Πέθανε τα ξημερώματα σήμερα ο Κάρολος Τσίζεκ. Γραφίστας, ζωγράφος, μεταφραστής, ποιητής, πεζογράφος, δάσκαλος ιταλικών επί χρόνια στο Πανεπιστήμιο, ο Τσίζεκ αναδείχθηκε σε εμβληματική φυσιογνωμία της καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής της Θεσσαλονίκης από τα πρώτα μετακατοχικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας.

 

 

Πρίν λίγες εβδομάδες, ο Κωστής Παπαγιώργης είχε γράψει στη LIFO το ακόλουθο κείμενο για το τελευταίο βιβλίο του Κάρολου Τσίζεκ:

 

Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις
του Καρόλου Τσίζεκ
Εκδόσεις Κίχλη, σελ.: 221, τιμή: €13,00

Το ύφος του Τσίζεκ, ενός συγγραφέα οικείου και εξίσου ξένου, παρά το γεγονός ότι έζησε και έγραψε στη Θεσσαλονίκη, θυμίζει τον χαρακτηρισμό «άνθρωπος για όλες τις εποχές». Γεννιέται στην Μπρέσια της Ιταλίας από Τσέχους γονείς, εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη και, χωρίς να χάσει την επαφή του με τη χώρα του, το '87 αποκτά την ελληνική ιθαγένεια. Αν σκεφτούμε λίγο ότι η περιοχή της Αυστροουγγαρίας κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου διαλύθηκε κυριολεκτικά από την προέλαση των γερμανικών στρατευμάτων και κατόπιν από την κυριαρχία των Σοβιετικών, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί πάσα δυστυχία αποζητά τον αφηγητή της. Ποια αφήγηση ακριβώς; Αν ο (εσωτερικά) εξόριστος Τσίζεκ στρεφόταν στην αφήγηση των συντριπτικών χτυπημάτων που δέχτηκε η χώρα του, πιθανότατα θα είχαμε να κάνουμε με μια παραλλαγή γνωστών αφηγήσεων.

Γράφει ο Τσίζεκ: «Ήρθε η Κατοχή και παραδώσαμε κι εμείς το κυνηγετικό μας όπλο. Ο πατέρας μου, ωστόσο, μπόρεσε να το ξαναπάρει –όχι ακριβώς το δικό του, αλλά το δωδεκάρι κάποιου άλλου– από την αποθήκη όπου ήταν στοιβαγμένα, χάρις στις ενέργειες ενός Γερμανού συναδέλφου του, του Βίνκλερ, που εργαζόταν κι αυτός ως μηχανικός στην καλτσοβιομηχανία των αδελφών Μοδιάνο, στο νεότερο όμως τμήμα της, όπου πλέκονταν κατά δωδεκάδες σε νέου τύπου μηχανήματα γυναικείες κάλτσες με ραφή. Τα επερχόμενα γεράματα, μαζί με την έλλειψη τροφίμων, είχαν ξυπνήσει στην ψυχή του Βίνκλερ, που ελάχιστες φορές μας είχε επισκεφθεί με την πανέμορφη γυναίκα του στη μονοκατοικία με κήπο που νοικιάζαμε στην οδό Τζαβέλλα, το ένστικτο του κυνηγού. Ήταν, όμως, πέρα για πέρα άπειρος και του χρειαζόταν δάσκαλος και συνοδός. Σε ποιον άλλον να αποταθεί αν όχι στον πατέρα μου; Μπορεί, βέβαια, η ηλικία και οι κατοχικές στερήσεις να είχαν αρχίσει να τον καταβάλλουν, αλλά το κυνήγι εξακολουθούσε να τον ελκύει όπως παλιά, χώρια που μας έδινε τώρα την ευκαιρία να φάμε λίγο κρέας, που από καιρό είχε εξαφανιστεί απ' το τραπέζι μας. Από ανάγκη μαγειρεύαμε πότε-πότε καμιά χελώνα, αντάξιο υποκατάστατο της κότας».

Κάρολος Τσίζεκ
Κυλώντας τη χιονόμπαλα της αφήγησης, ο Τσίζεκ θα επιδείξει μερικές σπάνιες αρετές. Όταν η πρόζα έχει προκύψει από εσωτερική ανάγκη και όχι από αναγνωστική πείρα, τα πιο κοινά πράγματα μοιάζουν πρωτοφανή και η παρουσία του αφηγητή δανείζεται χρόνο για να φτιάξει τον ιδιωτικό της κόσμο. Η πρόζα δεν γεννιέται από μεστωμένη πρόθεση, αντίθετα κερδίζει τον εαυτό της από αράδα σε αράδα, για να διαβάσει τελικά το πρόσωπό της στην ολοκλήρωση του κειμένου. Το τάλαντο, με άλλα λόγια, δεν είναι χρυσάφι μόνο, είναι και ζυγαριά όπου τα πάντα ζυγιάζονται από τη γραφίδα του γραφιά.

Τις απίθανες καταστάσεις, όπως τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τους φούρνους, ο Τσίζεκ δεν τα έζησε παρά από δεύτερο (αφηγηματικό χέρι). «Ο φίλος μου Ντάνυ Μπεναχμίας γύρισε απ' το στρατόπεδο συγκεντρώσεως, όπου τον είχαν βάλει να δουλεύει στους φούρνους. Δεν ζει πια σήμερα, όμως μια Αμερικανίδα δημοσιογράφος, η Ρεμπέκκα Καμχί Φρόμερ, κατέγραψε την οδύσσειά του. Εγώ θυμάμαι, δυστυχώς όλο και πιο αμυδρά, τις αφηγήσεις του, με πρώτη τη διαπίστωση ότι στο στρατόπεδο από άνθρωπος γίνεσαι αριθμός, καθώς και μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά της ναζιστικής κτηνωδίας, όπως εκείνο με την Εβραιοπούλα που, σε ένα παραλήρημα αγωνίας ή πρόκλησης μπροστά στον επικείμενο θάνατο, άρχισε να τραγουδά το βαλς του Στράους "Ο ωραίος γαλάζιος Δούναβης" και ο φρουρός που την εκτέλεσε με το οπλοπολυβόλο συνέχισε τον λικνιστικό σκοπό απ' το σημείο που είχε διακοπεί».

Ο Τσίζεκ μπορεί να ανασύρει θηριωδίες και άγρια περιστατικά, μόνο που επιτυγχάνει να τις περιγράψει με ιδιωτικές συγχορδίες, άνευ των οποίων το γεγονός θυμίζει προσωπογραφία χωρίς μάτια. Απόδειξη η ακόλουθη παράγραφος: «... τα μάτια θεωρούνται καθρέφτες της ψυχής, έτσι άφηνε να πλανιέται στον αέρα η αόριστη εντύπωση ότι αυτή η ψυχή έκρυβε μέσα της κάτι βαθύτερο και μυστηριώδες, που ωστόσο δεν ήταν εύκολο να το αντιληφθείς».

Ο Τσίζεκ ήταν άριος, αβάπτιστος και αθρήσκευτος, κατά τη γραπτή δήλωση του πατέρα του. Πιθανότατα γι' αυτό παρακολουθούμε έναν άνθρωπο συνετό που ανταλλάσσει τις περιγραφές του με εκρήξεις μαύρου χιούμορ που παρά ταύτα αποδίδουν δευτερευόντως μιαν εκπληκτική σοβαρότητα. «Εμείς θάλασσα δεν έχουμε», λέει στον διπλανό του, «ωστόσο έχουμε έναν εφευρέτη της προπέλας!». «Μα, ούτε και οι Ούγγροι έχουν θάλασσα» μου απαντά. «Ο Στέφανος Τυρ, που συμπολέμησε με τον Γαριβάλδη, εκπόνησε τα σχέδια για την κατασκευή της κλιμακωτής διώρυγας του Παναμά, ενώνοντας τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό. Επίσης, ένας συμπατριώτης του Τυρ, ονόματι Μπέλα Γέρστερ, κατόρθωσε να δώσουν τα χέρια το Ιόνιο με το Αιγαίο χάρη στον Ισθμό της Κορίνθου... Έτσι εξηγείται και το πάθος των Κεντροευρωπαίων για τη θάλασσα». Και προσθέτει: «Θα δίναμε ευχαρίστως τη Σλοβακία για λίγη θάλασσα». Οι Τσέχοι έχουν ένα ιδιότυπο χιούμορ...

Ιδού το παράδειγμα του χαράκτη Γιόζεφ Σάσκα, ο οποίος δεν ήθελε να γίνει μέλος του Kομμουνιστικού Kόμματος. Ο λόγος ήταν απλός: ο πατέρας του ήταν κομμουνιστής, αλλά, επειδή σε κάποια συνεδρίαση διαφώνησε, τον ξαπόστειλαν. «Πώς θέλετε, λοιπόν, εγώ να γίνω μέλος του κόμματος;».
Μεστό και οξύ το επίμετρο του Αλέξη Ζήρα.