχουν διαλέξει. Και στο τελευταίο μου βίντεο είπα κάτι πικρό, ότι «Ok, αν δεν περνάς καλά μπορεί να είναι αποτέλεσμα και δικής σου επιλογής. Ωραία δικαιολογία είναι ότι "εγώ δεν μπόρεσα, ήθελα, αλλά η ζωή μου τα έφερε δύσκολα"». Εμένα να δεις πόσο δύσκολα μου τα έφερε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Με ενοχλεί η τόση υποκρισία. Άλλο πρόσωπο να έχει κάποιος και άλλο να δείχνει. Όλα τα καταλαβαίνω, η τόσο μεγάλη ψαλίδα, όμως, στο είναι και στο φαίνεσθαι με ενοχλεί πολύ. Και στη δουλειά μου με καταβαραθρώνει αυτό, γιατί λάμπει αυτό στη δουλειά μου. Δηλώνει και μία έλλειψη αυτογνωσίας του άλλου, γιατί μάλλον δεν ξέρεις καλά τον εαυτό σου ή έχεις επιλέξει να έχεις πάντα το ψεύτικο πρόσωπο μπροστά για οικονομικούς λόγους ή για λόγους καριέρας. Για να επιβιώνεις, να κερδίζεις δουλειές ψεύτικα, να έχεις ένα ψεύτικο όνομα, ψεύτικους θαυμαστές, αγορασμένα like και followers.


• Το σινεμά είναι σπάνιο, η τηλεόραση ψιλοκαταστράφηκε, μας έχει μείνει το θέατρο. Επειδή όμως αυτό σπούδασα και αυτό αγαπάω δεν έχω κανένα πρόβλημα, ζω με το θέατρο και πορεύομαι με το θέατρο. Κι είτε του εμπορικού, είτε του ποιοτικού, δεν έχει αξιώσεις η Ελλάδα από τους ηθοποιούς της. Ακούω βερεσέ όλα τα ποιοτικά σύνδρομα, ότι και καλά γίνονται κάποιες κινήσεις στην Ελλάδα.

 

Πρέπει να είναι μία ή δύο οι παραστάσεις το χρόνο που αξίζουν, λυμαίνονται και καταχρώνται δημόσιους πόρους πάρα πολλοί οργανισμοί και θεωρώ πολύ πιο έντιμο ένα εμπορικό θέατρο που κάνει αυτά που υπόσχεται και ο κόσμος έρχεται να δει αυτά για τα οποία πλήρωσε. Δεν υπάρχει τόλμη στο θέατρο, δεν υπάρχει ρίσκο, είμαστε λίγο εκ του ασφαλούς και στα πεπατημένα.

 


Με τον Θεό, κρίμα, δεν μπόρεσα ποτέ στην ενήλικη ζωή μου να τα πάω καλά. Δεν τα κατάφερα. Η τελευταία φορά που έκανα προσπάθεια ήταν πριν πεθάνει η μαμά μου. Πήγα σε ένα μοναστήρι -ήμουν τότε θρήσκα- προσευχήθηκα για τη μαμά μου, φόρεσα έναν σταυρό, είδα και όραμα νομίζω, τον άγιο Ραφαήλ να μου χαμογελάει, και μετά η μαμά μου πέθανε. Και έπαθα μια μεγάλη άρνηση, όχι κάθετη, όχι από αυτό, από κει ξεκινώντας μαζί με τον Καζαντζάκη υπήρξε μια πορεία που απομακρύνθηκα ουσιαστικά,τελειωτικά και χωρίς επιστροφή από τον Θεό.


• Ο Αλέξανδρος έκανε μια διασκευή στις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη, του οποίου προσωπικά δεν είμαι φαν. Οι γυναίκες που έρχονται στην Αθήνα είναι από όλη την Ελλάδα, την τότε Ελλάδα, και από την Σικελία και από την Σμύρνη, και από την Πάφο. Οι γυναίκες, λοιπόν, που μαζεύονται είναι Ελληνίδες, πόντιες, κρητικές, βλάχες, από παντού και η διασκευή του είναι δημιουργική, το χιούμορ είναι πολύ αριστοφανικό, ανακατεμένο μαζί με του Αλέξανδρου πολύ σοφά, κι είναι η πρώτη φορά που δεν είναι καθόλου σόκιν.

 

Έχει κρατήσει καθαρά τα αριστοφανικά στοιχεία, χωρίς αναχρονισμούς. Παίζουν μόνο άντρες, η μόνη γυναίκα είμαι εγώ, που κάνω έναν ρόλο που δεν είναι γραμμένος από τον Αριστοφάνη, αλλά απ τον Αλέξανδρο. Είμαι η πεθερά της Πραξαγόρας, η μάνα του Βλέπυρου -αυτός είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο. Έχει γίνει σαν μιούζικαλ, ακούγονται πολλά τραγούδια και ο κοσμος ενθουσιάζεται. Δεν σταματάνε να χειροκροτάνε και να φωνάζουν. Είναι πολύ χαρωπό, πολύ ευδιάθετο και πολύ έντιμο.


• Ο Αθερίδης είχε πει μια φράση φοβερή για την Αθήνα την οποία την συμμερίζομαι, είχε πει «μου αρέσει η Αθήνα γιατί έχει πιο πολλή φασαρία από το μυαλό μου» κι εμένα μου αρέσει η φασαρία, πολύ, όχι να την ζω τόσο, μου αρκεί να είναι έξω, να είναι δίπλα μου, ενδεχόμενη, ανά πάσα ώρα και στιγμή. Είναι μία κούκλα η Αθήνα, εγώ την αγαπώ πολύ. Αγαπώ και το κέντρο της και όλα. Έχει έναν τέλειο ουρανό, τέλειες γωνιές, τα Εξάρχεια, τα Μελίσσια, την Κηφισιά. Η Κηφισιά είναι ίσως και το μόνο μέρος που θα ήθελα να ζήσω.

 

• Τα βίντεο στο YouTube προέκυψαν από χαβαλέ. Έκανα πολλά βίντεο στο σπίτι με την παρέα, βλακείες, και μου λέει ένας φίλος μου «βάλτα, ρε βλάκα, στο Facebook και στο YouTube». «Είναι βαρετό» του λέω, «ποιος ενδιαφέρεται να δει τη δική μας βλακεία;». Μετά σκέφτηκα και δεν το κάνω; Το πρώτο που έκανα, με την ποδηλάτισσα, ήταν χαβαλές με το τηλέφωνο. Το έβαλα στο Facebook, και μετά άρχισα να βάζω στο YouTube και μου αρέσει τρελά, δεν το αφήνω με τίποτα πια. Τώρα φτιάχνω στούντιο, πήρα για μακιγιάζ, μου αρέσει το μακιγιάζ πολύ, η ζωγραφική, και θα κάνω ολόκληρο section τον Σεπτέμβριο.

 

Το YouTube είναι τρομερός χώρος, είναι μεγάλη ελευθερία, δεν έχεις αφεντικό, κάνεις κάτι αυθόρμητο, κι όσο κι αν φαίνεται ότι είναι είναι όλα προσχεδιασμένα, καμία σχέση, ανοιγω το play και δεν ξέρω τι θα πω. Η κατάσταση είναι τραγική, δεν έχω ποτέ κείμενο και δεν ξέρω τι θα μου ξημερώσει. Έχω ένα γενικό θέμα, για τι θα μιλήσω, αλλά δεν ξέρω καθόλου τη ροή των σκέψεων και των λόγων και αυτό μου αρέσει, αν σχεδιάζω κάτι κάηκα. Δεν θα είναι YouTube πια. Εμένα με αφορά να μην ξέρω τι θα μου βγει.

 

 

 

Info:

Οι Εκκλησιάζουσες περιοδεύουν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Στις 11/8 θα παρουσιαστούν στο Τεχνολογικό και Πολιτιστικό Πάρκο στο Λαύριο, στις 2/9 στο Βεάκειο Θέατρο στον Πειραιά και στις 12/9 στο Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου.