Το πρώτο κομμάτι που άκουσα από το δίσκο του Jeff Gonzalesήταν το «Livin a Lie», ένα old school καλοδιάθετο hip hop που θυμίζει τις μέρες της daisy age και τα χαρούμενα samples των Dream Warriors. Παλιομοδίτικο, αλλά με αναφορές στις καλύτερες μέρες του hip hop, τότε που είχε ξεφύγει απ' το γκέτο και δεν αναφερόταν μόνο σε gangsta, γκόμενες και προσωπικές διαμάχες μεταξύ ράπερς. Ο δίσκος του Jeff -που υπογράφει ως BNC (Bruises and Cuts)- είναι ένα άλμπουμ που βασίζεται στο hip hop beat, αλλά δεν είναι αμιγώς hip hop. Κι αυτό το κάνει πολύ πιο ενδιαφέρον.

«Δεν είναι καθαρόαιμο hip hop», μου λέει, «είναι πιο experimental, έχει στοιχεία απ' το είδος, αλλά και ρέγκε, φανκ, έχει πολύ κόψε-ράψε και πολύ sampling. Το ονόμασα The Birthεπειδή είναι η πρώτη μου δουλειά ως solo καλλιτέχνης, η γέννηση του BNC. Είναι ένα σκοτεινό άλμπουμ σε σημεία του, αλλά όχι ιδιαίτερα, έχει σκοτεινά περάσματα, αλλά σε γενικές γραμμές έχει αισιόδοξο ήχο».

Η «Γέννηση» του Έλληνα MC που κατάγεται από τον Άγιο Δομίνικο έχει περισσότερα κοινά με τους δυο πρώτους δίσκους του DJ Shadowκαι τις δουλειές του Madlib, απ' ό,τι έχει με το hip hop των σημερινών σούπερ σταρ του είδους. «Δεν μ' ενδιαφέρει ούτε σαν ήχος ούτε θεματικά το hip hop του 50 Cent», λέει, «αντίθετα, λατρεύω τα ονόματα των αρχών των ‘90s, power παραγωγές, ψαγμένοι στίχοι - ήταν πολύ πιο σοβαρά. Ο KRS-1των BDP είναι για μένα κορυφή, είναι αυτός που με έχει επηρεάσει περισσότερο απ' όλους. Παρατηρώ πάρα πολύ τι λέει ο άλλος και με τι τρόπο, παίζει σημαντικό ρόλο για τις επιλογές μου. Μου αρέσουν πολύ οι Blackalicious, o Lee Perry, οι πολλές φωνές των Funkadelic. Αυτό το gospel ύφος με ενθουσιάζει». Οι στίχοι του Jeff βασίζονται πολύ στη μυθοπλασία, «προκύπτουν από ιστορίες που πλάθω στο μυαλό μου», λέει, «από πράγματα που έχουν συμβεί στη ζωή μου, χωρίς να είναι αυτοβιογραφικά, κι ας ισχύουν κάποια για μένα. Δεν έχω δοκιμάσει να τραγουδήσω στα ελληνικά επειδή δεν νιώθω ακόμα ώριμος για να το κάνω στην ελληνική γλώσσα. Δεν την ξέρω τόσο καλά, νομίζω, όσο χρειάζεται για να γράφω στίχους. Θέλω να νιώθω ασφάλεια, είναι άλλο να μιλάς καλά, κι άλλο το να γράφεις κομμάτι».

Ο Jeff γεννήθηκε στον Άγιο Δομίνικο το 1981 και στα 11 του ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα. «Ο πατριός μου είναι Έλληνας», εξηγεί, «κι έτσι στα 14 ήρθα μόνιμα εδώ. Απ' το 1994 ζω στην Ελλάδα, με κάποια διαλείμματα για σπουδές στην Ολλανδία και στη Νέα Υόρκη. Όταν τέλειωσα τις σπουδές μου γνώρισα τον Γιώργο, τον DJ Blend, που ετοίμαζε το Misplaced κι έτσι βρέθηκα να κάνω τον MC για πρώτη φορά». Ο δίσκος του Jeff είναι η τρίτη κυκλοφορία της Cast-a-Blast, της ανεξάρτητης εταιρείας που έχουν φτιάξει για να έχουν τον απόλυτο έλεγχο στη δουλειά τους. Το άλμπουμ TheBirthείναι στην ουσία ένα one man show, με τον Jeff να δημιουργεί απ' την αρχή μέχρι το τέλος τα scratch, τα φωνητικά, την παραγωγή, όλα όσα ακούγονται και είναι αποτέλεσμα του turntablism και των δεξιοτήτων ενός έμπειρου DJ.

«Η Ελλάδα μου αρέσει επειδή έχω ζήσει αλλού», μου λέει, «μπορεί να μου άρεσε η Ολλανδία, αλλά δεν μου άρεσε ο κόσμος της, γενικά ο κόσμος της βόρειας Ευρώπης δεν μου άρεσε σε σχέση με την Ελλάδα. Έχω ζήσει και στη Νέα Υόρκη και γούσταρα τρελά, ωραίο το νταβαντούρι, ο κόσμος, ένα melting pot από όλες τις φυλές, αλλά στα 50 σου έχεις βαρέσει καρδιακή προσβολή αν ζήσεις με αυτούς τους ρυθμούς. Απ' τη μια είναι κακό που είμαστε τόσο αδιάφοροι σε πολλά θέματα, αλλά γενικότερα ο κόσμος εδώ είναι cool. Και ανοιχτόμυαλοι. Παίζουν ακόμα ταμπού τα οποία θα ξεπεραστούν, πιστεύω, αλλά βρίσκεις την ηρεμία σου. Ακόμα και στην Αθήνα. Στο Άμστερνταμ είναι μόνο δουλειά και πίεση και σε βρίζουν αν πας αργά στο πεζοδρόμιο. Στην Ελλάδα μένω συνειδητά, ψηφίζω, πήγα φαντάρος, δεν σκέφτομαι να φύγω.

Δεν έχω βιώσει τίποτα ρατσιστικό εδώ, έχω πετύχει, αλλά πολύ light σε σχέση με το τι μπορεί να συμβεί. Αν πας στη βόρεια Ολλανδία θα καταλάβεις. Έχω διαπιστώσει ότι υπάρχουν θέματα εθνικιστικά περισσότερο με Αλβανούς ή Τούρκους, παρά ρατσιστικά.

Το μόνο που με ενοχλεί είναι που οι Έλληνες δεν χορεύουν. Οι άντρες κυρίως. Στέκονται ακουμπισμένοι στο μπαρ ή με το ποτό στο χέρι. Εδώ λέμε, πάμε να βγούμε, στον Δομίνικο λέμε, πάμε να χορέψουμε...».