Eίχε ο Βασίλης Αλεξάκης τη Φαίδρα του Ρακίνα, στην παλιά εκείνη μετάφραση του Ιάκωβου Ρίζου Ραγκαβή, όπως λέει στους θεατές ο Αφηγητής (Αλέξανδρος Μυλωνάς), όταν έγραφε το έργο του Μη με λες Φωφώ; Και ποια είναι, επιτέλους, αυτή η Φωφώ και τι σχέση έχει μ' όλους αυτούς ο Μπέκετ;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο πατέρας του Βασίλη Αλεξάκη ήταν ηθοποιός, γι' αυτό -παρ' ότι κατεξοχήν μυθιστοριογράφος- ο υιός κουβαλά μια αγάπη για το θέατρο που δις τον οδήγησε και στη συγγραφή για τη σκηνή. Πρώτα έγραψε το Εγώ δεν, έναν μονόλογο που πριν από λίγα χρόνια ερμήνευσε οΚωνσταντίνος Τζούμας, και το Ο Σαμ, η Φαίδρα κι εγώ που παρουσιάστηκε από τον γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό France Cultureπρος τιμήν του Σάμιουελ Μπέκετ λίγο μετά το θάνατό του.

Το κείμενο αυτό είχε δώσει ο Αλεξάκης στονΓιώργο Οικονόμου και στην Αντιγόνη Αμανίτου και περίμενε τη στιγμή του. «Πέρσι, ψάχνοντας στα χαρτιά μου, το εντοπίζω ξανά» λέει ο σκηνοθέτης του έργου Γιώργος Οικονόμου. «Το διάβασα με καινούργιο ενδιαφέρον, από τη στιγμή που είχα ξαναδουλέψει κείμενό του, το Εγώ δεν, για τη σκηνή. Βρήκα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία και έχοντας αναλάβει τη διεύθυνση του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Ρόδου, κατέληξα ότι ήταν ιδανικό για το καλοκαίρι του 2007. Έτσι άρχισαν οι συζητήσεις με τον Βασίλη. Το κείμενο πέρασε από αρκετές γραφές, ώσπου φτάσαμε στο νησιώτικο δράμα με τον τίτλο Μη με λες Φωφώ, που θα δείτε σε λίγες μέρες. Ο Αλεξάκης έχει μια ικανότητα, που προσπαθούμε να την εκμεταλλευθούμε στην παράσταση, να αγγίζει απαλά, άλλοτε με γλυκό κι άλλοτε με σκωπτικό χιούμορ, πάντως όχι εξυπνακίστικα, τις πιο δύσκολες στιγμές και καταστάσεις της ζωής».

ΗΦωφώ τελικά δεν είναι άλλη από τη Φαίδρα, μια αθεράπευτη τεκνατζού, που πήρε στο λαιμό της το καλό παιδί, το γιο του συζύγου της Ιππόλυτο. Η σκευωρία της αποκαλύφθηκε, και μαζί με την τροφό της, την Οινώνη, τις τσουβαλιάσανε και τις πέταξαν σε μια βραχονησίδα όπου διάγουν βίον αφόρητον τα τελευταία 3.000 χρόνια. Η Οινώνη τιμωρείται μαζί της, την προστατεύει από τη μία ως παλαιά τροφός, την αποκαθηλώνει από την άλλη. Ο τίτλος προέκυψε από μια φράση της Φαίδρας, που εξανίσταται κάθε φορά που η Οινώνη τη φωνάζει Φωφώ, διότι η ηρωίδα, παρά τις χιλιετίες που πέρασαν, δεν έχει χάσει τη γυναικεία ματαιοδοξία της, ούτε σταμάτησε να υποστηρίζει τη βασιλική της υπόσταση και πάντα ελπίζει ότι θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου και θα αποκατασταθεί.

Η λοξή ανάγνωση του αρχαίου μύθου μήπως είναι ένα σχόλιο για τη στρεβλή σχέση μας με το αρχαιοελληνικό παρελθόν και μεγαλείο; «Αν εμπεριέχει το έργο το σχόλιο, αυτό γίνεται μέσα από τη δημιουργική, απολύτως απενοχοποιημένη, χρήση του αρχαίου μύθου - θα ‘λεγα με τον τρόπο του Τσαρούχη, που μπορούσε να ταξιδέψει χιλιάδες χρόνια πίσω, σαν να ήταν εκεί, με τον τρόπο των αληθινά μορφωμένων ανθρώπων που η σκέψη τους δεν πάσχει από αρτηριοσκλήρυνση κι η γνώση τους δίνει έναυσμα για τη φαντασία και για τη νέα δημιουργία. Έτσι με μία φράση της Φαίδρας του, που εξανίσταται κάθε φορά που η Οινώνη τη φωνάζει Φωφώ, με το Μη με λες Φωφώ, ο Αλεξάκης πάντρεψε τον Ευριπίδη με τον Ταχτσή».

Έκπληξη της παράστασης του ΔΗΠΕΘΕ Ρόδου (συμπαραγωγή με το Φεστιβάλ Αθηνών) είναι η επιλογή του Χρήστου Βαλαβανίδηγια τον ρόλο της Οινώνης, της εκπροσώπου της εργατικής τάξης, όπως λέει ο καλός ηθοποιός. «Δεν επεδίωξα την πλάκα της υπόθεσης. Έψαχνα έναν ή μία ηθοποιό που να έχει εξαιρετικό κωμικό τάιμινγκ. Κατέληξα στον Χρήστο γιατί έχει την ωριμότητα να ερμηνεύσει τη γυναίκα χωρίς να κάνει την ξεφωνημένη αδελφή» σχολιάζει ο Γ. Οικονόμου. Εκτός από τον Αφηγητή, οΑλέξανδρος Μυλωνάς ερμηνεύει και το ρόλο του Ελληνοαμερικανού Ρασταπόπουλου, πρόσωπο που θυμίζει μία σύγχρονη εκδοχή του Θησέα.

Η Αντιγόνη Αμανίτου ερμηνεύει την Φαίδρα ή Φωφώ και δεν μπορεί να κρύψει τη χαρά της για την παράσταση που θα δούμε στο Σχολείον στις 29 και 30 Ιουνίου. «Είμαι ενθουσιασμένη με το στήσιμο, το σχήμα των ηθοποιών είναι δεμένο και με καλή χημεία, η δουλειά του Κώστα Βελινόπουλουστο σκηνικό, του Νίκου Πορτοκάλογλουστη μουσική, του Ανδρέα Μπέλλη στους φωτισμούς είναι τόσο καλή που ξεχνώ τιςσωματικές δυσκολίες» λέει η Αντιγόνη Αμανίτου. «Τη δυσκολία δηλαδή να παίζω φορώντας μακριά ρούχα και μακριά συνθετική περούκα, πολύ ζεστά όλα, και μ' ένα στέμμα που με βαραίνει, σ' ένα σκηνικό που δεν έχει καμία επίπεδη επιφάνεια, άρα πρέπει όλο να σκαρφαλώνεις και να πηδάς, και που είναι καλυμμένο με άμμο, κάτι που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την κίνηση. Αλλά, εντάξει, οι ηθοποιοί γνωρίζουν αυτό που κανείς δεν τους είπε όταν ξεκινούσαν στις δραματικές σχολές, ότι για είσαι ηθοποιός απαιτείται εξαιρετική σωματική υγεία και πολύ μεγάλες αντοχές».