Γεννήθηκα τη δεκαετία του ’50, στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η μητέρα μου, που ήταν από την Κρήτη, πριν γεννήσει, πήγε εκεί, στη μητέρα της και στα αδέλφια της, για να νιώσει ζεστασιά οικογενειακή. Έτσι έγινα Κρητικιά και το έχω καμάρι. Ως παιδί, τον μισό χρόνο πήγαινα με τη μητέρα μου στην Κρήτη, όπου ζούσα ένδοξες στιγμές. Έχω τρομερές εμπειρίες με τους φιλόξενους Κρητικούς και τη μητέρα μου, που ασχολούνταν πολύ λιγότερο μαζί μου, γιατί είχε τους δικούς της ανθρωπους και ήταν πολύ ετυχισμένη. Υπέφερε από μοναξιά στην Αθήνα, έτσι ήταν προσκολλημένη σ’ εμένα κι αυτό με ενοχλούσε πάρα πολύ, με καταπίεζε. 

 

• Ο πατέρας μου δεν ερχόταν στην Κρήτη τα καλοκαίρια, εκτός από ελάχιστες φορές, για να δώσει κανένα ρεσιτάλ. Το ένα μέρος της Αθήνα ήταν η μοναξιά, από την πλευρά της μαμάς, η οποία έβγαινε με τις φίλες της για να πάει σε γιατρούς και σε διάφορα μέρη, και το άλλο ο πατέρας μου, ο οποίος μου άνοιξε έναν κόσμο μαγικό, με τη μουσική, τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία. Έχω μεγαλώσει με παράξενες, φανταστικές και όχι μόνο διηγήσεις, επειδή προέρχομαι από μια οικογένεια διανοουμένων, που ήταν κοντά στον πνευματισμό. Ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, ήταν χημικός αλλά και μέντιουμ, και είχε ασχοληθεί πάρα πολύ με τον πνευματισμό. Είχα από μικρή χειρόγραφα πνευματιστικά στα χέρια μου, ο θείος μου τα άφησε σ’ εμένα, κι έτσι στην παιδική μου ηλικία μού συνέβαιναν εκπληκτικά πράγματα. Επίσης, ερχόταν κάθε εβδομάδα στο σπίτι για μουσική δωματίου ο Λευτέρης Αλεξίου με την αδελφή του, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, και θυμάμαι ότι δοκίμαζαν να δουν πόσο μουσικό ήταν το αυτί μου. Ήταν πολύ σπουδαίος άνθρωπος, φιλόλογος και ποιητής, φίλος του πατέρα μου και έπαιζε και μουσικά όργανα. Η Γαλάτεια ερχόταν στη μητέρα μου και της έλεγε τα παράπονά της και τις αναμνήσεις της από τον Νίκο Καζαντζάκη. 

 

Ο παππούς μου, του πατέρα μου ο πατέρας, ήταν χημικός αλλά και μέντιουμ, και είχε ασχοληθεί πάρα πολύ με τον πνευματισμό. Είχα από μικρή χειρόγραφα πνευματιστικά στα χέρια μου, ο θείος μου τα άφησε σ’ εμένα, κι έτσι στην παιδική μου ηλικία μού συνέβαιναν εκπληκτικά πράγματα.

 

• Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου λέει παραμύθια, διηγήσεις τρομερές, επενδυμένες μουσικά απ’ ό,τι έπαιζε ο ίδιος στο πιάνο. Αυτοσχέδια παραμύθια και αυτοσχέδιες μουσικές, μέσα στα οποία διαδραματιζόταν η ζωή, με τις χαρές, τις λύπες, τους φόβους της, όλα. Κι εγώ καθόμουν δίπλα, σε ένα καρεκλάκι και βυθιζόμουν στα παραμύθια. Αυτό για μένα ήταν το Summer Hill μου, το ελεύθερο σχολείο στην Αγγλία που ήταν ενάντια στην καταπίεση. Με τον πατέρα μου ήμουν ούτως ή άλλως συναισθηματικά συνδεδεμένη, έτσι έμαθα τη μουσική και την ποίηση και τη διήγηση, που βγήκαν αργότερα στα προσωπικά μου έργα, από τις «Μάσκες Ηλίου» και μετά. Από βρέφος μελετούσα μαζί με τον πατέρα μου. Ακούγαμε κλασική μουσική κι εκείνος μου εξηγούσε στην «Ποιμενική» του Μπετόβεν: «άκουσε που τώρα θα γίνει ο καιρός περίφημος» ή «τώρα περιμένουμε με φόβο να έρθει η καταιγίδα» ‒ έτσι καλλιεργήθηκα μουσικά. Στην εφηβεία, με τη ροκ μουσική, καθηλώθηκα από την ιδεολογία των χίπηδων. Είχα γίνει κι εγώ κάπως χίπισσα και ήμουν πολύ μέσα σε αυτό το κίνημα.  

 

• Από πολύ μικρό παιδάκι, απ’ ό,τι μου έλεγαν και απ’ ό,τι ψιλοθυμάμαι, έπαιζα θέματα από μουσικά έργα μεγάλα, π.χ. την Ενάτη του Μπετόβεν, την Πέμπτη, την «Ποιμενική» ‒ ακούγαμε πολύ Μπετόβεν στο σπίτι μας. Αυτά τα έπαιζα με το ένα δαχτυλάκι, απ’ όταν ήμουν ενάμισι-δύο χρονών. Στα δυόμισι, ξαφνικά, μια μέρα τελείως μαγική, παραμονές Χριστουγέννων, που ήμουν άρρωστη με σαράντα πυρετό ‒θυμάμαι, με είχαν στο χολ, σε ένα ντιβάνι‒, ήρθαν τα παιδιά να πουν τα κάλαντα και ο πατέρας μου τα έβαλε μέσα και τα συνόδευσε στο πιάνο. Εγώ εντυπωσιάστηκα, φαίνεται, πάρα πολύ απ’ αυτό το γεγονός, έγιναν μέσα μου διάφορες ανατροπές και μέσα στον πυρετό σηκώθηκα και πήγα στο πιάνο, αφού ο πατέρας μου είχε φύγει μαζί με τα παιδιά. Χωρίς να ξέρω γιατί, κάθισα στο πιάνο και έπαιξα με τα δύο χέρια τα κάλαντα. Έπαιζα για πρώτη φορά με τα δύο χέρια τις αρμονίες. Η μητέρα μου ήταν στην κουζίνα με μια φίλη της, ήρθαν τρεχάτες και η φίλη της με είδε και λιποθύμησε. Μετά από αυτό, ο πατέρας μου με έβαζε να παίζω με τα δύο χέρια. Το είπαν σε φίλους τους δημοσιογράφους, που ήρθαν και με είδαν και έγραψαν στις εφημερίδες διάφορα για το παιδί-θαύμα. 

 

Λένα Πλάτωνος
Την ευτυχία μπορείς να τη βρεις στην ένωση. Αυτό για μένα είναι ευτυχία και η διάσπαση είναι δυστυχία. Και ο διάβολος διασπά, αυτή είναι η τακτική του, το λέω συμβολικά. Όταν λέμε για έναν άνθρωπο ότι «είναι διαβολικός», εννοούμε ότι διασπά, χωρίζει. Ο χωρισμός είναι μια διαβολική ενέργεια, σατανική. Η ένωση είναι η αγάπη, ο έρωτας, η σύμπνοια με το περιβάλλον. Να αισθάνεσαι ότι είσαι ένα με το σύμπαν, ότι είσαι ένα μόριό του, συσχετισμένος με αυτό. Φωτ.: Γιώργος Γερανιός

 

• Σε μερικούς μήνες είχα αρχίσει να παίζω κομμάτια μικρά, σονατίνες. Σε μια συναυλία που είχε ο πατέρας μου στον Παρνασσό με τις μαθήτριές του, στο τέλος της ξέφυγα από τα γόνατα της μητέρας μου, ανέβηκα από τα σκαλοπάτια στη σκηνή και κάθισα στο πιάνο. Μόνη μου, χωρίς να με παροτρύνει κανείς, άρχισα να παίζω μια σονατίνα και το κοινό γύρισε πίσω. Αυτή η σκηνή μου έχει εντυπωθεί. Θα ήμουν τότε τριών ετών, το πολύ τριάμισι. Μου έφεραν μια ανθοδέσμη και με χειροκροτούσαν. Με έβγαλαν και φωτογραφία. 

 

• Το όνειρό μου ήταν να γίνω μεγάλη πιανίστα και να με χειροκροτούν, να με καταλαβαίνουν, να με νιώθουν, όπως χειροκροτούσα εγώ τον πατέρα μου όταν έπαιζε πιάνο και τις μαθήτριές του όταν έκανε μάθημα. Μου άρεσε να παρακολουθώ τα μαθήματα του πατέρα μου και να διορθώνω τις μαθήτριές του όταν έκαναν λάθη. Τις άκουγα να παίζουν και φώναζα «λάθος» από μέσα. Από ενάμισι χρονών το έκανα αυτό. Ήθελα να γίνω μεγάλη πιανίστα, αλλά δεν είχα μόνο αυτή την τάση, προς τη μουσική, είχα και την τάση προς τη ζωγραφική, η οποία εκδηλώθηκε ταυτόχρονα με το παίξιμο στο πιάνο με τέσσερα χέρια. Θυμάμαι, όπου και να πήγαινα, αμέσως μόλις γύριζα στο σπίτι, ζωγράφιζα ό,τι είχα δει ή το έκανα μουσική. Έκανα μουσικές δικές μου, γιατί είχα αρχίσει ήδη να συνθέτω. Έφτιαχνα τα δικά μου κομματάκια από τριών χρονών, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχαν μαγνητόφωνα για να τα διατηρήσω. Τα έγραφε κάπου ο πατέρας μου, αλλά χάθηκαν τα χαρτιά. 

 

• Έτσι κάπως μεγάλωνα και προχωρούσα στο πιάνο. Ο πατέρας μου δεν μου είχε μάθει καθόλου θεωρία, ούτε με πίεζε να μελετάω πιάνο. Μόνη μου ό,τι έκανα, ήμουν τελείως αρχικής εκπαίδευσης. Το 1963, μια δασκάλα από το Ελληνικό Ωδείο όπου δίδασκε ο πατέρας μου, η Λίνα Παπαδοπούλου, του είπε: «Το παιδί παίζει τόσο ωραία. Γιατί δεν το πας στο ωδείο, για να μορφωθεί ανάλογα;». Γινόταν τότε ένας διαγωνισμός στο Ωδείο Αθηνών στη μνήμη της Καίτης Παπαϊωάννου, μιας σπουδαίας δασκάλας, αδελφής της Μαρίκας Παπαϊωάννου, μετέπειτα δασκάλας μου. Ο πατέρας μου ήρθε σπίτι και με ρώτησε: «Θα παίξεις σε έναν διαγωνισμό που γίνεται στο ωδείο;». Εγώ ήμουν εντεκάμισι και ετοιμαζόμουν να δώσω εξετάσεις για να μπω στο γυμνάσιο. Έβαλα τα κλάματα. Είπα «όχι, δεν θέλω να παίξω» κι εκείνος μου απάντησε «θα έχει βραβείο με λεφτά». Και επειδή ήθελα να πάρω κάποια παιχνίδια, του είπα, κλαίγοντας, «κι αν κερδίσω, θα μπορώ να πάρω τα παιχνίδια που θέλω;». Μου απάντησε: «Βέβαια». Έτσι με έπεισε να λάβω μέρος. Μου έφτιαξε το πρόγραμμα, χωρίς νότες. Έπαιζε στο πιάνο κι εγώ, ό,τι έβλεπα και άκουγα, το έπαιζα μετά. Έτσι έμαθα ένα πρόγραμμα προχωρημένης μέσης σχολής για πιάνο. Έπαιξα Μέντελσον, Κλεμέντι, Μπαχ, κι όλα αυτά τα είχα μάθει απέξω. Και ο Μενέλαος Παλλάντιος, που ήταν διευθυντής στο Ωδείο Αθηνών και καθηγητής αρμονίας και σολφέζ, δεν το χώνεψε αυτό ποτέ, ότι έπαιζα χωρίς να ξέρω να διαβάζω νότες. Είχε και κάποιον ανταγωνισμό, βέβαια, με τον πατέρα μου. Και έλεγε «έχει ταλέντο, αλλά...», υπήρχε πάντα ένα «αλλά» και μου φερόταν αυστηρά. Δεν είχαμε καλές σχέσεις, αν και ήμουν στην τάξη του αργότερα. 

 

• Μέσα σε ένα καλοκαίρι ο πατέρας μου μού έμαθε στη Ραφήνα, όπου είχαμε πάει διακοπές, τέσσερις θεωρίες και πρώτη αρμονία, γιατί θα έμπαινα στο ωδείο ανάλογα με το στάδιο που ήμουν στο πιάνο, και χρειαζόμουν και θεωρητικά. Εκείνο το καλοκαίρι κουράστηκα πάρα πολύ, έπαθαν τα μάτια μου και είχα ζαλάδες. Έπαθα κρίσεις πανικού και νόμιζα ότι θα πεθάνω. Η πρώτη κατάθλιψη στη ζωή μου ήταν αυτή, η οποία βέβαια δεν κράτησε πολύ. Με πήγαν στον γιατρό, που είδε ότι είχα θέμα με τα μάτια μου. Είχα διαβάσει πολύ και για να μπω στο γυμνάσιο. Ήμουν σημαιοφόρος. Όμως, διαβάζοντας τόσο πολύ σε αυτή την ηλικία, δημιούργησα πρόβλημα στα μάτια μου. 

 

Λένα Πλάτωνος
Φωτ.: Γιώργος Γερανιός
 
 

 

• Πήρα το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό και ήμουν πανευτυχής και από τότε έγινα επαγγελματίας μουσικός. Με ανέλαβε η Βάλεβα, μια εξαιρετική καθηγήτρια, μετα πήγα στην Παπαϊωάννου και με έμαθε πώς να εντρυφώ στους μουσικοσυνθέτες και στην τεχνική τους. Αλλά, τότε, επειδή μπήκα στη μουσική ως επαγγελματίας, άρχισα να αναλογίζομαι ότι δεν γινόταν να συγκρίνομαι συνθετικά με αυτούς τους μεγιστάνες και σιγά-σιγά σταμάτησα να αυτοσχεδιάζω και να φτιάχνω δικά μου κομμάτια. Σταμάτησα τη σύνθεση, αλλά εξελίχθηκα σε καθαρά επαγγελματικό επίπεδο. Έμαθα πώς να μελετάω, έμαθα τα όρια, που είναι πολύ χρήσιμα, και σε 4-5 χρόνια από τότε που πήρα το βραβείο, το ’70, επί Μαρίκας Παπαϊωάννου, πήρα το δίπλωμά μου. Ήταν ένα ιστορικό δίπλωμα για το ωδείο. Τότε συνέβη το εξής καταπληκτικό: προετοιμαζόμουν χρόνια να πάω στο Παρίσι και έδωσα για υποτροφία στο ΙΚΥ. Εκεί, ένα «μεγάλο» όνομα ‒ήταν και δικτατορία τότε‒ έδωσε την υποτροφία σε μια δική του κοπέλα. Έγινε μεγάλη ιστορία στην επιτροπή, μου ζήτησαν «συγγνώμη», αλλά εγώ έχασα τη Γαλλία. 

 

• Τίποτα δεν είναι τυχαίο, κατά τη γνώμη μου. Την επόμενη χρονιά, αντί να πάω στη Γαλλία, βρέθηκε μια υποτροφία, του μεγάλου συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου, για τη Βιέννη και βρέθηκα εκεί. Τα χρόνια αυτά, τα χίπικα, άκουγα Uriah Heep, Led Zeppelin, Beatles, Jethro Tull, και σε ένα κονσέρτο των τελευταίων αποφάσισα ότι αυτή ήταν η μουσική που με εξέφραζε και ότι κάτι τέτοιο θα ήθελα να κάνω στη ζωή μου, όχι να μελετάω πιάνο, γιατί είχα έναν καθηγητή προσανατολισμένο τελείως στην τεχνική, όπως οι περισσότεροι καθηγητές. Με εκτιμούσε ως ταλέντο με μουσικότητα,αλλά μου είπε: «Πρέπει να αφοσιωθείς στην τεχνική τώρα και να μελετάς όσα προτείνω». Αποτύχαμε στη σχέση μεταξύ μας, την ανθρώπινη, κι εγώ, χωρίς ανθρώπινη σχέση, έστω και στο μίνιμουμ, δεν μπορώ, ούτε τώρα, να χτίσω κάτι με τον άλλο. Αυτός ο δάσκαλος τελικά μου έκανε καλό, γιατί η δυσκολία που συνάντησα στο πιάνο στο να μαθαίνω τεχνικά από άλλους πιανίστες με έκανε να απομακρυνθώ λίγο από αυτό. Τότε συνάντησα στο Ζάλτσμπουργκ έναν νεαρό. Καθόμασταν σε ένα καφέ και μου είπε: «Θέλω να σκηνοθετήσω για την αυστριακή τηλεόραση ένα τουριστικό θέμα για την Αυστρία και τη Βέννη, είσαι συνθέτρια;». Κι εγώ του απάντησα «ναι!». Είχαν περάσει πολλά χρόνια που είχα σταματήσει τελείως τη σύνθεση. Και ναι μεν αυτός δεν γύρισε ποτέ την ταινία, αλλά είχε γράψει ποιήματα στα αγγλικά και με ρώτησε αν ήθελα να δοκιμάσω να τα κάνω τραγουδια. Το ’71 αρχίσαμε και φτιάχνουμε τραγούδια μαζί. Έτσι έφτιαξα τα πρώτα μου τραγούδια και άρχισα να τα ενορχηστρώνω με το μυαλό μου και να μπαίνω μέσα σε άλλη μαγική ιστορία. Γιατί από τότε, όπου πήγαινα και όπου στεκόμουν, σκεφτόμουν τα τραγούδια που έφτιαχνα και αφιέρωνα όλο τον χρόνο στο τι όργανο θα έβαζα σε κάθε σημείο. Μάλιστα, σκέφτηκα τη φωνή της Σαββίνας, η οποία ήταν η μικρότερη αδελφή της συμμαθήτριας και φίλης μου στο γυμνάσιο, της Σοφίας της Γιαννάτου. Την άκουγα στη χωρωδία του σχολείου να τραγουδάει και είχε αγγελική φωνή. 

 

Αφού είχα περάσει κάποιες ψυχολογικές διακυμάνσεις με κάτι ερωτικές ατυχίες, το 1973 άκουσα τη μουσική του Σκριάμπιν για πρώτη φορά και τον Χόροβιτς και είπα: «Αυτή είναι η μουσική της ψυχής μου». Τότε άρχισα να παίζω πιάνο μανιωδώς, πέφτοντας με τα μούτρα, και έβαλα έναν στόχο: να παίξω σε διαγωνισμό στο εξωτερικό, κι ας μην πάρω βραβείο. Ο στόχος μου ήταν να ανέβω τα σκαλιά και να παίξω στη σκηνή. Έτσι έγινε.

 

• Είπα στον Αυστριακό φίλο μου ότι αυτή η φωνή δεν μοιάζει με καμία από τις φωνές που κυκλοφορούσαν τότε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αυτά τα τραγούδια ήταν τυχερά-άτυχα. Αυτός πήγε σε μια εταιρεία ένα τραγούδι που έγραψα σε ένα στούντιο στην Αθήνα και δεν έγινε τίποτα. Τα είχα πάει κι εγώ στη Minos και δεν τα ήθελαν, γι’ αυτό είχα πάθει μια μικρή θλίψη. Έτσι άφησα τα τραγούδια για ένα διάστημα, αφού έφτιαξα κάνα-δυο ακόμα, και άρχισα να ασχολούμαι με το πιάνο. Ο καθηγητής με τον οποίο είχα την άτυχη σχέση, ο Βέμπερ, μου είχε μάθει κάποια κόλπα τεχνικά, τα οποία εγώ εφάρμοσα εκείνη την εποχή. Και αφού είχα περάσει κάποιες ψυχολογικές διακυμάνσεις με κάτι ερωτικές ατυχίες, το 1973 άκουσα τη μουσική του Σκριάμπιν για πρώτη φορά και τον Χόροβιτς και είπα: «Αυτή είναι η μουσική της ψυχής μου». Τότε άρχισα να παίζω πιάνο μανιωδώς, πέφτοντας με τα μούτρα, και έβαλα έναν στόχο: να παίξω σε διαγωνισμό στο εξωτερικό, κι ας μην πάρω βραβείο. Ο στόχος μου ήταν να ανέβω τα σκαλιά και να παίξω στη σκηνή. Έτσι έγινε. Ήταν ένας πολύ δύσκολος διαγωνισμός αυτός της Γενεύης. Και ενώ περίμενα πώς και πώς να γυρίσω πίσω, στο αεροπλάνο έπαιζα μέσα στο κεφάλι μου τη μουσική του Σκριάμπιν και όταν έφτασα στην Αθήνα έβγαλα τα κομμάτια του μέσα σε μερικές μέρες. Ήταν μια περίοδος που είχα αφοσιωθεί στο πιάνο. Έκανα ρεσιτάλ στο Τρίτο Πρόγραμμα και ασχολιόμουν μόνο με αυτό.

 

Λένα Πλάτωνος στούντιο
Η Λένα Πλάτωνος στο στούντιο ηχογράφησης. Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
 
 

 

• Το 1975 παντρεύτηκα τον Δημήτρη Μαραγκόπουλο, έναν συνθέτη νέο εκείνη την εποχή, που σπούδαζε στο Βερολίνο και τελείωνε εκείνα τα χρόνια. Έτσι, πήγα να ζήσω στο Βερολίνο. Εκεί μελέτησα πιάνο με έναν πολύ σπουδαίο δάσκαλο, αλλά μετά από έναν χρόνο είχα αϋπνίες για κάποιους λόγους άγνωστους, του υποσυνείδητου. Είπα στον Δημήτρη: «Θα γυρίσω λίγο πριν από σένα στην Αθήνα, δεν αντέχα άλλο με τις αϋπνίες». Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, μου πέρασαν αμέσως οι αϋπνίες, ήταν τελείως ψυχολογικές. Ο Δημήτρης τότε τέλειωνε τη σχολή του και πήγα να τον πάρω να γυρίσουμε μαζί. Γυρίσαμε όλη την Ευρώπη με το αυτοκίνητο και μόλις ήρθαμε στην Αθήνα, αφοσιώθηκα στη διδασκαλία.

 

• Πρωτοδίδαξα όταν ήμουν ακόμα στο ωδείο, 14-15 ετών. Μου έδωσε ο πατέρας μου μια μαθήτριά του και της έκανα πιάνο. Ήμουν πολύ χαρούμενη και αφοσιωμένη σε αυτό που έκανα. Μου άρεσε πολύ. Με τα λεφτά που έβγαλα από τα μαθήματα αγόρασα ενα φουστάνι με αφρικανικά σχέδια και έντονα χρώματα, που το είχα χρόνια ‒ το φορούσα μέχρι που έλιωσε. Ήταν τα πρώτα μου λεφτά από τη μουσική, γενικά. Το ’77-’78, που είχαμε γυρίσει από το εξωτερικό, διορίστηκα στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, δηλαδή στην Κρατική Σχολή Χορού, όπου τότε ήταν διευθύντρια η Κούλα Πράτσικα. Δίδασκα στους μέλλοντες χορευτές πιάνο. Είχα θαυμαστά αποτελέσματα και ένιωθα πολύ καλά. Ήμουν πολύ ευχαριστημένη σε αυτήν τη σχολή. Εκείνα τα χρόνια κάλεσαν τον Δημήτρη από το Τρίτο Πρόγραμμα, το οποίο διήθυνε τότε ο Χατζιδάκις, που είχε αποφασίσει να το επανδρώσει με ανθρώπους νέους, μουσικούς, που να έχουν κάνει σπουδές, οι περισσότεροι τουλάχιστον, στο εξωτερικό. Και να είναι ταλέντα. Ζήτησαν από τον Δημήτρη να πάρει μέρος στην παιδική εκπομπή που θα έφτιαχνε το Τρίτο Πρόγραμμα, η οποία ήταν μια εντελώς προχωρημένη εκπομπή, διαφορετική από τις άλλες. Πήρε να φτιάξει δύο κομμάτια από τη Μαριανίνα. Τότε γίνονταν ακόμα οι πρόβες της εκπομπής. Και μου λέει: «Δεν προλαβαίνω να τα φτιάξω». Στο μεταξύ, του είχα παίξει τα τραγούδια μου στο Βερολίνο, αυτά που είχα φτιάξει με τον νεαρό στην Αυστρία, και ήξερε τις δυνατότητές μου τις συνθετικές. Κι αφού δεν προλάβαινε, τού είπα «δώσε μου τα δύο κομμάτια να τα φτιάξω εγώ και πάρ’ τα και βάλε το όνομά σου, για σε διευκολύνω». Τότε ο Δημήτρης μου λέει: «Γιατί να μην έρθεις κι εσύ στη “Λιλιπούπολη”, να σε προτείνω;». Έτσι με πρότεινε και μου έδωσαν κι εμένα τρία τραγούδια, το «Περνά περνά η ώρα», το «Τσιφτετέλι της γρίπης» και ένα άλλο, και οι κοπέλες της εκπομπής, η Μαριανίνα, η Ελένη Βλάχου και η Ρεγγίνα Καπετανάκη, με κοίταζαν με μισό μάτι κι έλεγαν από πίσω μου «ο Μαραγκόπουλος έφερε τη γυναίκα του στην εκπομπή».

 

• Ωστόσο, είδαν ότι τα τραγούδια ήταν πολύ ωραία, και όχι μόνο αυτό, αλλά μας κάλεσε ο Χατζιδάκις να μας δει όλους πριν αρχίσει η εκπομπή. Δεν ερχόταν στο Τρίτο Πρόγραμμα σχεδόν ποτέ, είχε τον Κουρουπό, εκείνος διηύθυνε από το σπίτι. Εκείνη την ημέρα είχε έρθει να κάνει επιθεώρηση. Μάζεψε στο γραφείο του όλο το Τρίτο Πρόγραμμα, όσους ήταν στο κτίριο εκείνη τη στιγμή, και είπε «θα βάλουμε τα τραγούδια της “Λιλιπούπολης” που έχουν ηχογραφηθεί, να τα ακούσω». Ακούει όλα τα τραγούδια και λέει «θαυμάσια δουλειά, αυτό για την ανατολή ποιος το έγραψε;». «Η Πλάτωνος», του λένε, «κύριε Χατζιδάκι». «Αυτό μου αρέσει περισσότερο απ’ όλα». Μου λέει «έλα εδώ, παιδί μου». Παίρνει από το γραφείο του τηλέφωνο τον Πατσιφά, τον διευθυντή της Lyra, και του λέει «έχω εδώ μια κοπέλα που πρέπει να της κάνεις δίσκο». Του λέει ο Πατσιφάς «και τι έπαθες εσύ και ενδιαφέρεσαι για κοπέλες;» κι εκείνος του απάντησε δυνατά μέσα στην αίθουσα, «κι όμως, μου αρέσει μια κοπέλα και θέλω να κάνει δίσκο!». Το άκουσαν όλοι αυτό το πράγμα και με τα υπόλοιπα τραγούδια της «Λιλιπούπολης» καθιερώθηκα στην εκπομπή ως αντάξια του ρόλου μου εκεί μέσα. Όλοι έγραφαν πολύ ωραία τραγούδια, αλλά κι εγώ είχα το δικό μου μερίδιο στην επιτυχία της σειράς.

 

 

 

Κ Α Ρ Υ Ω Τ Α Κ Η Σ 

 

• Ο Καρυωτάκης άρχισε από το Τρίτο Πρόγραμμα. Στο Τρίτο Πρόγραμμα συνεργάστηκα σε μια εξαιρετική εκπομπή: έκανα όλο το έργο του Σούμπερτ και στα ποιητικά πεντάλεπτα έκανα αφιέρωμα σε ορισμένους ποιητές. Με εντολή του Χατζιδάκι έκανα τον Εμπειρίκο, όπου γελούσαμε και κλαίγαμε μαζί. Πηγαίναμε με τον Άρη Χριστοφέλλη, τον τενόρο, και με τη Σαββίνα Γιαννάτου τα πρωινά, και με χιόνια μάλιστα, πρωί-πρωί, στις 8 η ώρα, και κάναμε τις τρέλες μας. Δεν είχαμε ηλεκτρονική μουσική τότε ακόμα, ήταν ’78-’79, δεν υπήρχαν ηλεκτρονικά μηχανήματα και παίρναμε καλαμάκια της πορτοκαλάδας, τα γεμίζαμε με νερό και κάναμε ήχους παράξενους για να φτιάξουμε την ατμόσφαιρα του Εμπειρίκου. Μετά έκανα Καββαδία και εκεί πήρα τη Νένα τη Βενετσάνου, που είχα ακούσει στο «Να η ευκαιρία». Είχε μια φωνή συγκλονιστική. Την είχα καλέσει στη «Λιλιπούπολη» και τραγούδησε και στον Καββαδία. Το Μάιο εκείνο μου λέει ο Χατζιδάκις: «Θα κάνεις τον Καρυωτάκη!». Τον Καρυωτάκη τον θεωρούσα πιο μεγάλο ποιητή και από τον Εμπειρίκο και από τον Καββαδία και τον αγαπάω και τώρα πάρα πολύ ‒ τον δούλεψα και τον γνώρισα πολύ καλά. Του είπα: «Μα, είναι πολύ μεγάλος ποιητής, δεν μπορώ να φτιάξω τραγούδια του εγώ, δεν θα υπηρετούσα την ποίησή του. Μπορώ να κάνω μόνο τις μουσικές “γέφυρες” στην ανάγνωση των ποιημάτων του, στα ποιητικά πεντάλεπτα». Μου λέει: «Εντάξει, κάνε μουσικές γέφυρες». Ήταν μεγάλο σχολείο, δεν έχει ξαναγίνει αυτό το πράγμα στην Ελλάδα. Πήρα, λοιπόν, το βιβλίο του Καρυωτάκη και το είχα πάνω στο πιάνο μου. Έμενα και σε ένα σπίτι με μεγάλη βεράντα, με ρόδα στις γλάστρες, και κάθε μέρα είχα μερικά ρόδα πάνω στο πιάνο μου. Ήταν άνοιξη, Μάιος, και είχα ανοιχτά τα παράθυρα. Ήταν πολύ ωραίος ο καιρός και γενικά κάτι γινόταν μέσα μου περίεργο. Μια μέρα, στις αρχές της εκπομπής, ξεφύλλιζα το βιβλίο και έπεσα σε ένα ποίημα που λεγόταν «Άνοιξη ή έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους». Βάζω δειλά-δειλά τα χέρια μου πάνω στο πιάνο, σκαρώνω ένα μινιμαλιστικό ακομπανιαμέντο και αρχίζω να τραγουδάω. Έτσι έφτιαξα το πρώτο τραγούδι. Είχα απορήσει με την ευκολία με την οποία το έφτιαξα και που ήταν τόσο δεμένο με το περιβάλλον, το βράδυ, τα τριαντάφυλλα και τα γιασεμιά.  

 

• Μετά από μερικές μέρες, γύρισα στο σπίτι από μια βόλτα που είχα πάει με τον Δημήτρη και αποκάτω στο οικόπεδο έπαιζαν κάποια αγοράκια ποδόσφαιρο και ακούγονταν ιαχές. Άνοιξα πάλι το βιβλίο σε ένα ποιήμα που λεγόταν «Το Βράδυ» και, συμπτωματικά, μέσα στις ιαχές των παιδιών και στην άνοιξη έφτιαξα το τραγούδι και άρχισα να κλαίω. Αυτή η μελωδία ήταν μεγάλο σημάδι, και το ότι άρχισα να κλαίω. Παίρνω τηλέφωνο τον Άρη Χριστοφέλλη ‒κάναμε πολλή παρέα τότε‒ και του λέω: «Να σου βάλω ένα τραγούδι που έγραψα μόλις τώρα και θέλω να το επικοινωνήσω;». Το ακούει και μου λέει «αχ, μου ’ρχεται να κλάψω». Το ετοιμάζω με τη Σαββίνα και το πάω στο Τρίτο Πρόγραμμα. Γράφουμε αυτό και την «Άνοιξη», τα βάζουμε και παίζουν την Παρασκευή και μαζεύονται όλοι έξω από το στούντιο ‒ μου έλεγαν πόσο τους άρεσαν τα τραγούδια. Έτσι ήρθαν σιγά-σιγά και τα υπόλοιπα τραγούδια και άρχισαν να γίνονται πιο πολλά. Έτσι ξεκίνησα να καταλαβαίνω ότι πρόκειται για δίσκο. Μάλιστα, τη βραδιά πριν γράψω το «Ρόζα Ροζαλία» στο στούντιο, ήταν στο σπίτι μου η Σαββίνα και της είπα: «Μη φύγεις, γιατί έχω όρεξη να κάνω μουσική και θέλω να κάνουμε μαζί φωνητικά». Πήρα το βιβλίο και κάτσαμε με ένα κασετοφωνάκι και φτιάξαμε πέντε τραγούδια, το ένα μετά το άλλο, αυτοσχεδιάζοντας. Την άλλη μέρα, όταν γύρισα από το Τρίτο Πρόγραμμα, έβαλα να ακούσω τέσσερα από αυτά και ήταν τέλεια. Δεν έκανα καμία αλλαγή. Ήταν τέτοια η επαφή μου με τον ποιητή, σχεδόν μεταφυσική. Από τότε δεν μου είχε ξανατύχει αυτό το πράγμα. Το αισθάνθηκα και τώρα με την Ντίκινσον αυτό.

 

Μετά από μερικές μέρες, γύρισα στο σπίτι από μια βόλτα που είχα πάει με τον Δημήτρη και αποκάτω στο οικόπεδο έπαιζαν κάποια αγοράκια ποδόσφαιρο και ακούγονταν ιαχές. Άνοιξα πάλι το βιβλίο σε ένα ποιήμα που λεγόταν «Το Βράδυ» και, συμπτωματικά, μέσα στις ιαχές των παιδιών και στην άνοιξη έφτιαξα το τραγούδι και άρχισα να κλαίω.

 

• Μέσα στο Τρίτο Πρόγραμμα υπήρχε θαυμασμός για μένα από τη Μαριανίνα και το «αυτός έφερε τη γυναίκα του» είχε ξεχαστεί εντελώς. Ειδικά μετά τη «Ρόζα Ροζαλία», που την έφερε στο σπίτι μου η Μαριανίνα και μου είπε «για σένα την έγραψα, μισό χρόνο τη δούλευα». Κι έκλαψα πάλι, κάτι που σπανίως κάνω όταν μου φέρνουν μουσική. Αρχίσαμε με τη Μαριανίνα να ψιλοφτιάχνουμε κάτι μαζί. Τελείωσε και το Τρίτο Πρόγραμμα εκείνη τη χρονιά. Ήταν μια πολύ σημαντική απώλεια στη ζωή μας, χώρισα και με τον Δημήτρη. Όλα αυτά, όταν κάναμε τον δίσκο για τη «Λιλιπούπολη» στην Columbia, τον Μάη. Με τη «Λιλιπούπολη» μπήκα στη δισκογραφία. Άκουσα τραγούδια μου από δίσκο long play και τη φωνή μου και είχα καταχαρεί, αλλά, από την άλλη, μέτραγα απώλειες γιατί είχαν γίνει μεγάλα τελειώματα στη ζωή μου. Προχωρώντας προς μια περίοδο που άνοιγε στη ζωή μου, βρεθήκαμε με τη Μαριανίνα κολλητές, να φτιάχνουμε τραγούδια.

 

 

 

Σ Α Μ Π Ο Τ Α Ζ

 

• Ο Πατσιφάς ήθελε να μου κάνει συμβόλαιο, η Μαριανίνα όμως είχε κάποια θέματα δικαστικά με τον Πατσιφά και μου είπε: «Εγώ δεν πάω στη Lyra». Μου το είπε τη νύχτα που έγινε ο σεισμός ο μεγάλος, το ’81, λίγο πριν γίνει ο σεισμός. Κι εγώ έβαλα τα κλάματα. Μιλούσαμε δύο ώρες στο τηλέφωνο κι αυτή ανένδοτη. Μου έλεγε «να το κάνουμε στην Columbia». Καλώ τον Πετσίλα (της Columbia), ακούει μερικά τραγούδια από τον δίσκο ‒ακόμα δεν είχαμε ιδέα ότι θα τον πούμε «Σαμποτάζ»- και λέει «αυτά τα τραγούδια να τα δώσουμε στην Αγνή Μπάλτσα να τα πει», είχε τέτοιες ιδέες. Δεν έγινε τίποτα με την Columbia. Εγώ επέμενα για τη Lyra, εκείνη με τίποτα, κι είχα σκεφτεί να διακόψουμε με τη Μαριανίνα. Έγινε, όμως, ο μεγάλος σεισμός και πήρα την απόφαση να υπογράψω στη Lyra. Mέσα στον σεισμό και στους μετασεισμούς, λοιπόν, εγώ κοίταζα το συμβόλαιό μου και είπα «θα κάνω τον Καρυωτάκη», γιατί ο Καρυωτάκης ήταν έτοιμος. Κι ας βγήκε μετά το «Σαμποτάζ».

 

• Την άνοιξη του 1980 είχε γίνει η συναυλία στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, λίγο πριν τελειώσει το Τρίτο Πρόγραμμα, και ο Χατζιδάκις με διάλεξε να για τη δική του συναυλία, την προσωπική. Με έβαλε και έπαιξα τα τραγούδια του Καρυωτάκη και με παρουσίασε στο κοινό με πολύ κολακευτικά λόγια. Μου είχε ζητήσει να κάνουμε δίσκο, αλλά δεν κάναμε ποτέ μαζί, παρότι έβγαλα δίσκους αργότερα στη δική του εταιρεία, τον Σείριο. Σε αυτήν τη συναυλία ήταν και ο Πατσιφάς, είχε ακούσει τα τραγούδια και του άρεσαν πάρα πολύ. Ηχογραφούμε τα τραγούδια αυτά, αλλά μου λέει «δεν μπορείς να βγεις έτσι στη δισκογραφία, με τραγούδια ποιητή και κάπως στρυφνά. Πρέπει να βρεις έναν στιχουργό σύγχρονο για να γράψετε τραγούδια εντελώς σύγχρονα, και μετά θα βγει ο Καρυωτάκης». Ο Πατσιφάς ήταν ο τρίτος πατέρας μου, ο δεύτερος ήταν ο Χατζιδάκις. Με αγαπούσε πολύ, όπως τον αγαπούσα κι εγώ. Τα έλεγε αυτά έχοντας στο μυαλό τη Μαριανίνα, γιατί ήταν πανέξυπνος άνθρωπος και φοβερά διαισθητικός. Κι ενώ είναι έτοιμος ο Καρυωτάκης, η Μαριανίνα με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει «θέλεις να πάμε για ινδικά φουστάνια στο Ψυχικό;». Βρεθήκαμε και μου λέει: «Λενάκι, να κάνουμε ένα τραγούδι; Πώς το βλέπεις;». «Να κάνουμε, δεν λες τίποτα!». Στο μεταξύ, είχα συναντηθεί με τον Γιάννη τον Παλαμίδα, τον είχα γνωρίσει μία μέρα πριν από τον μεγάλο σεισμό, σε μια συναυλία, με είχε πάει η Σαββίνα και του είχα μιλήσει. Του είχα πει: «Είσαι η ιδανική φωνή για έναν δίσκο που κάνουμε με τη Μαριανίνα, έλα στο σπίτι να γνωριστούμε». Ήρθε, του έπαιξα διάφορα πράγματα, ενθουσιάστηκε και τον είχα έτοιμο για τον δίσκο. Με τη Μαριανίνα αρχίσαμε, πλέον, να φτιάχνουμε έναν δίσκο. Μπήκε και η Σαββίνα μέσα στο σχέδιο ‒ είχαμε μπει όλοι με τα μπούνια στην κατάσταση αυτή. Ζούσαμε γι’ αυτό το έργο. Ήταν καλοκαίρι του ’81, πήγαμε και στην Ερέτρια, στο σπίτι της Μαριανίνας, μείναμε εκεί και ήμασταν σαν συγκρότημα. Μια ψυχή όλοι. Και ήμασταν έτοιμοι, ο Πατσιφάς ερχόταν και άκουγε τα τραγούδια στο πιάνο και ήταν πολύ ενθουσιασμένος. Μπήκαμε στο στούντιο 13 Οκτωβρίου, Τρίτη, και γράψαμε δεκατρία τραγούδια. Ο δίσκος βγήκε μόλις μπήκαν τα Χριστούγεννα και ήμασταν όλοι ενθουσιασμένοι και ευτυχισμένοι. Είναι πολύ ευτυχισμένος δίσκος το «Σαμποτάζ». Χρησιμοποίησα το συνθεσάιζερ, το οποίο είχα αγοράσει έναν χρόνο πριν και το είχα βάλει με πολλή επιμέλεια και προσοχή στον Καρυωτάκη, και με μάγεψε κυριολεκτικά. Στο «Σαμποτάζ» το χρησιμοποίησα κανονικά.

 

• Βγαίνει ο δίσκος και άρχισαν να ενδιαφέρονται οι δημοσιογράφοι. Μας πήραν και σε δύο εκπομπές όλους μαζί να μιλήσουμε για αυτόν, αλλά, αποκεί και πέρα, όλοι ασχολούνταν μαζί μου. Γενικά, δεν ασχολούνται με τους στιχουργούς, όπως με τους μουσικούς, και η Μαριανίνα κάτι έπαθε μέσα της. Στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, φαίνεται, γιατί δεν μιλήσαμε έκτοτε. Ξαφνικά, εξαφανίστηκε από τη ζωή μου. Με τη Μαριανίνα έχω να μιλήσω από το 1981. Είναι φοβερό, γιατί το ίδιο μου έχει τύχει και με ένα άλλο άτομο στη ζωή μου, την καλύτερή μου φίλη και ξαδέλφη μου, που δεν ζει πια, έφυγε πριν από δύο χρόνια, με την οποία ήμασταν μαζί απ’ τα παιδικά μας χρόνια μέχρι το 1993. Έκτοτε σταμάτησε να μου μιλάει και δεν μου είπε τον λόγο.

 

Βγαίνει ο δίσκος και άρχισαν να ενδιαφέρονται οι δημοσιογράφοι. Μας πήραν και σε δύο εκπομπές όλους μαζί να μιλήσουμε για αυτόν, αλλά, αποκεί και πέρα, όλοι ασχολούνταν μαζί μου. Γενικά, δεν ασχολούνται με τους στιχουργούς, όπως με τους μουσικούς, και η Μαριανίνα κάτι έπαθε μέσα της. Στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, φαίνεται, γιατί δεν μιλήσαμε έκτοτε. Ξαφνικά, εξαφανίστηκε από τη ζωή μου. Με τη Μαριανίνα έχω να μιλήσω από το 1981. Είναι φοβερό.

 

• Μετά το «Σαμποτάζ» άλλαξα σπίτι, ήρθα στον Χολαργό, έφερα το συνθεσάιζερ, αγόρασα ντραμ μασίν, αγόρασα και analogue delay και με τον Γιάννη Παλαμίδα, που κάναμε πολλή παρέα τότε, κάναμε και δύο κομμάτια, τους «Ιμπρεσιονιστές» και τα «Βήματα του Πλάπαλ». «Τα βήματα του Πλάπαλ» θα τα βγάλει ο Josh Cheon στην Αμερική, στην Dark Entries Records, στον δίσκο που θα βγει εκεί με τίτλο «Ισορροπιστές/Balancers» και έχει ακυκλοφόρητο υλικό που ανακάλυψα από το ’83 και το ’85, τραγούδια που έχω φτιάξει μόνη μου στο τετρακάναλο. Θέλει να το βγάλει στις 21 Μαΐου, την ημέρα της γιορτής μου. Με τον Γιάννη κάναμε αυτοσχεδιασμούς και experimental πράγματα, ό,τι μας κατέβαινε, παίζαμε τα παιχνίδια μας μέσω της μουσικής. 

 

 

 

Μ Α Σ Κ Ε Σ  Η Λ Ι Ο Υ

 

• Όταν φτιάχναμε το «Σαμποτάζ» με τη Μαριανίνα, εγώ είχα αρχίσει να γράφω δικά μου κείμενα. Είχα χρόνια να γράψω. Στα 16-17 μου, μαζί με την ξαδέλφη και με την αδελφή της Σαββίνας, τη Σοφία, μελετούσαμε Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο και έγραφα σουρεαλιστικά κείμενα και στίχους. Μια μέρα λέω της Μαριανίνας «άκουσε κάτι που έχω φτιάξει». Της το παίζω και μου λέει: «Λενάκι, είσαι έτοιμη να γίνεις τραγουδοποιός. Να γίνεις όπως ο Κηλαηδόνης». Ήταν από τις πολύ σημαντικές στιγμές της ζωής μου, τόσο σημαντική, που σχεδόν έχει αποσβέσει το ότι δεν μιλάμε τριάντα χρόνια. Τη Μαριανίνα την είχα τοποθετήσει στο βάθρο των βάθρων και έτσι έπρεπε να είναι, γιατί είναι πολύ σπουδαία. Αυτό το επεξεργάστηκα μέσα μου και μετά την αποχώρησή της. Μετά το «Σαμποτάζ» άρχισα σιγά-σιγά, έχοντας όλα τα όργανα, μικρόφωνα, τετρακάναλο, το οποίο ήταν σπουδαία ιστορία για μένα, να φτιάχνω τα κομμάτια των «Μασκών Ηλίου». 

 

682
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Ήταν 1983 και ήμουν σε ένα στάδιο αυτοθαυμασμού. Ο αυτοθαυμασμός είναι ένα στάδιο που πρέπει να το περνάει ο καλλιτέχνης, χωρίς να θεωρηθεί κακός νάρκισσος. Είναι το απαραίτητο στάδιο, είναι μια σχέση με τον εαυτό του, που πρέπει να έχει, για να βγει το καλλιτεχνικό του έργο προς τα έξω. Όση προσοχή και να έχεις απέξω, αν ο εαυτός σου δεν σου πει το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι», που λέει κι ο Καβάφης, δεν γίνεται τίποτα. Εγώ πέρασα αυτό το στάδιο το καταπληκτικό με τον εαυτό μου, αλλά και με τους άλλους. Έβαζα τα κομμάτια να τα ακούσουν και να μου πουν σχόλια. Στον Πατσιφά, μια μέρα που ήρθε ‒την τελευταία φορά, γιατί πέθανε μετά‒, είπα «κάτι ετοιμάζω με δικούς μου στίχους», αλλά δεν του έβαλα ν’ ακούσει. Εκείνος μου είπε: «Τη μουσική δεν τη φοβάμαι, τους στίχους φοβάμαι». Δεν τις άκουσε ποτέ τις «Μάσκες Ηλίου». Αυτόν τον δίσκο τον έγραψα με πολλούς διευθυντές, μόλις είχε πεθάνει ο Πατσιφάς. Με ρώτησαν: «Τι δίσκος θα είναι αυτός, σαν το “Σαμποτάζ”;». Τους είπα «ναι», με πίστεψαν κι εγώ έφυγα καγχάζοντας. Και μπήκα στο στούντιο του Πάνου του Δράκου και έγραψα τις «Μάσκες Ηλίου». 

 

• Τις «Μάσκες Ηλίου» τις είχα ταλαιπωρήσει αρκετά, γιατί ήξερα ότι θα χάσω κοινό και ήταν το μετέωρο βήμα του πελαργού πάνω απ’ τα κύματα. Παρ’ όλα αυτά, τον έσπρωξα τον εαυτό μου να το κάνει. Είχα πεποίθηση μέσα μου ότι έπρεπε να βγει αυτός ο δίσκος, έπρεπε να γίνει αυτή η πρόταση. Ήταν ένα μεγάλο «θέλω» και δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Οι κριτικές ήταν πολύ καλές και έμεινα πολύ ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα. Είχα πάει ένα μεγάλο ταξίδι στην Ολλανδία πριν μπω να τον γράψω και είχα πάρει το υλικό μαζί μου να το ακούσω και μου είχε μείνει ένας ήχος από μια πάπια που ήθελα να βάλω. Άκουσα μια πάπια στην Ολλανδία και τη μαγνητοφώνησα. Είχε ένα ειδικό πράγμα η φωνή της και την έβαλα στο «Διάλειμμα το Σάββατο». Τις «Μάσκες Ηλίου» δεν τις παρουσίασα ποτέ ολόκληρες ζωντανά, σαν δίσκο.

 

 

 

Γ Κ Α Λ Ο Π  -  Λ Ε Π Ι Δ Ο Π Τ Ε Ρ Α 

 

• Στις «Μάσκες Ηλίου» επιχείρησα να βάλω τον θεατρικό λόγο μέσα σε τραγούδια ψυχολογικά και κοινωνικά, με το περίβλημα των ηλεκτρονικών ήχων, αλλάζοντας τις φωνές, περνώντας τες από το συνθεσάιζερ, παίζοντας πολλούς ρόλους η ίδια, αλλάζοντας τους ρόλους που παίζουμε μέσα μας, με τον εαυτό μας και έξω, στην κοινωνία, όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους. Το «Γκάλοπ», που ήρθε αμέσως μετά, ήταν εσωτερική ανάγκη. Ήρθε μετά από έναν χωρισμό μεγάλο, και αν δεν το έφτιαχνα, δεν ξέρω κι εγώ πού θα βρισκόμουν. Είναι τραγούδια τα οποία επεδίωξα να είναι πιο ποπ και βατά, ώστε να πλησιάζουν πιο εύκολα τον κόσμο. Κι αυτό όχι για να βγάλω λεφτά, αλλά για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους ‒ όπως και έγινε. Εξού και ο Josh έβγαλε πρώτα το «Γκάλοπ» στην αμερικανική εταιρεία του. Το είχε καταλάβει και ο ίδιος και ο δίσκος είχε επιτυχία. Το «Γκάλοπ» είναι στα ίχνη των «Μασκών» και αποτελείται από διάφορα τραγούδια της ζωής, όπως έχουν περάσει από μέσα μου. Ασχολούμαι με έναν σκύλο, με τους Ρουμάνους πρόσφυγες, μιλάω για καλές μάγισσες, τον αποκλεισμό στα μέσα ενημέρωσης. Το περίεργο είναι ότι αυτά τα κομμάτια, όπως τα «Λεπιδόπτερα», όπως και άλλα αργότερα, αυτά από το «Μη μου τους κύκλους τάραττε», έχουν μέσα τους έναν οραματισμό για την επερχόμενη γενιά. Αυτό μου βγήκε χωρίς να το καταλάβω. Μάλλον έπαιζα ένα παιχνίδι με τον εαυτό μου εκείνη την ώρα και έλεγα «ας σκεφτώ τι μπορεί να γίνει στο μέλλον, πώς θα είναι τα πάρτι, πώς θα είναι η σχέση μεταξύ των φύλων», πράγματα που με απασχολούσαν και τα έβλεπα σε εμβρυακή κατάσταση γύρω μου τη δεκαετία του ’80. Αυτά τα έβλεπα να προβάλλονται στην πραγματική τους διάσταση στη φαντασία μου ‒ όλα αυτά στην εποχή μας, η φαντασία και η πραγματικότητα, είναι σχεδόν ένα. Και τα «Λεπιδόπτερα», που γράφτηκαν το ’86, ασχολούνται με το θέμα της μεταμόρφωσης, της αναγέννησης κυρίως, και δίνουν μια εικόνα του μέλλοντος ‒ και του δικού μου μέλλοντος. Έχω δει πράγματα για τη ζωή μου, τα οποία έγιναν πραγματικότητα αργότερα. Πραγματεύονται, επίσης, το κλείσιμο ενός κύκλου, ενός τεράστιου έρωτα που έχει περάσει διά πυρός και σιδήρου, επιβίωσε μέσα στα χρόνια και προσπαθεί να κλείσει έναν κύκλο για να μπορέσει να αναπτυχθεί ξανά η αγάπη.

 

Μη μου τους κύκλους τάραττε
Μη μου τους κύκλους τάραττε

• Μετά τη συνεργασία με τον Διονύση Σαββόπουλο στο Zoom, μια ευτυχισμένη συνάντηση έκανα με το «Μη μου τους κύκλους τάραττε», έναν από τους καλύτερούς μου δίσκους και από τους λιγότερο γνωστούς. Κι αυτό γιατί τον λογόκρινε η τότε κυβέρνηση του Μητσοτάκη πατρός, μου έκοψαν ένα κομμάτι που μιλούσε για τους κωδικούς αριθμούς και την κάρτα. Αυτό με απογοήτευσε αρκετά. Ήμουν πολύ απογοητευμένη και από ένα προσωπικό γεγονός και άρχισα να φτιάχνω μινιατούρες και να ασχολούμαι με κατασκευές. Σκεφτόμουν, μάλιστα, μήπως η μουσική είχε κάνει κακό στην προσωπική μου ζωή με έναν τρόπο. Μέσα στους προβληματισμούς μου αυτούς τους αρνητικούς ως προς τη μουσική και μένα και τις σχέσεις μου τις ερωτικές, ήρθε ο θάνατος του πατέρα μου, το 1993, ο οποίος με κεραυνοβόλησε, γιατί ήταν ακαριαίος. Ο πατέρας μου πέθανε από ανακοπή. Και η μητέρα μου, μετά από έναν μήνα, έπαθε εγκεφαλικό, αυτό ήταν το δεύτερο και πολύ μεγάλο χτύπημα για μένα.

 

• Έπεσα στο κρεβάτι με κατάθλιψη και αναγκάστηκα να καλέσω έναν γιατρό πολύ σπουδαίο, τον Λάμπη τον Παπαγεωργίου, που με βοήθησε πολύ. Έμεινα στο σπίτι της μητέρας μας να την προσέχω, μακριά από τη μουσική, και ο Λάμπης ο ψυχίατρος, όταν συνήλθα, μετά από δυο-τρία χρόνια, μου είπε: «Τώρα είσαι έτοιμη να φτιάξεις έναν άλλον δίσκο, και θα έρχομαι εγώ στο στούντιο, και θα κάθομαι εκεί μαζί σου». Πήρα, λοιπόν, τους στίχους που είχα δώσει στον Βαγγέλη Κατσούλη, που αφορούσαν ένα ζευγάρι, με παραλλαγές και φαντασίες δικές μου, και το ’97 δούλεψα τον δίσκο, τον οποίον έγραψα στο στούντιό του, τις «Αναπνοές». Αυτός ο δίσκος είχε πάρει πολύ καλές κριτικές στην Ιαπωνία, μάλιστα μια καλλιτέχνις Γιαπωνέζα, η Halo, διασκεύασε ένα-δυο κομμάτια και τα τραγούδησε στον δίσκο της, στη γλώσσα της. Αυτό με ανέβασε αρκετά εκείνα τα χρόνια και έκανα έναν δίσκο με τη Μαρία Φαραντούρη, την «Τρίτη Πόρτα». Ήταν ένας δίσκος έξω από το στυλ το δικό μου, το μινιμαλιστικό και το experimental. Δεν ξέρω πώς μου βγήκε τότε αυτός ο δίσκος, με ενέπνευσαν και οι στίχοι ενός φίλου που έχει πεθάνει, του Ποάλα. Ήταν ένας συμπαθητικός δίσκος, που έχει να κάνει μάλλον με ρωσικές μελωδίες, ο οποίος απογοήτευσε το κοινό των ανθρώπων που με παρακολουθούσαν. Μου το είπαν οι ίδιοι. 

 

• Μετά από δύο χρόνια πέθανε η μητέρα μου από άσχημο εγκεφαλικό και έπεσα πάλι σε μια κατάσταση θλίψης. Έβλεπα τηλεόραση από το πρωί μέχρι το βράδυ και από το βράδυ μέχρι το πρωί, όλα τα σίριαλ που υπήρχαν, και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ζούσα με μια κοπέλα που την είχαμε στο σπίτι από μωρό παιδί, η οποία είχε μεγάλο ανταγωνισμό μαζί μου και μου φέρθηκε φρικτά. Εκείνη κάλεσε στο σπίτι τη Βίκυ, την Ουκρανή, η οποία με έσωσε. Με τη βοήθειά μου, όμως, γιατί είχε έρθει η ώρα να σταθώ στα πόδια μου. Είχε έρθει ο Γιώργος Χρονάς και μου έκανε δυο συνεντεύξεις ‒ και αυτός και η Βίκυ ήταν οι άνθρωποι που με έβγαλαν από το μαύρο. Ζήτησα απ’ τον Γιώργο να βγάλει τα λόγια των τραγουδιών μου σε βιβλίο και όταν έγινε η παρουσίασή του, τον Μάιο του 2006, ήταν η πρώτη φορά που βγήκα από το σπίτι μετά από πολλά χρόνια. Η 11η Μαΐου ήταν μέρα μεγάλης χαράς και γιορτής. Ο Χρονάς μού φέρθηκε καταπληκτικά και του χρωστάω πάρα πολλά. Εκείνη τη βραδιά οι θαυμαστές μου με ρώταγαν «θα βγάλετε άλλον δίσκο;» και εγώ είπα «σας υπόσχομαι, θα βγάλω». «Ναι» μου λένε, «αλλά να είναι το στυλ το δικό σας». Ήρθαν πολλά άτομα και υπέγραψα το βιβλίο, ήταν θερμότατη υποδοχή, σχεδόν τόσο θερμή όσο όταν έπαιξα στο Ηρώδειο το 2008. 

 

Λένα Πλάτωνος
Η Λένα Πλάτωνος με τον Γιάννη Κύρη στην ηχογράφηση του άλμπουμ «Λεπιδόπτερα».
 
 

 

Μετά από δύο χρόνια πέθανε η μητέρα μου από άσχημο εγκεφαλικό και έπεσα πάλι σε μια κατάσταση θλίψης. Έβλεπα τηλεόραση από το πρωί μέχρι το βράδυ και από το βράδυ μέχρι το πρωί, όλα τα σίριαλ που υπήρχαν, και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ζούσα με μια κοπέλα που την είχαμε στο σπίτι από μωρό παιδί, η οποία είχε μεγάλο ανταγωνισμό μαζί μου και μου φέρθηκε φρικτά.

 

• Το 2008 ο Χρονάς μού βγάζει τον δίσκο «Ημερολόγια». Είμαι πλέον στο σπίτι μου ξανά, του Χολαργού, και από τα ημερολόγιά μου των τελευταίων χρόνων του μεσαίωνά μου, διάλεξα τα καλύτερα ποιήματα. Πήγε καλά αυτός ο δίσκος, και στο εξωτερικό έχει πάει πολύ καλά. Ανεπισήμως, βέβαια, αλλά έχω διαβάσει κριτικές από διάφορες χώρες. Ο Χρονάς είναι από τους αγίους της ζωής μου. Η Βίκυ, δυστυχώς, αρρώστησε με καρκίνο και το 2016 έφυγε από τη ζωή. Αυτή η απώλεια μου έχει κοστίσει αφάνταστα, γιατί ήταν δεύτερη μητέρα μου, ιδανική μητέρα, ένας εξαιρετικός άνθρωπος.  

 

• Το 2013 με πήραν κάποιοι τηλέφωνο από τη Γερμανία, όταν το Ίντερνετ ήταν, για μένα, ακόμα στα σπάργανα, και μου πρότειναν «να βγάλουμε ένα τραγούδι σου, το “Αιμάτινες Σκιές από απόσταση”»; Μου λένε «να του βρούμε έναν άλλο τίτλο» και τους είπα «Shadows of Βlood». Μου έδωσαν ένα 500άρικο κι εγώ, εντελώς άσχετη, είπα ok. Το έβγαλαν σε περιορισμένες κόπιες και τις πουλούσαν μέχρι 300 ευρώ τη μία. Ακόμα πουλιέται, και υπάρχουν άνθρωποι εδώ που το έχουν αγοράσει 150 ευρώ. Εντελώς άσχετη, δεν ρώτησα και κανέναν, έτσι είμαι, είναι ο τύπος μου τέτοιος. Αυτό το τραγούδι είχε τεράστια επιτυχία στο εξωτερικό, το αγάπησαν οι άνθρωποι χωρίς να καταλαβαίνουν τα λόγια. Πήρε κριτικές καταπληκτικές. Το 2014 ο Josh το πήρε χαμπάρι αυτό, αλλά είδε και στο YouTube τα γυρίσματα που μου είχε κάνει ο Μεγακλής Βιντιάδης για το «Γκάλοπ» και τα «Λεπιδόπτερα», μετά τη συναυλία που είχε γίνει το 1987 στον Λυκαβηττό. Την ανέβασε κάποιος, την είδε και ξετρελάθηκε. Με βρήκε και μέσω του Αντώνη Μποσκοΐτη επικοινώνησε μαζί μου.

 

• Έχω βγάλει πολύ λίγα λεφτά από τους δίσκους μου. Ήταν μπλεγμένη και η εταιρεία, η Lyra, η οποία ήταν νεκροζώντανη. Είχε πάει φυλακή ο Γιαννίκος και ήταν ο γιος του υπέυθυνος, ο οποίος πότε φαινόταν πότε δεν φαινόταν, αλλά υπήρχε ως εταιρεία, δεν είχε κλείσει. Εγώ δεν είχα καθόλου επαφές μαζί τους. Ο Josh μου έδωσε λίγα λεφτά, γιατί τα είχα ανάγκη, ήταν άρρωστη η φίλη μου. Ο δίσκος αυτός, όμως, η επανακυκλοφορία του «Γκάλοπ», μπήκε στις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς στο «Fact» και στο «Wire», ήταν σε αρκετά sites, και έκτοτε άρχισα να μπαίνω στο ίντερνετ και να ψάχνω τι γράφουν για μένα. Τότε ήταν πολύ ενημερωμένο, τώρα δεν είναι έτσι. Τότε υπήρχε κίνηση, γιατί διάφοροι τραγουδοποιοί ήθελαν να συνεργαστούν μαζί μου ‒κάποιοι, μάλιστα, είχαν κάνει συνθήματα στίχους μου‒ κι αυτό μου είχε δώσει τεράστια χαρά. Επικοινώνησα, επιτέλους, με τον κόσμο που μου άξιζε. Η καλλιέργεια που είχαν τα κομμάτια μου ήταν ισοδύναμη με το επίπεδο των ευρωπαϊκών ή των αμερικανικών ή ενός μέρους των ρωσικών αντίστοιχων. Οι Ρώσοι με αγαπάνε πάρα πολύ, όπως και στην Αυστραλία, στο Χονγκ Κονγκ, στη Σιγκαπούρη. Μια περίοδο ήμουν συνέχεια στο Ίντερνετ και έψαχνα μέχρι πού έχω φτάσει, γιατί κανείς δεν μου τα έλεγε. Ο Josh μου έστελνε μόνο τι έγραφαν τα μεγάλα μέσα, τα αγγλικά. Μετά έβγαλε τις «Μάσκες Ηλίου» και, τέλος, τα «Λεπιδόπτερα». Κι αυτά γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, γι’ αυτό έδωσα συνέντευξη δύο φορές στο «Resident Advisor». Ήρθαν δημοσιογράφοι στο σπίτι μου και μου πήραν συνεντεύξεις. Έκανα συναυλίες στο εξωτερικό, όπου, ειδικά στη Γερμανία, στο Βερολίνο, ήταν το πιο θερμό κοινό που έχω δει, ξετρελαμένο, και οι περισσότεροι ήταν Γερμανοί. Είχαν έρθει σε επαφή με τη μουσική και τη μουσική της γλώσσας και την ίδια μου τη φωνή ‒ που έχει κάποια τρυφερότητα και δημιουργεί ένα κλίμα οικειότητας. Αυτό το ήθελα, το προσπάθησα η ίδια, να απευθύνεται άμεσα στον ακροατή ‒ και έπιασε. 

 

Οι Ρώσοι με αγαπάνε πάρα πολύ, όπως και στην Αυστραλία, στο Χονγκ Κονγκ, στη Σιγκαπούρη. Μια περίοδο ήμουν συνέχεια στο Ίντερνετ και έψαχνα μέχρι πού έχω φτάσει, γιατί κανείς δεν μου τα έλεγε.

 

Πλάτωνος Ντίκινσον
Το εξώφυλλο του «Hope Is The Thing With Feathers» της Λένας Πλάτωνος σε στίχους της Έμιλι Ντίκινσον.

• Το 2015 σκέφτηκα να φτιάξω τραγούδια με αγγλικούς στίχους και μελοποίησα Ντίκινσον. Ρώτησα τον εαυτό μου «τι θα μελοποιήσω;» και άκουσα μέσα μου «Έμιλι Ντίκινσον». Αυτή ήταν μια μεγάλη ποιήτρια και δεν την είχα υπόψη μου. Αφού άκουσα το όνομά της μέσα μου, ήρθα σε επαφή με την περίπτωσή της και ανακάλυψα ότι η ζωή της είχε πολλά κοινά με τη δική μου ζωή των τελευταίων ετών. Αυτή ήταν όλη της τη ζωή κλεισμένη στο σπίτι, έπεφτε σε κατάθλιψη και μετά σηκωνόταν, αλλά ήταν φοβερά πληροφορημένη, γιατί διάβαζε πάρα πολύ. Είχε τρομερή πληροφόρηση από τον εξωτερικό κόσμο και ως διαισθητικό πλάσμα είχε αντένες τρομερές. Το κυριότερο, όμως, ήταν ότι γράφει με έναν τρόπο τελείως σύγχρονο και αρκετά θεατρικό, ο οποίος μου είναι φοβερά οικείος. Μιλάει με τον εαυτό της πολύ συχνά, πράγμα που κάνω κι εγώ πολύ συχνά, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε όλα μου τα έργα τα προσωπικά. Αυτό με εξέπληξε ευχάριστα, έτσι άρχισα να φτιάχνω τραγούδια και θέλησα, από πεποίθηση, να μην είναι τραγούδια του θανάτου ‒ γιατί ξέρω ότι έγραψε ποιήματα έρωτα, ζωής και ποιήματα θανάτου. Τα τραγούδια του θανάτου είναι εκπληκτικά, αλλά είναι πολύ μαύρα. Αυτά τα έβγαλα απ’ τη μέση, δεν απέκλεισα όμως το ενδεχόμενο να τα μελοποιήσω αργότερα, σε μια άλλη φάση. Σε αυτή την πρώτη μου επαφή μαζί της θέλησα να βγάλω προς τα έξω μια φωτεινή Ντίκινσον. Το 2015 κάναμε την ενορχήστρωση μαζί τον Στέργιο Τσιρλιάγκο, τον συνεργάτη μου, και κάναμε οντισιόν για τραγουδίστριες. Ακούσαμε καμιά 25αριά και καταλήξαμε στη Αθηνά Ρούτση και στη Σίσση Μακροπούλου (Rada). Μας ικανοποίησαν πολύ αυτές οι δύο φωνές, που ανταποκρίνονταν και στη διφωνία της Ντίκινσον. Το βγάλαμε τώρα το «Hope is the thing with feathers», γιατί είχε έρθει η ώρα. Τώρα κοιτάμε πώς θα κάνουμε συναυλίες, να πάει και στο εξωτερικό ‒ υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον. Έχει φίλους η Ντίκινσον παντού. Την αισθάνομαι πολύ κοντά μου και τα τραγούδια της τα μελοποίησα πάρα πολύ εύκολα. Μου βγήκαν νεράκι. 

 

• Αυτό που φοβάμαι πιο πολύ είναι το σχίσιμο του εαυτού, η παράλογη εξουσία, η απουσία, η απώλεια, έξω και μέσα. Η απομάκρυνση από το σύμπαν και η απώλεια του Θεού. Ο Θεός είναι η αρχή μου, ο νέος και απώτατος γονέας μου, και των πάντων. Ανακάλυψα τον Θεό, μετά από πολλά χρόνια που δεν υπήρχε στη ζωή μου, όταν ήμουν υλίστρια, με τον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό. Έχει κι αυτός μια αλήθεια, όλα τα όντα έχουν μια αλήθεια, ένα κομμάτι της αλήθειας, και μπλέκονται μεταξύ τους, συσχετίζονται και φτάνει κανείς κάπου αλλού. 

 

• Τον φόβο τον ταυτίζω με το μαύρο χρώμα, το οποίο το φοράω συχνά, ίσως για να ξορκίζω το κακό. Ελπίδα μού δίνει η αίσθηση της σύμπνοιας, εσωτερική και εξωτερική, με τους ανθρώπους, με τη φύση. Με ενοχλεί το τσιμέντο, οι ουρανοξύστες. Οι ανισορροπίες με προσβάλλουν και αισθητικά και ηθικά και συναισθηματικά, η έλλειψη δικαιοσύνης, οι κοινωνικές ανισότητες.

 

Ελπίδα μού δίνει η αίσθηση της σύμπνοιας, εσωτερική και εξωτερική, με τους ανθρώπους, με τη φύση. Με ενοχλεί το τσιμέντο, οι ουρανοξύστες. Οι ανισορροπίες με προσβάλλουν και αισθητικά και ηθικά και συναισθηματικά, η έλλειψη δικαιοσύνης, οι κοινωνικές ανισότητες.

 

Λένα Πλάτωνος
Φωτ.: Γιώργος Γερανιός
 
 

 

• Το πιο μεγάλο μου όφελος από τη μουσική είναι το ισχυρότατο κανάλι επικοινωνίας που δημιουργεί με τον εαυτό μου και με τη ζωή, με τους ανθρώπους. Ακόμα και με τα δέντρα. 

 

• Μου αρέσει να ζωγραφίζω, να ασχολούμαι με το Ίντερνετ, να κάνω βόλτες μέσα στη φύση. Αγαπώ υπερβολικά τα δέντρα και μου αρέσει να τα αγκαλιάζω, να περπατάω ανάμεσά τους, είναι μία από τις μεγάλες μου αγάπες. Από μικρή μου άρεσε αυτό, έμπαινα και μέσα τους, μάλιστα, όταν ήμουν πολύ μικρή. Μου αρέσουν τα ρυάκια, να κάθομαι μπροστά σε ένα ρυάκι και να πίνω μια λεμονάδα, μου αρέσει να ακούω μουσική. Ακούω μουσική είκοσι τέσσερις ώρες το 24ωρο. Όταν δεν ακούω μουσική, ακούω τη μουσική που έχω μέσα στο κεφάλι μου. Κι αυτό πολλές φορές με ταράζει. 

 

• Την ευτυχία μπορείς να τη βρεις στην ένωση. Αυτό για μένα είναι ευτυχία και η διάσπαση είναι δυστυχία. Και ο διάβολος διασπά, αυτή είναι η τακτική του, το λέω συμβολικά. Όταν λέμε για έναν άνθρωπο ότι «είναι διαβολικός», εννοούμε ότι διασπά, χωρίζει. Ο χωρισμός είναι μια διαβολική ενέργεια, σατανική. Η ένωση είναι η αγάπη, ο έρωτας, η σύμπνοια με το περιβάλλον. Να αισθάνεσαι ότι είσαι ένα με το σύμπαν, ότι είσαι ένα μόριό του, συσχετισμένος με αυτό.

 

• Μπορεί να έχω προχωρήσει στη ζωή μου αρκετά, γιατί το έχω ψάξει με τον εαυτό μου ‒γιατί είχα πολλά νταραβέρια και είναι ιστορία μεγάλη τι περνάς με τον εαυτό σου ‒, παρ’ όλα αυτά η κατάσταση που ζούμε σήμερα, ο εγκλεισμός αυτός και τα καταναγκαστικά έργα, με έχουν κάνει να σταματήσω να οραματίζομαι πολύ και θετικά για το μέλλον. Όμως θέλω να βλέπω το καλύτερο μέλλον για τους ανθρώπους, μόνο αυτό.

 

• Η ζωή με έχει μάθει να συγχωρώ, την καρτερία, τη συνομιλία με τον χρόνο, απαλλαγμένη από το άγχος και να βιώνω πιο πολύ τη σχετικότητα των πραγμάτων. Με έμαθε και την ενσυναίσθηση. Όχι ότι δεν την είχα, αλλά την αύξησα. 

 

To «Hope Is The Thing With Feathers» της Λένας Πλάτωνος σε στίχους της Έμιλι Ντίκινσον κυκλοφορεί από την Amour Records στο Spotify.

Ο δίσκος βινυλίου κυκλοφορεί στις 2 Μαΐου.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.