Γεννήθηκα σε μια ταραγμένη εποχή επαναστάσεων. Η μητέρα μου ήταν η ηθοποιός Μαλαίνα Ανουσάκη και ο πατέρας μου ο τενόρος Ευάγγελος Ανουσάκης, πρωταγωνιστής, μαζί με την Ελένη Χατζηαργύρη, στο Αμάρτησα για το παιδί μου ‒ στην ταινία κρατάει εμένα μωρό στην αγκαλιά της. Μια υπέροχη οικογένεια πολιτισμένων ανθρώπων. Ο πατέρας της μητέρας μου ήταν πολύ μεγάλος έμπορος από τον Πόρο και πέθανε νέος, εξαιτίας του κραχ στο ταμιευτήριο της Αγγλίας. Γενικά, η οικογένειά είχε πολύ όμορφους ανθρώπους. Η θεία μου ήταν μεγάλο μανεκέν στη Γαλλία την περίοδο '45-'46, καλλονή. Eίχαμε ακούσματα απέξω, ήμασταν αρχοντο-οικογένεια, αστοί πραγματικοί και μεγάλωσα με όλο το τυπικό της αστικής τάξης. Ο πατέρας είχε εργοστάσιο μαζί με τα αδέλφια του.

 

Εγώ ήμουν έγκλειστη στη σχολή Χαντζηκωνσταντίνου στο Παλιό Φάληρο, συμμαθήτρια με πλούσια παιδιά. Έμεινα έξι χρόνια σε ένα εξαιρετικό σχολείο, μέσα στους ροδώνες. Έχω υπέροχες αναμνήσεις, καταρχάς από το Α' Νεκροταφείο, όπου μεγάλωσα, στο μεγάλο νεοκλασικό σπίτι της γιαγιάς μου, στην οδό Τριβωνιανού 11. Η σιωπή των τάφων δεν μου δημιουργούσε πανικό ή φόβο, ούτε οι βόλτες μέσα στο νεκροταφείο. Πολλοί, όταν ακούνε «νεκροταφείο» φοβούνται, για εμάς ήταν η καλύτερη γλυπτοθήκη, και όταν έγινα δημοτική σύμβουλος με τον μεγάλο δήμαρχο και εξαίρετο άνθρωπο Μπέη εκπλήρωσα έναν μεγάλο πόθο. Έφτιαξα το μαυσωλείο των καλλιτεχνών, όταν ήταν δήμαρχος πια ο Αβραμόπουλος ‒ εκεί είναι και η μητέρα μου μαζί με τον Αυλωνίτη, τον Γκιωνάκη, τον Χιώτη.


• Έπειτα, έμεινα πολλά χρόνια στο Κολωνάκι, στη Σκουφά, απέναντι από τον Άγιο Διονύση. Έβλεπα από τον Λυκαβηττό τα περιστέρια που φτερουγίζανε και το κύριο σημείο της Αθήνας, την Ακρόπολη. Την έβλεπα από την Τριβωνιανού, από το Γ' Θηλέων, από την Πατησίων, όπου ήταν το πολιτικό μου γραφείο – από παντού την έβλεπα και τώρα ο καημός μου είναι ότι δεν τη βλέπω. Και όταν κάποια στιγμή έφτασα εκεί, αντίκρισα τις ορδές των βαρβάρων με τα τακούνια. Δεν υπάρχει σεβασμός σε αυτή την πόλη. Έχω σχέση με τα πάντα, με τα σπίτια, τους δρόμους, τους ήχους της πόλης.

 

Σήμερα η Αθήνα για μένα δεν σημαίνει τίποτα. Κατεβαίνω, κάθομαι σε ένα παγκάκι και κλαίω. Όλες αυτές οι γειτονιές έχουν θέση στην ψυχή μου, είναι κομμάτι της. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ατέρμονη σιωπή της άδειας Πατησίων το '61, όταν η μαμά μου έπαιζε στα Κόκκινα Φανάρια, στο θέατρο Πορεία, και τα βράδια γυρνούσαμε από κει με τα πόδια.

 

Γνώρισα την ιντελιγκέντσια της Ιταλίας. Έκανα δοκιμαστικό με τον Φελίνι, έχω χορέψει με τον Σινάτρα, έχω φάει με τον Αλέν Ντελόν. Φωτογραφήθηκα από τον Πιερ Λουίτζι για μια τεράστια καμπάνια ομορφιάς που είχε αφίσες σε όλη τη Ρώμη, κάτι που έκανε τον Κακογιάννη έξαλλο. «Είναι δυνατόν η πρωταγωνίστριά μου να είναι σε αφίσες;»


• Η μητέρα μου, όταν ήμουν μικρή, βρέθηκε στις φυλακές Αβέρωφ ως κομμουνίστρια. Στο σπίτι μας δεν μιλούσαμε για τον κομμουνισμό, μόνο που με πήγαινε στον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο για να ακούω κλασική μουσική. Από τη φυλακή βγήκε το '49. Καταδικάστηκε οκτώ φορές εις θάνατον, πέρασε από μια πολύ σκληρή δίκη και τελικά απαλλάχθηκε από την κατηγορία για κατασκοπεία και το κράτος έπρεπε να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα – βρήκα το χαρτί. Αυτά τα ήξερα από πάρα πολύ μικρή, γιατί μου εξηγούσαν τα πάντα. Πηγαίναμε τα Σαββατοκύριακα και τη βλέπαμε στη φυλακή, έχω μείνει και μέσα μια φορά. Δεν καταλάβαινα γιατί βρισκόταν εκεί. Μου έλεγαν ότι ήταν ένα σχολείο.

 

Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Η παταγώδης εμφάνισή της στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που θεωρήθηκε ότι προσβάλλει τη δημόσια αιδώ και προκάλεσε την επέμβαση της αστυνομίας.
Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Με τον Άντονι Κουίν στον «Αλέξη Ζορμπά» του Κακογιάννη.

 

• Στην Τριβωνιανού έζησα μέσα στην οργή του Εμφυλίου. Είχαμε μια πολύ μεγάλη αυλή και από το πίσω μέρος έμπαιναν διάφοροι άνθρωποι, ο Κύρκος, ο Φλωράκης, που με λάτρεψε. Έμπαινε, καθόταν και διάβαζε εφημερίδα. Έμπαινε η αστυνομία στο σπίτι της γιαγιάς γιατί έψαχναν τον Μπελογιάννη. Μυστικοί αστυνομικοί που έκαναν βάρδια στους δρόμους –τους βλέπαμε– έμπαιναν σε σπίτια και έσπαγαν τα πάντα. Από πάνω έμενε ένας αρχηγός της αστυνομίας, ο οποίος είχε καταφέρει να μην μπαίνουν στο σπίτι μας οι αστυνομικοί και να μας τρομοκρατούν. Γιατί έρχονταν να εκβιάσουν τη μητέρα μου και τρομοκρατούσαν εμένα, που ήμουν παιδάκι. Θυμάμαι που μου έδειχναν τη φωτογραφία του, που δεν είχε καμία σχέση με τον Μπελογιάννη. Ήταν μια ίντριγκα για να κατηγορήσουν διάφορους κομμουνιστές, ιδιαίτερα καλλιτέχνες της πρώτης γραμμής, όπως ο Μάνος Κατράκης. Όταν γύρισε από την εξορία, το πρώτο του ραντεβού ήταν με τη μητέρα μου: θυμάμαι έναν κύριο πολύ αδύνατο, που στον λαιμό του είχε ένα «καρύδι».

 

Όπως όλοι οι κομμουνιστές, και η μητέρα μου, δεν έβρισκε δουλειά – έτσι έφτιαξε το Λαϊκό Θέατρο. Τότε έκανε μια εξαιρετική παράσταση αρχαίου δράματος στο Δημοτικό Πειραιά, την οποία βγήκε ο πατέρας μου να προλογίσει, και, όπως ήταν συγκινημένος, έπαθε εγκεφαλικό. Πέθανε μετά από 15 μέρες.

 

• Εκείνη τη δύσκολη εποχή, για να σου νοικιάσουν σπίτι, έπρεπε να έχεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων. Γι' αυτό εμείς πήγαμε απέναντι από τον Άγιο Διονύση, σε ένα νεοκλασικό, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια. Είχε μεγάλο σαλόνι με τέσσερα παράθυρα, που όταν τα άνοιγες, άκουγες τη λειτουργία από τα μεγάφωνα. Τότε έμπαιναν μέσα όλα τα περιστέρια και στρώναμε όλο το σαλόνι με νάιλον. Εξού και η αγάπη μου για τα ζώα. Είχα 22 γάτες και τις τάιζα, οι 5-6 μέσα στο σπίτι της Τριβωνιανού. Το θέμα των περιστεριών το έφερα εγώ στη Βουλή, ως βουλευτής. Κατάφερα να πληρώνει η Βουλή το φαγητό των περιστεριών που είναι μπροστά στο Σύνταγμα, μετά όμως το φάγανε. Μου έλεγαν οι αστυνομικοί: «Κυρία Ελένη, κάνατε, κάνατε, τίποτα δεν τρώνε τα περιστέρια, έρχονται πάλι στο κυλικείο και ζητάνε τα ψωμιά».

 

Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Δεν έχω κλάψει στη ζωή μου, ούτε στην κηδεία του πατέρα μου. Είδα τον θάνατό του. Είμαι στην καλύτερη δεκαετία της ζωής μου, το φινάλε της ζωής μου θα το γράψω εγώ. Φωτο.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Όλη μου τη ζωή την πέρασα ανάμεσα στους εκλεκτούς συναδέλφους του πατέρα μου και της μητέρας μου. Συναντούσαμε τους μεγάλους καλλιτέχνες, τους ποιητές, τους ζωγράφους. Η μητέρα μου έπαιξε με την Παξινού και την Κοτοπούλη, ήταν με τον Χατζιδάκι στο Θέατρο Τέχνης, ενώ ο Μουσούρης, ο Μυράτ, όλοι αυτοί ήταν φίλοι μας. Εγώ τους μεγάλους καλλιτέχνες τούς είχα «πατέρες». Το θέατρο έπαιξε τεράστιο ρόλο στη ζωή μου, και τον μεγαλύτερο οι συνάδελφοι της μητέρας μου, οι οποίοι δεν με άφηναν ποτέ χωρίς γλυκό, ερχόντουσαν με δισκάκια με κοκ. Ήταν πολύ σημαντικό το παιδί που δεν είχε λεφτά η μαμά του να του πάρει γλυκά να τρώει ένα κοκ. Αυτοί οι άνθρωποι γέμισαν την ψυχή μου, τη δική μου αίσθηση της ζωής. Ακόμα κι αυτοί που ήταν σκληροί δεξιοί του σωματείου μάς λάτρευαν. Το Σωματείο Ηθοποιών ήταν πολύ σημαντικό για μένα.


• Η μητέρα μου δεν ήταν μια επαναστάτρια χωρίς αιτία. Τη μέρα που έγινε η μεγάλη διαδήλωση στο Σύνταγμα και ξεκίνησαν τα Δεκεμβριανά, πήγε μαζί με άλλους από το θέατρο κι εκεί την είδε ένας κομμουνιστής ινστρούχτορας και την ενέταξε στο Κόμμα. Δεν χρειάστηκε το Κόμμα για να κάνει ταινίες, για να βρίσκει δουλειές. Κι εμένα δεν προσπάθησε ποτέ να με κάνει κομμουνίστρια. Αυτό ήταν μια ήττα, όπως έλεγε αργότερα ο Φλωράκης, το ότι δεν έγινα, αλλά ήμουν άνθρωπος με δική του, ισχυρή άποψη. Εξάλλου, πάντα με ρωτούσαν τι σκέφτομαι, ζητούσαν τη γνώμη μου. Βέβαια, πρέπει να πω ότι είμαι από τους ανθρώπους που έχουν ζήσει πάρα πολύ αυστηρά, η μαμά μου ήταν πάρα πολύ αυστηρή.


• Δεν θα μπορούσα να γίνω τίποτε άλλο από ηθοποιός. Μεγάλωσα στο Ηρώδειο, κρατώντας το κείμενο των ηθοποιών, νομίζοντας ότι βοηθάω τους ηθοποιούς. Στην αρχή δούλευα ως ταμίας στις παραστάσεις της μητέρας μου σε όλα τα μεγάλα φεστιβάλ. Πήγαινα μαζί της και για να μη χαζεύω, για να μη με πειράξει κανένας, καθόμουν στο ταμείο, γιατί είχα 20 στα μαθηματικά, ήμουν το μεγαλύτερο μαθηματικό κεφάλι. Μετρούσα τον χρόνο και το ζύγισμα με μαθηματικούς όρους. Έλεγα στον μανάβη στη Δημοκρίτου: «Παρακαλώ, ζυγίστε μου δύο ντομάτες για το μεσημέρι και δύο ντομάτες για το βράδυ». «Ναι, δεσποινίς Λένα. Να μην τα βάλω όλα μαζί;» «Όχι, να μην τα βάλετε όλα μαζί, γιατί εγώ μετράω χρήμα και θερμίδες». Για να μη μένω στο σπίτι, πήγαινα στα θέατρα και καθόμουν. Ο κύριος Μουσούρης, ο κύριος Μυράτ, με είχαν στην πρώτη σειρά, για να με επιτηρούν. Όλοι ήταν πολύ πουριτανοί απέναντί μου.


• Για το θέατρο έδωσα πριν τελειώσω το γυμνάσιο. Γιατί στο 5ο Γυμνάσιο, όπου πήγαινα, ήταν κακός ο τρόπος του καθηγητή. Μιλούσε πολύ άσχημα κι εγώ σηκωνόμουν κι έφευγα. Έτσι, εκεί που ήμουν του 20, έπαιρνα 5. Κι αυτό με έκανε να δώσω εξετάσεις στην επιτροπή εξαιρετικών ταλέντων στο Ρεξ, εκεί όπου έδιναν όσοι δεν είχαν τελειώσει ακόμα το σχολείο, μεταξύ αυτών και ο Κώστας Πρέκας. Τον θυμάμαι γιατί καθόταν στο βάθος του διαδρόμου και έλαμπαν τα δόντια του. Σαν να έβλεπες μόνο δυο σειρές δοντιών, όχι άνθρωπο. Έδωσα με τη Μιραντολίνα, έναν καταπληκτικό μονόλογο, και την Αντιγόνη. Η Συνοδινού, που με ήξερε από παιδάκι 8-9 ετών, μου είπε: «Παρακαλώ, μπορείτε να το ξαναπείτε; Επειδή είστε πάρα πολύ καλή και θα σας περάσω, θέλω να δω αν ήταν τυχαίο αυτό». Μπήκα στο Εθνικό, ήταν η καλύτερη περίοδος.

 

• Πριν από τα Κόκκινα Φανάρια έκανα την ταινία Τρελοί πολυτελείας με τον Πάντζα και τον Γιώργο Βαρβέρη, και πήρα ένα μικρό βραβείο – μου το έδωσαν οι κριτικοί. Μετά, στα Κόκκινα Φανάρια, είχα μεγάλο υποστηρικτή, θαυμαστή και φίλο οικογενειακό τον συγγραφέα Αλέκο Γαλανό. Μου έκαναν ένα δοκιμαστικό στο στούντιο Άλφα: μου έδωσαν να φάω ένα μήλο, μου κάθισε στον λαιμό και ο Γεωργιάδης κινηματογράφησε τη διαδικασία. Βγήκε καταπληκτικά, έτσι πήρα τον ρόλο, λεφτά και δικό μου καμαρίνι. Με κάλεσαν, λοιπόν, και «έκλεισα». Είχα πάρα πολύ καλό τρόπο να κλείνω τα συμβόλαια. Ήμουν πολύ αυστηρή, μεγάλη μαέστρος στο πού θα έμπαινε το όνομα, πότε θα πληρωνόμουν. Μάλιστα, μετά από ένα διάστημα είχα το καλύτερο γραφείο δημοσίων σχέσεων καλλιτεχνών.

 

• Τον πρώτο χρόνο μου στο Εθνικό έφυγα. Η επιτροπή στο Εθνικό είπε τότε ότι οι μαθητές που συμμετέχουν σε ταινίες δεν μπορούν να παρακολουθούν τα μαθήματα. Ο Κωτσόπουλος, που ήταν φίλος της μητέρας μου, έτρωγε στο σπίτι μας, ήταν αυτός που έκανε την ανακοίνωση. Τότε ήρθε η Παξινού και του είπε: «Έχουμε το καλύτερο ταλέντο και θέλεις να το διώξεις; Ντροπή σου!».


• Έπειτα ήρθε ο Ζορμπάς. Και πώς έμαθα ότι με ήθελαν; Στο Κολωνάκι υπήρχε το Ντόλτσε απέναντί μας, αριστερά. Εγώ κατέβαινα στους βοηθούς για να μυρίζω τη σοκολάτα. Εκεί, λοιπόν, με πήρε ο βοηθός του Κακογιάννη τηλέφωνο, γιατί δεν είχαμε βάλει ακόμα δικό μας στο σπίτι, για να με καλέσει να παίξω στον Ζορμπά. Πήγαμε στην Κρήτη, τα γυρίσματα ήταν υπέροχα, με την Ειρήνη Παππά, τον σπουδαίο Γιώργο Φούντα και τον Άντονι Κουίν, που με θαύμαζε και με αγαπούσε. Ο Κακογιάννης μάς υποχρέωσε όλους να μείνουμε εκεί έξι μήνες. Εμένα με λάτρευε, θα έλεγα ότι ήταν ερωτευμένος μαζί μου. Δεν μου το είπε ποτέ.

 

Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Την πρώτη φορά που βγήκα να μιλήσω ως υποψήφια δημοτική σύμβουλος ήμουν ντυμένη κούκλα, σαν τη Βουγιουκλάκη, στην κεντρική ψαραγορά, και με τα σινιέ ρούχα ανέβηκα επάνω στην πλατφόρμα των ψαριών κι έβγαλα λόγο. Φωτο.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


• Πήγα στην Ιταλία μετά τον Ζορμπά, με συμβόλαιο της FΟΧ, με τον Ντάριλ Ζάνουκ. Είχαν στείλει έναν μεγάλο φωτογράφο, τον Λέσινγκ, και έκαναν μια φωτογράφιση στο γύρισμα. Με φώναξαν πάλι από το Ντόλτσε και μου είπαν «σε καλούν από τη Ρώμη». Νόμισα ότι ήταν αστείο, αλλά κατέβηκα και μου μιλούσαν στα ιταλικά. Διαβατήριο δεν είχα, η Ιταλική Πρεσβεία μού το έβγαλε σε μία μέρα και έφυγα για Ρώμη. Έκανα έναν μικρό ρόλο στο Αγωνία και Έκσταση με τον Τσάρλτον Ίστον, αλλά έπρεπε να πάω στην Αμερική για να μάθω καλά τα αγγλικά. Στη Ρώμη είχα την τύχη να έχω συνοδό, αρχικά για έξι μήνες και εν τέλει για έναν χρόνο –εξού και τα «Ημερολόγια Ιταλίας» που έχω γράψει–, τον μεγάλο στοχαστή Ένιο Φλαϊάνο. Γνώρισα την ιντελιγκέντσια της Ιταλίας. Έκανα δοκιμαστικό με τον Φελίνι, έχω χορέψει με τον Φρανκ Σινάτρα, έχω φάει με τον Αλέν Ντελόν. Φωτογραφήθηκα από τον Πιερ Λουίτζι για μια τεράστια καμπάνια ομορφιάς που είχε αφίσες σε όλη τη Ρώμη, κάτι που έκανε τον Κακογιάννη έξαλλο. «Είναι δυνατόν η πρωταγωνίστριά μου να είναι σε αφίσες;» έλεγε.

 

Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Δυο τυπικές πόζες της στον φακό.

 

• Στη μαγική αυτή πόλη, στη Ρώμη μου, έμενα στο πιο ακριβό ξενοδοχείο, στο Εξέλσιορ, στην ταράτσα του οποίου τραγουδoύσε ο Sergio Endrigo. Και επειδή κάθε βράδυ ανέβαινα να ακούσω τα τραγούδια του, με χόρευε. Μαζί μας ήταν και ο Φλαϊάνο και ο Ζάνουκ και η γραμματέας του, η Τζοζεφίν. Αλλά δεν μ' άφηνε η μαμά μου να πάω στην Αμερική και έστειλε την αστυνομία στη Ρώμη για να με φέρουν πίσω. Τότε πήγα στο Φιουμιτσίνο και έκλαιγα τη μοίρα μου. Έγραψα κι ένα γράμμα στον εαυτό μου. Βρήκα κάποια στιγμή την επιστολή σε ένα συρτάρι και είπα: «Να! Θα κάνω στροφή στο ιταλικό τραγούδι». Δηλαδή άρχισα να το ακούω. Μπαίνω στο YouTube, βλέπω έναν τραγουδιστή μικρότερό μου έξι χρόνια να τραγουδάει και γράφω από κάτω: «Grande personalita». Ένα βράδυ, ένας της ομάδας του μου έστειλε: «Μπορείτε, κ. Ανουσάκη, να αναλάβετε την ομάδα του κ. Μάσιμο Ρανιέρι;». Και ανέλαβα την εποπτεία της. Πήρα και βραβείο ως μπλόγκερ στην Ιταλία πριν από πέντε χρόνια. Έχω τέσσερα μπλογκ ιταλικά, συνολικά εννιά.


• Πήγα στη σχολή του Κατσέλη μετά, ήταν ο μόνος που μπορούσα να δεχτώ. Έμεινα έναν χρόνο και γίναμε πάλι μπίλιες, γιατί ήταν πολύ αυστηρός, αλλά εγώ χειρότερη. Τελείωσα τη σχολή του Γρηγόρη Βαφιά. Εξαίρετος δάσκαλος ορθοφωνίας. Εκεί είχα τον Κώστα Μπάκα καθηγητή. Βγαίνω το καλοκαίρι του '68 σε μια επιθεώρηση του Αλέκου Σακελάριου που λεγόταν Και μη χειρότερα και κάνω ένα καταπληκτικό χορευτικό, γιατί χόρευα καταπληκτικά. Με βγάζει πριν από το φινάλε και γίνεται χαμός. Δεν με ήθελαν όμως σε αυτήν τη θέση και μου το έκοψαν το νούμερο. Κι εγώ μετά έβγαινα μόνη μου και έκανα το νούμερο, δεν έχει ξαναγίνει αυτό. Στο φινάλε έλεγα ένα τραγούδι που είχε πει και ο πατέρας μου στη σκηνή. Έχω κάνει 70 τραγούδια, έχε υπόψη σου, τα οποία παίζονται στο Ντουμπάι.

 

Είμαι δύσκολος άνθρωπος. Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της εγώ το έγραψα. Δεν έχω κλάψει στη ζωή μου, ούτε στην κηδεία του πατέρα μου. Είδα τον θάνατό του. Είμαι στην καλύτερη δεκαετία της ζωής μου, το φινάλε της ζωής μου θα το γράψω εγώ.


• Εκείνο τον χειμώνα με κάλεσε ο Αλέξης Σολομός στο θέατρο Προσκήνιο να παίξω στη Μις Μπα του Ρούντολφ Μπεζιέ, με πρωταγωνίστρια τη μεγάλη ηθοποιό Αντιγόνη Βαλάκου, και έκανα τεράστια επιτυχία, γιατί ο καημένος ο κ. Σολομός μού έβγαλε από τις φράσεις το ρο και όποτε μιλούσα έπεφτε το θέατρο. Ο Σολομός με αγαπούσε και με πίστευε. Έπαιξα και στη Δίκη του Κάφκα που έκανε. Μετά πήγα στο Κρατικό, στη Θεσσαλονίκη, να παίξω την Τζέιν Έιρ, και ακολούθησε μια πορεία δύσκολη, με μεγάλους ρόλους. Το '65, εν τω μεταξύ, στην ταινία Η Γόησσα του Κώστα Καραγιάννη συνδέθηκα με τον άντρα μου, τον πολύ καλό διευθυντή φωτογραφίας και αργότερα σκηνοθέτη Δημήτρη Παπακωνσταντή. Εγώ δεν είχα έρωτες πολλούς, όχι μόνο γιατί ήμουν σοβαρή αλλά και γιατί δεν έχανα τον χρόνο μου.

 

• Οι μεγάλες εταιρείες ήθελαν να μου κάνουν συμβόλαιο με τον χρόνο. Ο Φίνος ήθελε να με κλείσει και να αποφασίζει ο Μάρκος Ζέρβας πού θα παίζω. Έτσι, όμως, δεν θα έκανα καμία από τις ταινίες που έκανα. Με ανακάλυψε ο Γιώργος Κατσαρός, και μάλιστα από τα τραγούδια τα δικά μου. Δεν είχα δικαίωμα να τα τραγουδάω εκτός της εκάστοτε ταινίας και μια μέρα άκουσα ένα τραγούδι μου από τη Μαρινέλλα. Έγινα έξαλλη και του έκανα μήνυση. Είχα μια συμφωνία μαζί του, να μην ακουστεί το τραγούδι αν δεν παιχτεί η ταινία. Ήμουν δικομανής.

 

• Τη Βουγιουκλάκη τη γνώρισα όταν έπαιζε στη δεύτερη σκηνή του θεάτρου Κατερίνα, όπου έπαιζε και η μαμά μου το '54. Ένα υπέροχο βράδυ, με χαμηλό φωτισμό, είδα δυο μάτια μέσα στο καμαρίνι. Την αγαπούσα πάρα πολύ, πήγαινα στο σπίτι της, γνώρισα τη μητέρα της, τα αδέλφια της, τον Αντώνη, τον Τάκη. Κάποια Σαββατοκύριακα πήγαινα στο καμαρίνι της και τη θαύμαζα. Ήμουν ακόμα μαθήτρια, αλλά είχα ένα μεγάλο προσόν, ήμουν γυναίκα ηθοποιός, δεν έπαιζα με τις πρωταγωνίστριες. Εκτός από τα Κόκκινα Φανάρια, όπου έπαιξα με πολλές πρωταγωνίστριες. Δεν έχω εγώ πολλές κολλητές φίλες. Η Λάσκαρη ήταν μία από αυτές, ένα σπάνιο πλάσμα. Ήμουν ο καβαλιέρος της, μαζί βγαίναμε.


• Έκανα μια μεγάλη επιτυχία στην τηλεόραση με το «Ανακριτικό Γραφείο» του Φώσκολου και μετά, συμπτωματικά, το «Βίβα Κατερίνα» με τον Ρηγόπουλο. Αρρώστησε η Αναλυτή, πήρα τον ρόλο της και έκανα τεράστια επιτυχία. Μετά έκανα σε δική μου παραγωγή το βιβλίο της Λιλίκας Νάκου, Η κυρία Ντορεμί, με σκηνοθέτη τον άντρα μου.

 

Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Στη δανέζικη ταινία «Martha» (1967) του Erik Balling.


• Όπως ήταν δεδομένο ότι θα γινόμουν ηθοποιός, ήμουν και ποιήτρια, αλλά δεν έγραφα νεανικά ποιήματα, έγραφα κραυγές και ψιθύρους, τις κραυγές του κόσμου που είχε αγωνία για να ζήσει και τους ψιθύρους που έβγαζαν οι κομμουνιστές για να συνεννοηθούν. Έχω πάρει και δύο κρατικά βραβεία. Κατέγραφα σαν κάμερα τα πάντα. Κατέγραφα και τους ήχους. Ο ήχος του νεκροταφείου δεν είχε πόνο, γιατί, όταν έμπαινες να δεις τα αγάλματα ‒που ήταν φίλοι μου‒, έβλεπες ευχαριστημένους ανθρώπους. Κάθε πράγμα έχει δύο όψεις, τη θλίψη και τη χαρά. Υπήρχε ένα κύκλωμα ανθρώπων, όπως οι ανθοπώλες και αυτοί που έφτιαχναν τα κόλλυβα, που, φυσικά, όταν έκαναν 50 κηδείες πλουσίων και έδιναν πολλά λουλούδια και φαγητά, ήταν ευχαριστημένοι. Ούτε οι συγγενείς ήταν θλιμμένοι, γιατί αυτοί που πέθαιναν ήταν καλοζωισμένοι, μεγάλης επιφάνειας. Εμείς δεν είχαμε παλιοκηδείες, ήταν ολόκληρες ιεροτελεστίες, σαν τις ταινίες του Φελίνι. Μια μακριά μαύρη ουρά που έκλαιγε, ήταν συγκινημένη όταν πήγαινε στον τάφο, αλλά όταν κάθονταν να φάνε ήταν πανευτυχείς, γιατί θα κληρονομούσαν τον νεκρό. Άρα, ποιο ήταν το δράμα;

Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Αυτόγραφο από τη δεκαετία του '60.

 

• Την πρώτη φορά που βγήκα να μιλήσω ως υποψήφια δημοτική σύμβουλος ήμουν ντυμένη κούκλα, σαν τη Βουγιουκλάκη, στην κεντρική ψαραγορά, και με τα σινιέ ρούχα ανέβηκα επάνω στην πλατφόρμα των ψαριών κι έβγαλα λόγο. Γιατί πήγα στην αγορά; Γιατί αυτοί που ψωνίζουν στην αγορά είναι απ' όλες τις γειτονιές της Αθήνας, έτσι με είδαν όλοι, με σήκωσαν στα χέρια και με πήγαν όρθια μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Και καθώς είμαι και πολύ καλή με τα σλόγκαν, έβγαλα το «Ένας είναι ο Μπέης» και ήρθα πρώτη σε ψήφους.


• Ως βουλευτής δεν με ενδιέφερε να γίνω ούτε υφυπουργός ούτε τίποτα, μόνο να κάνω κριτική στην εξουσία. Έφερα φοβερά θέματα στη Βουλή: του πόθεν έσχες, των εκδιδομένων γυναικών κ.ά. Ήμουν πρώτη βουλευτής στις ερωτήσεις. Γι' αυτό και με εκτιμούσε και ο πολιτικός από αντίπαλο στρατόπεδο, ο μπαμπάς Μητσοτάκης, που με ήξερε από τον καιρό του Ζορμπά, γιατί μας είχε παραχωρήσει το σπίτι του. Έφυγα μέσα σε μια τρομακτική έκρηξη, τότε με το χρηματιστήριο. Ήταν ένα τραγικό λάθος. Και ήμουν σχεδόν η μόνη βουλευτής από το ΠΑΣΟΚ που ψήφισε εναντίον της μη παραπομπής όσων ασχολήθηκαν με το χρηματιστήριο. Κατά έναν περίεργο τρόπο, κανείς από αυτούς δεν ζει σήμερα.


• Είμαι δύσκολος άνθρωπος. Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της εγώ το έγραψα. Δεν έχω κλάψει στη ζωή μου, ούτε στην κηδεία του πατέρα μου. Είδα τον θάνατό του. Είμαι στην καλύτερη δεκαετία της ζωής μου, το φινάλε της ζωής μου θα το γράψω εγώ.


• Μου λείπει η Αθήνα σήμερα. Κάθε φορά που τη βλέπω, καταλαβαίνω ότι είναι πολύ άσχημα. Είναι άρρωστη η Αθήνα κι αυτή η αρρώστια με πληγώνει πάρα πολύ. Γι' αυτό έχω μια σελίδα στα social media, το «Αθήνα, η πόλη μου, η ζωή μου», κι όλος ο κόσμος που με ξέρει από μικρή γράφει για τη θλίψη της πόλης. Αυτή η θλίψη είναι κάτι που με πεθαίνει.

 

Ελένη Ανουσάκη: Η ζωή δεν με πήγε καροτσάκι, το παραμύθι της το έγραψα εγώ
Εγώ δεν είχα έρωτες πολλούς, όχι μόνο γιατί ήμουν σοβαρή αλλά και γιατί δεν έχανα τον χρόνο μου. Φωτο.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.