ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ με την γερμανική εταιρεία ηχογραφήσεων ECM Records είναι απίστευτο. Ένα «απίστευτο», που εξελίσσεται χρόνο με το χρόνο, από το 1969 μέχρι σήμερα – 52 χρόνια αργότερα!

 

Πληθώρα εταιρειών έχουν υπάρξει στην ιστορία της δισκογραφημένης μουσικής, όμως άλλη εταιρεία, ανεξάρτητη, που να υπερασπίζει, με τέτοιο πάθος και συνέπεια, τα αισθητικά ενδιαφέροντά της, πάνω από μισόν αιώνα τώρα, πολύ δύσκολα θα συναντήσεις.

 

Ως γνωστόν η ECM Records, ιδρύθηκε το 1969 από τους Manfred Eicher, Karl Egger και Manfred Scheffner (ο τελευταίος δεν βρίσκεται στην ζωή, καθώς πέθανε πρόπερσι).

 

Ο πρώτος είναι ο γνωστός τοις πάσι παραγωγός, η «εικόνα» της, ο άνθρωπος που αποφασίζει για τις επιλογές και τις ηχογραφήσεις, κοντολογίς για το «προϊόν» της εταιρείας, έχοντας όλες τις σχετικές ευθύνες (από το εξώφυλλο και τα χρώματα, μέχρι το πώς θα ηχογραφηθεί η τελευταία νότα), ενώ ο δεύτερος είναι ο διευθύνων σύμβουλος, με αρμοδιότητες που ξεκινούν από το προσωπικό, περνούν από τις εγκαταστάσεις (αποθήκες κ.λπ.), φθάνοντας μέχρι και την διανομή.

 

Μια διανομή, που, για μιαν ανεξάρτητη εταιρεία, πάντα θα είναι ένα θέμα – αν και η ECM φαίνεται πως έχει κάνει τα κατάλληλα deals, ώστε συνεργαζόμενη με κολοσσούς, όπως η Universal Classics και η Universal Classics & Jazz, να διακινεί τους δίσκους της στις τεράστιες αγορές των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας αντιστοίχως.

 

Μέσα σ’ αυτά τα εκατοντάδες άλμπουμ θα βρεις πάμπολλα «αριστουργήματα», δεν θα βρεις όμως ποτέ ούτε έναν μέτριο, κακό ή αδιάφορο δίσκο. Όλες οι κυκλοφορίες έχουν μιαν «άλφα» ποιότητα. Όλες αντιπροσωπεύουν τις αισθητικές απαιτήσεις και το κλίμα κάθε εποχής, όλες είναι φτιαγμένες με το ίδιο μεράκι και την ίδιαν αυταπάρνηση.

 

Στην Ελλάδα, την ECM Records και όλα τα αδελφά labels (ECM New Series κ.λπ.) διακινεί η AN Music, από την Θεσσαλονίκη.

 

Πολλά μπορεί να πει κανείς για το ρεπερτόριο της ΕCM, για τον κατάλογό της – ένας κατάλογος, που, στην βασική σειρά, αγγίζει πλέον τους 1700 δίσκους!

 

Μέσα σ’ αυτά τα εκατοντάδες άλμπουμ θα βρεις πάμπολλα «αριστουργήματα», δεν θα βρεις όμως ποτέ ούτε έναν μέτριο, κακό ή αδιάφορο δίσκο. Όλες οι κυκλοφορίες έχουν μιαν «άλφα» ποιότητα. Όλες αντιπροσωπεύουν τις αισθητικές απαιτήσεις και το κλίμα κάθε εποχής, όλες είναι φτιαγμένες με το ίδιο μεράκι και την ίδιαν αυταπάρνηση.

 

Πιθανώς, τα τελευταία χρόνια να παρατηρείται κάπου, κάποια «στασιμότητα», μιαν «επανάληψη», αλλά και γι’ αυτό δεν ευθύνεται η εταιρεία, μα οι γενικότερες εξελίξεις στην μουσική και την κοινωνία. Και στα χρόνια του ’80, εξάλλου, συνέβη κάτι αντίστοιχο, αλλά ποιος μπορεί να αγνοήσει, από εκείνη την εποχή, ορισμένα άλμπουμ εξόχως σημαντικά, όπως ήταν τα σχετικά του Don Cherry, του David Torn ή του Edward Vesala;

 

Έτσι λοιπόν ακόμη και σήμερα, τα τελευταία χρόνια εννοούμε, δεν θα ακούσεις δίσκο από την ECM, για τον οποίον θα νοιώσεις πως έχασες τον χρόνο σου – και αυτό είναι το σημαντικότερο όλων.

 

Μέσα στο τελευταίο 12μηνο τυπώθηκαν κάμποσοι ECM-δίσκοι, βινύλια και CD, τόσο στην κύρια ετικέτα, που έχει πάντα jazz, folk, fusion, progressive και experimental κατεύθυνση, όσο και στην παράλληλη ECM New Series, που ασχολείται, βασικά, με την «κλασική», την «σύγχρονη κλασική» και την avant-garde.

 

Απ’ αυτούς τους δίσκους, που είναι μερικές δεκάδες, διαλέξαμε οκτώ άλμπουμ που ξεχωρίζουν και για τα οποία έχουμε την γνώμη πως πρόκειται για μικρά ή μεγαλύτερα «αριστουργήματα».

 

1.

SINIKKA LANGELAND: Wolf Rune

[ECM Records, 2021]

 

H σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της
Φωτό: Dag Alveng/ECM Records

 

Η νορβηγή τραγουδίστρια, τραγουδοποιός και χειρίστρια του kantele (του βαλτικού ψαλτηρίου) Sinikka Langeland έχει την… προϊστορία της γενικότερα (έχει παίξει ακόμη και με το θρυλικό ροκ συγκρότημα Savage Rose στη δεκαετία του ’80) και την ιστορία της στην ECM, καθώς ηχογραφεί εκεί ολοκληρωμένες δουλειές από το 2007.

 

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ τής Langeland είναι το “Wolf Rune” (μάλλον το έκτο στη σειρά), ένα άλμπουμ ηχογραφημένο στο Όσλο, στο Rainbow Studio, τον Δεκέμβριο του 2019, που τυπώνεται τώρα από την γερμανική εταιρεία.

 

SINIKKA LANGELAND

Σ’ αυτό το CD, που περιλαμβάνει δώδεκα tracks, με διάρκειες που ξεκινούν από το ένα λεπτό και ξεπερνούν κατά τι τα επτά, η Sinikka Langeland συνθέτει, τραγουδά και χειρίζεται τρία διαφορετικά kantele, ένα 5χορδο, ένα 15χορδο κι ένα 39χορδο.

 

Οι μουσικές στην πλειονότητα των τραγουδιών είναι δικές της (υπάρχουν και κάποια tracks, στα οποία οι μελωδίες είναι παραδοσιακές), πέντε από τα τραγούδια έχουν (και) στίχους γραμμένους από την Langeland, ενώ στα υπόλοιπα οι στίχοι είναι παραδοσιακοί ή δανεισμένοι από συλλογές.

 

Το πρώτο, που πρέπει να επισημάνουμε, στο “Wolf Rune”, αν και ήδη το είπαμε εμμέσως, είναι πως εδώ η Sinikka Langeland είναι μόνη της. Άρα δεν θα ήταν λάθος, αν αποκαλούσαμε το CD της... loner folk. Το “loner” δεν αφορά βεβαίως μόνο στην παρουσία τού ενός, αλλά και σε μιαν ατμόσφαιρα μοναχικότητας, που μπορεί να την επιβάλλει ένα συγκεκριμένο υλικό, όπως, βεβαίως, και ο τρόπος παρουσίασής του.

 

Εδώ ανιχνεύονται και τα δύο. Και το υλικό είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε haunted, pagan, αρχαϊκό, ενώ και η ατμόσφαιρα που δημιουργεί η Langeland, με την φωνή της πρώτα-πρώτα, μα και με τους ήχους από τα kantele, και φυσικά με τα παιξίματά της, συμβάλλουν ακαταπαύστως προς ένα μυστηριακό κλίμα, οικοδομημένο εντελώς λιτά, μα συγχρόνως και με βαθιά γνώση, και πίστη, στη δύναμη τής loner τραγουδοποιίας.

 

Η Sinikka Langeland έχει αποδείξει πως μπορεί να σταθεί μόνη της (μοναχικά) παίρνοντας πάνω της μια παράσταση ή ένα δισκογραφικό project, κάτι που το επιβεβαιώνει και με τούτο το κορυφαίο, εν ολίγοις, άλμπουμ, που έρχεται, στο τώρα, από πολύ μακριά, από τα βάθη τού μεσαιωνικού- ευρωπαϊκού βορρά, για να συγκινήσει και περαιτέρω για να καταπλήξει!

 

 

2.

JOE LOVANO / TRIO TAPESTRY: Garden of Expression

[ECM Records, 2021]

 

H σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της
Φωτό: Caterina di Perry/ECM Records

 

Ο Joe Lovano (τενόρο & σοπράνο σαξόφωνα, tarogato, κρουστά) μπορεί να έχει εμφανισθεί σε διάφορα ECM-άλμπουμ (με τους κορυφαίους Paul Motian, John Abercrombie, Steve Kuhn κ.ά.), όμως μόνο μέσω του Trio Tapestry (η Marilyn Crispell πιάνο και ο Carmen Castaldi στα ντραμς, τα υπόλοιπα δύο μέλη) είχε / έχει την δυνατότητα να δείξει τις πιο προσωπικές επιλογές του, στο γερμανικό label.

 

Τεράστιος jazzman, με άπειρες συνεργασίες και δισκογραφία, ο Joe Lovano εμφάνισε ένα πρώτο άλμπουμ στην ECM, με το Trio Tapestry, μόλις το 2019, για να επανέλθει τώρα με την δεύτερη απόπειρά του, το “Garden of Expression”, που δεν μπορεί παρά να αποτελεί την συνέχεια εκείνης της πρώτης (με το συγκεκριμένο trio).

 

JOE LOVANOΥπάρχει λοιπόν η συνέχεια γενικότερα, όμως ειδικότερα το συγκεκριμένο LP/CD διαθέτει περισσότερα spiritual χαρακτηριστικά, τα οποία το χαρακτηρίζουν, εν τέλει, απ’ άκρη σ’ άκρη.

 

Όλα τα tracks, και τα οκτώ, είναι συνθέσεις τού Lovano, ο οποίος έχει το πλεονέκτημα να συνοδεύεται, και εδώ, από δύο εξαιρετικούς μουσικούς, ικανούς να αντιληφθούν στο έπακρο, το βάθος των συνθέσεών του, αναδεικνύοντάς τες περαιτέρω.

 

Η Marilyn Crispell είναι μία αθόρυβη πιανίστρια, που οικοδομεί έξοχα αρμονικά περιβάλλοντα, με πολύ ιδιαίτερες μελωδικές γραμμές, μικρής έκτασης, αλλά πάντα «εσωτερικά» δυναμικές, όταν ο ντράμερ Castaldi έχει τον τρόπο αυτό ακριβώς το ηχητικό περιβάλλον να το διαρρηγνύει με τα «ανεπαίσθητα» χτυπήματά του, που διαθέτουν τόλμη, επιδεξιότητα και φαντασία.

 

Πάνω σ’ αυτό το παράξενο ρυθμικό και μελωδικό σκηνικό, τα πνευστά τού Joe Lovano έρχονται να τοποθετηθούν με απόλυτη προσοχή, σχεδόν με κατάνυξη, δημιουργώντας αυθεντικές spiritual καταστάσεις – ειδικώς στο τελευταίο, 11λεπτο track, που αποκαλείται “Zen like” και που μπορεί να δώσει την απόλυτη περίληψη αυτού του τόσου απλού στη σύλληψή του, αλλά απολύτως εντυπωσιακού στην υλοποίησή του δίσκου.

 

Έξοχη, εννοείται, η ηχογράφηση-παραγωγή (Stefano Amerio / Auditorio Stelio Molo RSI – Manfred Eicher), που είναι μια «μουσική» από μόνη της.

 

3.

VIJAY IYER / LINDA MAY HAN OH / TYSHAWN SOREY: Uneasy

[ECM Records, 2021]

 

H σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της
Φωτό: Craig Marsden/ECM Records

 

Ο αμεριοκανο-ινδός πιανίστας Vijay Iyer είναι ένα από τα πολύ σημαντικά ονόματα τής jazz, σε παγκόσμιο επίπεδο, την τελευταία 15ετία, ένα από τα κορυφαία θα προσθέταμε – και κάπως έτσι κάθε νέα δουλειά του δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά να επιβεβαιώνει αυτήν την ορθή παραδοχή.

 

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ τού Vijay Iyer στην ECM έχει τίτλο “Uneasy”, αποτελώντας ένα κλασικό piano-jazz. Μια συνεργασία, δηλαδή, τού αναγνωρισμένου πιανίστα με την μαλαισιανή κοντραμπασίστρια Linda May Han Oh, όπως και με τον αμερικανό πολυοργανίστα, και εδώ ντράμερ, Tyshawn Sorey.

 

VIJAY IYERΠιάνο, μπάσο, ντραμς λοιπόν... και βασικά συνθέσεις τού Vijay Iyer καταγράφονται στο “Uneasy” (μία γραμμένη από κοινού με τον hip-hopper Mike Ladd), συν δύο versions – η μία στο κλασικό “Night and day” του Cole Porter και η άλλη στο “Drummer’s song” της σημαντικής και πρόωρα χαμένης Geri Allen.

 

Αυτό που βγαίνει υπεράνω, ακούγοντας το “Uneasy”, είναι κατά πρώτον το κλίμα του και κατά δεύτερον η συνθετική ευστροφία (αφήνουμε κατά μέρος την παικτική – γιατί αυτό εξυπακούεται) του Vijay Iyer.

 

Μόνο μεγάλοι μουσικοί μπορούν να δημιουργούν τέτοιαν ενότητα ύφους και κλίματος στους δίσκους τους – με όλα τα κομμάτια να κυλούν «σαν ένα» κι ας είναι τελείως διαφορετικά μεταξύ τους

 

Αυτό λοιπόν, που είναι το Α και το Ω για την δισκογραφία, και που, παρά ταύτα, δεν είναι καθόλου αυτονόητο, είναι από τα βασικά προτερήματα τής τζαζ-προσωπικότητας τού Iyer (για να μην προσθέσουμε και τα της παραγωγής του Manfred Eicher, κάτι προφανώς αυτονόητο).

 

Καταπληκτικές συνθέσεις, λυρικές τα μάλα, με πληθώρα συναισθηματικού φορτίου, με απαράμιλλες στιγμές «εσωτερικών» εντάσεων, με τις νότες να καρφώνονται μία-μία στα πλήκτρα τού πιάνου και «μέσα σου», με την δεξιοτεχνία να χτυπάει κόκκινο και με μια τριάδα μουσικών, που... την ακούς και είναι «φτιαγμένη» γι’ αυτό ακριβώς που παρουσιάζει στον δίσκο, απολύτως προσανατολισμένη και ταγμένη.

 

Σπάνιο άλμπουμ, απίστευτης ηχοχρωματικής ενότητας!

 

 

4.

THOMAS STRØNEN / AYUMI TANAKA / MARTHE LEA: Bayou

[ECM Records, 2021]

 

H σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της
Φωτό: Camilla Jensen/ECM Records

 

Με ιστορία στην ECM, καθώς η πρώτη δουλειά του κυκλοφόρησε εκεί το 2005, ο νορβηγός ντράμερ Thomas Strønen, στο πιο νέο άλμπουμ του, που αποκαλείται “Bayou”, συνεργάζεται με την ιαπωνίδα πιανίστρια Ayumi Tanaka και με την συμπατριώτισσά του (μάλλον) Marthe Lea, η οποία χειρίζεται κλαρίνο και κρουστά, τραγουδώντας κιόλας. Το υλικό στο “Bayou” (δέκα tracks συνολικά) είναι στηριγμένο, κατά κύριο λόγο, σε νορβηγικούς, παραδοσιακούς σκοπούς, οικοδομώντας μια παράξενη στοιχειωτική ατμόσφαιρα.

 

THOMAS STRONENΒεβαίως, το folk κυριαρχεί στις μελωδίες, και βασικά στο τραγούδισμα της Lea, όμως στο “Bayou” καταγράφονται και εκτεταμένες στο χρόνο ορχηστρικές-αυτοσχεδιαστικές φάσεις, που τοποθετούν το άλμπουμ κάπου αλλού. Πού; Στο μεταίχμιο jazz και folk, improv και παράδοσης, με τις «ατμόσφαιρες» να παίζουν πολύ μεγάλο ρόλο και να κυριαρχούν στον δίσκο. Που, φυσικά, είναι καταπληκτικός, έχοντας τον τρόπο να σε «ταξιδεύει», μέσω αυτού του αλάνθαστου ρεπερτορίου.

 

Εξαιρετική η Ιαπωνίδα Tanaka, στην πιανιστική συνοδεία της, κάπως «απόμακρη» («απόμακρα», εννοούμε, ακούγονται τα παιξίματά της), με λιτή, μινιμαλιστική προσέγγιση, αλλά και με ξαφνικές δυναμικές, ιδιάζουσα η περίπτωση τής Lea, με την τριπλή ιδιότητά της, ως κλαρινίστρια, τραγουδίστρια και περκασιονίστρια, και πάντα εντός του συγκεκριμένου, και υποβλητικότατου, ηχητικού περιβάλλοντος, που οριοθετείται απολύτως από τα κρουστά, ο ίδιος ο Thomas Strønen, ο οποίος έχει και την γενικότερη επίβλεψη τούτου του «ξεχασμένου» και κάπως «χαμένου στον κόσμο του» κομψοτεχνήματος.

 

5.

KONSTANTIA GOURZI: Anájikon

[ECM New Series, 2021]

 

H σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της
Φωτό: Γιώργος Μαυρόπουλος/ECM Records

 

Η Κωνσταντία Γουρζή είναι μια συνθέτρια και διευθύντρια ορχήστρας, γεννημένη στην Αθήνα, αλλά με διαδρομή... γερμανική. Πολλοί την μάθαμε από το προηγούμενο άλμπουμ της στην ECM New Series, το “Music for Piano and String Quartet” (2014), όμως η Γουρζή συνθέτει από το 1987, έχοντας συνεργαστεί επίσης (πλην ECM) με τις εταιρείες Naxos, Albany Records, Berliner Philharmoniker κ.ά.

 

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ τής Κ. Γουρζή έχει τίτλο “Anájikon” και περιλαμβάνει τρία έργα της.

 

KONSTANTIA GOURZIΤο πρώτο έχει τίτλο “Hommage à Mozart / Three dialogues for viola and piano, op. 56” (2014) και αποδίδεται από τους Nils Mönkemeyer βιόλα και William Youn πιάνο. Το δεύτερο αποκαλείται “Ny-él, Two Angels in the White Garden / for οrchestra, op. 65” (2015-16) και αποδίδεται από την Lucerne Academy Orchestra υπό την διεύθυνση τής ίδιας της Κ. Γουρζή, ενώ το τρίτο τιτλοφορείται “Anájikon, The Angel in the Blue Garden / String Quartet No. 3, op. 61” (2015) και αποδίδεται από το Minguet Quartett (Ulrich Isfort βιολί, Annette Reisinger βιολί, Aroa Sorin βιόλα, Matthias Diener βιολοντσέλο).

 

Το “Hommage à Mozart” και το “Anájikon” είναι ηχογραφημένα τον Μάρτιο του 2018 στο University of Music and Performing Arts του Μονάχου, ενώ το “Ny-él” είναι ηχογραφημένο ζωντανά, τον Αύγουστο 2016, στο KKL (Kultur- und Kongresszentrum Luzern), στην Λουκέρνη της Ελβετίας.

 

Κατ’ αρχάς να πούμε πως εδώ έχουμε μια ποικιλία ενορχηστρώσεων και εκτελέσεων, που υπονοεί (η ποικιλία) και μιαν αντίστοιχη ποικιλία έργων. Βιόλα-πιάνο, μεγάλη ορχήστρα, κουαρτέτο εγχόρδων και χοντρικώς ένα έργο «μοτσαρτικής» πρόκλησης στην αρχή, ένα έργο περισσότερο «σύγχρονο», «μοντέρνο» στη μέση (αφιερωμένο, όχι τυχαίως φυσικά, στους Claudio Abbado και Pierre Boulez) και στο τέλος μιαν «αγγελική» μουσική δωματίου, έμπλεη δημοφιλών χαρακτηριστικών.

 

Υπό αυτήν την έννοια το “Anájikon” είναι ένα άλμπουμ με αξιοθαύμαστη ποικιλία, που φανερώνει και την ευρύτατη ηχοχρωματική παλέτα τής συνθέτριας Κωνσταντίας Γουρζή, μα και την ικανότητά της (μετά της παραγωγής) να προσαρμόζει τα διαφορετικά αισθητικά ενδιαφέροντά της σ’ ένα θαυμάσιο σύνολο.

 

Εν ολίγοις... ένα απολαυστικό CD.

 

 

6.

ANJA LECHNER / FRANÇOIS COUTURIER: Lontano

[ECM Records, 2020]

 

H σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της
Φωτό: Nadia F. Romanini/ECM Records

 

Η τσελίστρια, ή βιολοντσελίστρια αν θέλετε, Anja Lechner είναι αγαπημένη του ελληνικού κοινού – και αρκετά γνωστή στη χώρα μας, συγκριτικώς πάντα με άλλους καλλιτέχνες του δικού της ύφους. Η αιτία γι’ αυτό είναι το γεγονός πως η Lechner έχει συνεργαστεί, στο πλαίσιο της ECM, με έλληνες καλλιτέχνες, συνεπώς υπήρχε ένας παραπάνω λόγος να μαθευτεί το όνομά της στην ημεδαπή και να την γνωρίσει πιο εύκολα το κοινό.


Το 2004 η Anja Lechner θα βρισκόταν στο στούντιο με τον πιανίστα Βασίλη Τσαμπρόπουλο στο άλμπουμ “Gurdjieff / Tsabropoulos - Chants, Hymns And Dances”, αποδίδοντας συνθέσεις τού «δασκάλου» Γκουρτζίεφ, όπως και του έλληνα πιανίστα, ενώ Lechner / Τσαμπρόπουλος θα συνεργάζονταν και το 2008 (μαζί με τον περκασιονίστα U.T. Gandhi) στο άλμπουμ “Melos”. Πέρασαν τα χρόνια, και το 2019, θα ακούγαμε την γερμανίδα τσελίστρια και στο άλμπουμ τής Μαρίας Φαραντούρη (μαζί με τον Cihan Türkoğlu) “Beyond The Borders”.


ANJA LECHNER FRANCOIS COUTURIER Η Anja Lechner έχει φυσικά παλαιότερη ιστορία, που χάνεται στα χρόνια του ’70, όμως στην «οικογένεια» της ECM εισήλθε το 1997, ως μέλος του Rosamunde Quartett. Στην πορεία θα συνεργαζόταν και με άλλους μουσικούς (π.χ. με τον αργεντινό μπαντονεονίστα Dino Saluzzi), αλλά το μεγάλο καλλιτεχνικό άλμα τής γερμανίδας μουσικού έγινε μέσω ενός άλλου κουαρτέτου, του Tarkovsky Quartet, στο οποίο θα συνυπήρχε και με τον πιανίστα François Couturier.

 

Ουσιαστικώς το Tarkovsky Quartet εμφανίζεται στο CD τού François Couturier “Nostalghia – Song For Tarkovsky” [ECM, 2006], θα ακολουθούσαν τα άλμπουμ “Tarkovsky Quartet” [ECM, 2011] και “Nuit Blanche” [ECM, 2017], ενώ δεν θα πρέπει να λησμονήσουμε το πρώτο ντουέτο της Anja Lechner με τον François Couturier, το “Moderato Cantabile” [ECM, 2014], στο οποίο οι δύο μουσικοί είχαν αποδώσει έργα Komitas, Gurdjieff και Mompou.

 

Η πιο πρόσφατη συνεργασία Anja Lechner και François Couturier αποκαλείται “Lontano” και είναι το άλμπουμ, για το οποίο γράφουμε τώρα.

 

Το “Lontano”, μια ηχογράφηση για τσέλο και πιάνο φυσικά, περιλαμβάνει 16 tracks, συνθέσεις της Lechner και του Couturier (του καθενός ξεχωριστά ή από κοινού), συν τις απόψεις τους για συνθέματα των Ariel Ramírez, Giya Kancheli, Anouar Brahem και Henri Dutilleux.

 

Το κλίμα κατ’ αρχάς, στο άλμπουμ, δεν είναι jazz φυσικά, αλλά «σοβαρό» (εννοούμε εκείνο της λεγόμενης «σοβαρής μουσικής»), που επεκτείνεται και προς την κατεύθυνση του folk. Αυτό φαίνεται και από τις versions φυσικά, μα και από μιαν απλή πρωταρχική ακρόαση.

 

Φυσικά, επιρροές, υπαινιγμοί, «περάσματα» υπάρχουν και από άλλα είδη, πέραν της κλασικής, της σύγχρονης κλασικής, της πρωτοπορίας και του folk, και εδώ κάπου υπεισέρχεται και η jazz, κυρίως στο παίξιμο του Couturier, μέσω Jarrett-ικών και άλλων σχετικών πιανιστικών πρωτοποριών (Paul Bley π.χ.).


Το κλίμα επίσης, στο “Lontano”, δεν είναι εύθυμο, αλέγκρο, χαλαρό. Είναι μεν λυρικό, αλλά ταυτοχρόνως είναι και βαρύ, ενίοτε σκοτεινό, πένθιμο κάποιες άλλες φορές ή και ρομαντικό (o Σοπέν θα αποτελεί μιαν άλλη αναφορά). Όμως ο ρομαντισμός δεν γειτνιάζει ενίοτε και με το πεισιθάνατο;

 

Αυτή η «βαρύτητα», λοιπόν, είναι το βασικό χαρακτηριστικό των συνθέσεων τού άλμπουμ – είτε πρόκειται για τις διασκευές, όπως εκείνες στο “Alfonsina y el mar” του Ariel Ramírez και στο “Vague - E la nave va” του Anouar Brahem, είτε πρόκειται για τα πρωτότυπα, όπως το “Flow” (του François Couturier) και το “Memory of a melody” (των Lechner / Couturier), με τις πιανιστικές αναφορές στον Μπαχ και την avant προσέγγιση από το τσέλο.


Σοβαρό, εκλεκτικό άλμπουμ, που αποτελεί τεκμήριο του «ύφους ECM».

 

7.

DINO SALUZZI: Albores

[ECM Records, 2020]


H σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της
Φωτό: Juan Hitters/ECM Records

 

Ένας δίσκος για σόλο μπαντονεόν δεν είναι σίγουρα κάτι που μπορεί να το συναντήσεις συχνά, και άρα σε πρώτη φάση παραξενεύει. Όταν, όμως, εκείνος που χειρίζεται το μαγικό αυτό όργανο είναι ο μάστερ Αργεντινός Dino Saluzzi, τότε όλα μπαίνουν σε μια σειρά.


Σχεδόν 40 χρόνια αριθμεί η συνεργασία τού Saluzzi με την ECM (η αρχή είχε γίνει με το “Kultrum”, το 1983, που κι εκείνο ήταν σόλο, με την διαφορά πως εκτός από μπαντονεόν ο Saluzzi χειριζόταν επιπλέον κρουστά και φλάουτα), μια συνεργασία που έχει δώσει εξαιρετικά το δίχως άλλο άλμπουμ, μέσα στα χρόνια.


DINO SALUZZIΣ’ αυτήν την πιο νέα κατάθεσή του, που αποκαλείται “Albores”, ο αργεντινός συνθέτης και οργανοπαίκτης παρουσιάζει  εννέα δικά του θέματα, στα οποία εμφανίζονται όλα εκείνα τα γνώριμα χαρακτηριστικά της μουσικής του.

 

Είναι τα νοσταλγικά tangos πρώτα-πρώτα, οι μιλόνγκες, οι καντέντσες, μα ακόμη και κομμάτια που δεν κρύβουν τις πιο «κλασικές» αναφορές τους, όπως είναι το 12λεπτο “Ofrenda-tocata”, που κλείνει το άλμπουμ.


Πριν όμως απ’ αυτό υπάρχει ο φόρος τιμής στον γεωργιανό συνθέτη Giya Kancheli (1935-2019), μέσω του “Adiós maestro Kancheli” (Kancheli και Saluzzi είχαν συνεργαστεί, φυσικά, εντός της ECM), το έξοχο θλιμμένο “Ausencias” και βεβαίως το “Don Caye - Variaciones sobre obra de Cayetano Saluzzi”, που δεν είναι τίποτ’ άλλο από παραλλαγές πάνω σε θέματα τού πατέρα τού Dino Saluzzi, επίσης συνθέτη, Cayetano Saluzzi.

 

Ειδικά εδώ ο αργεντινός μουσικός είναι λυρικός στο έπακρο, καθότι επιστρέφει, θα λέγαμε, στα παιδικά του χρόνια, ενθυμούμενος πώς ξεκίνησε δίπλα στον πατέρα του, αφήνοντας τη συγκίνηση να κυριαρχήσει.

 

8.

TERJE RYPDAL: Conspiracy

[ECM Records, 2020]


H σπάνια συνέπεια της δισκογραφικής εταιρείας ECM, 52 χρόνια μετά την ίδρυσή της
Φωτό: /ECM Records

 

Σταθερός άξονας του καταλόγου τής ECM ήδη από τα early seventies, ο νορβηγός κιθαρίστας Terje Rypdal –εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε δίσκο τής γερμανικής εταιρείας στο θρυλικό “Afric Pepperbid” τού 1970, ως μέλος του Jan Garbarek Quartet– εξακολουθεί να βρίσκεται στις επάλξεις 50 χρόνια αργότερα.

 

Με νέο άλμπουμ στην ετικέτα τού Manfred Eicher, που αποκαλείται “Conspiracy”, ο Terje Rypdal αποδεικνύει και σήμερα, στα 73-74 χρόνια του πια, πως παραμένει ένας σημαντικός δημιουργός, ο οποίος ποτέ δεν βρέθηκε σε «δύσκολη» καλλιτεχνική θέση. 

 

TERJE RYPDALΠάντα, τα άλμπουμ τού Rypdal ήταν το «κάτι άλλο» μέσα στον κατάλογο της ECM και πάντα ήταν, ως ποιότητες, από πολύ καλά και πάνω. Ήταν η αδιαφιλονίκητη rock πλευρά τής γερμανικής εταιρείας εξάλλου, οι θωπείες της προς τον ψυχεδελικό ήχο, το progressive, το fusion και το space rock.

 

Με συγκλονιστικά LP ή CD μέσα στις δεκαετίες (να υπενθυμίσουμε από τα παλαιότερα το ρηξικέλευθο “Odyssey” από το 1975 και από τα σχετικώς πιο πρόσφατα το εξίσου εντυπωσιακό “Vossabrygg” του 2006), ο Terje Rypdal με το “Conspiracy” δείχνει, απλώς, πως οι ιδέες, η διάθεση και το πάθος του δεν έχουν στερέψει και πως πάντα θα βρίσκει τον τρόπο να μας ταρακουνήσει, με την βοήθεια των πάντα εξαιρετικών συνεργατών του.


Πέραν λοιπόν από τον ίδιο, που χειρίζεται, όπως πάντα, ηλεκτρικές κιθάρες, στέκονται κοντά του, σ’ αυτή την νεότερη προσπάθειά του, δύο μουσικοί του σήμερα, ο Ståle Storløkken keyboards (με ήχο, που θυμίζει Canterbury sound ενίοτε) και ο μπασίστας Endre Hareide Hallre, με το κουαρτέτο να συμπληρώνεται μ’ έναν φίλο από τα παλιά, τον ντράμερ Pål Thowsen (πρώτη φορά που βρέθηκαν μαζί, Rypdal και Thowsen ήταν στο LP “No Time for Time” του 1977).


Το “Conspiracy” είναι ένα έξοχο άλμπουμ, μέσα από το οποίο φαίνεται κατά πρώτον πως ο Terje Rypdal δεν έχει χάσει ίχνος από την δημιουργικότητά του (ως κιθαρίστας και συνθέτης).

 

Κάθε κομμάτι που υπάρχει εδώ (όλα πρωτότυπα και όλα δικά του) κινείται από ένα (υψηλό) επίπεδο και πάνω, διαθέτει πάντα τις διαχρονικές δικές του και κάπως σήμα-κατατεθέν space-progressive ενοράσεις του, ενώ ουκ ολίγες φορές το «πράγμα» κυλάει προς έτερες κατευθύνσεις, που άλλοτε φέρνουν στη μνήμη τον ήχο τής progressive σκηνής του Canterbury και άλλοτε πιο «τυπικές», αλλά πάντα αξιομνημόνευτες, space-fusion καταστάσεις.


Με έξοχα tracks σαν το φερώνυμο space-prog-fusion “Conspiracy” ή σαν το αργό “Baby beautiful” (με υπαινιγμούς από Pink Floyd και King Crimson), το άλμπουμ αυτό τού Terje Rypdal (επτά χρόνια μετά το προηγούμενό του) είναι ένα από τα καλύτερα της υπερ-πεντηκονταετούς δισκογραφίας του.