— «Ρεύομαι σούσι και ονειρεύομαι επανάσταση» λέει ο στίχος και δεν είναι λίγες οι φορές που στα τραγούδια σας επισημαίνετε τις αντιφάσεις και τα παράδοξα του ελληνικού λαού. Πολλές φορές, μάλιστα, έχει κανείς την αίσθηση πως η επισήμανσή σας περνάει στο στάδιο της έντονης κριτικής. Στη δική σας περίπτωση έχετε ξεφύγει από αυτές τις αντιφάσεις; Και εν τέλει ο κόσμος μαθαίνει και αλλάζει από την κριτική ή από την ομορφιά;

Δεν έχω ξεφύγει από τις αντιφάσεις. Στο συγκεκριμένο τραγούδι, μάλιστα, στην «Πολιτική Τοποθέτηση», αναφέρομαι σε μεγάλο βαθμό και σ' εμένα τον ίδιο. Δεν είμαι δημοσιογράφος, πολιτικός σχολιαστής ή χρονογράφος. Μουσικός είμαι. Αναπόφευκτα, ό,τι γράφω, τραγούδια, μουσικά έργα ή κείμενα, πηγάζει από την ανάγκη μου να γνωρίσω τον εαυτό μου, να μπω σε διάλογο μαζί του και ταυτόχρονα με το κοινό. Η όποια κριτική μπορεί να προκύπτει, πηγάζει από την ανάγκη για ομορφιά και αλήθεια. Από την ψευδαίσθηση ότι μπορεί κανείς να αγγίξει αυτές τις αξίες και να τις μοιραστεί. Η κριτική πηγάζει επίσης από την απελπισία, όταν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η ομορφιά δεν είναι μια παθητική κατάσταση, γεμάτη λουλουδάκια κι ευχάριστες λεξούλες. Έχει πολλή ενέργεια μέσα της και η αναζήτησή της πολλή αγωνία. Πολύ πόνο, οργή και χαρά.


— Στο ένθετο της έκδοσης της «Μικρής Βαλίτσας» ομολογείτε ότι τα τελευταία χρόνια φτάσατε τρεις φόρες πολύ κοντά στο να εγκαταλείψετε την Ελλάδα. Τι είναι αυτό που σας κράτησε εδώ;

Κάθε φορά, τελευταία στιγμή, έβρισκα λόγους και αφορμές να ακυρώσω τις συνεννοήσεις, τις προετοιμασίες και τα σχέδια. Τελικά κατάλαβα πως δεν είχα το δικαίωμα να φύγω. Ένιωσα επίσης πως, αν έφευγα τώρα, θα έφευγα ηττημένος. Από την άλλη, είχα την πολυτέλεια να μπορώ να μείνω. Και αυτό με διαφοροποιούσε από πολλούς άλλους ανθρώπους που φεύγουν αναγκαστικά. Έμεινα λοιπόν. Και δεν το μετάνιωσα, παρά το κόστος.

 

Δεν μπορεί όμως να βράζει ο τόπος και το τραγούδι μας να βγαίνει χλιαρό. Αυτό φανερώνει κάποιο μεγάλο πρόβλημα, το οποίο έχει να κάνει με το σύνολο της κοινωνίας και όχι με τους δημιουργούς αποκλειστικά.


— Αν σας ζητούσα να εξηγήσετε σε ένα νέο παιδί τι είναι το δημοτικό τραγούδι, τι θα του λέγατε;

Θα του έλεγα πως είναι το τραγούδι που γράφεται από πολλούς ανθρώπους, μέσα στους αιώνες. Πως είναι ένα δώρο των άγνωστων παππούδων και γιαγιάδων, αλλά και των αιώνων, προς το παιδί. Πως είναι δικό του, πως μπορεί να το πιάσει άφοβα, χωρίς να ανησυχεί ότι θα το χαλάσει. Πως του χαρίζεται για να το χαρεί, να το πειράξει, να το αλλάξει και να το δώσει στα επόμενα παιδιά που θα έρθουν.


— Πώς κρίνετε τη στάση των συναδέλφων σας αυτή την κρίσιμη περίοδο; Περιμένατε περισσότερα; Τουλάχιστον σε επίπεδο δημιουργίας με πολιτική κατεύθυνση.

Δεν έχω απαιτήσεις ως ακροατής. Αν μπορεί κάποιος συνάδελφος να μιλήσει στην ψυχή μου, τον ευγνωμονώ και δέχομαι το δώρο του. Αν όχι, δεν θεωρώ πως είναι υποχρεωμένος να το κάνει. Ξέρετε, οι περισσότεροι καλλιτέχνες της γενιάς μου έχουμε τον φόβο ότι θα χαρακτηριστούμε τυχάρπαστοι, απλοϊκοί ή λαϊκιστές αν εκφράσουμε αυτό που μας συμβαίνει. Ίσως να φταίει και το Διαδίκτυο, όπου ο καθένας σε βρίζει με το παραμικρό. Όμως, από την αρχαιότητα, αυτός είναι ο ρόλος της τέχνης μας: να εκφράζει αυτά που συμβαίνουν. Όχι να τα περιγράφει ή να τα σχολιάζει, αλλά να τα εκφράζει. Μένουμε ανέκφραστοι σε μεγάλο βαθμό. Και δεν αναφέρομαι στο «πολιτικό τραγούδι», το οποίο και δεν αγαπώ ιδιαίτερα, αφού πιστεύω πως ο κύριος όγκος του δεν εξυπηρέτησε τελικά ούτε την πολιτική ούτε το τραγούδι. Δεν μπορεί όμως να βράζει ο τόπος και το τραγούδι μας να βγαίνει χλιαρό. Αυτό φανερώνει κάποιο μεγάλο πρόβλημα, το οποίο έχει να κάνει με το σύνολο της κοινωνίας και όχι με τους δημιουργούς αποκλειστικά.


— Σε κείμενό σας έχετε στηρίξει σθεναρά την ανάγκη συνέχισης της λειτουργίας του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Με συγκινητικό τρόπο μας περιγράψατε την αξία ενός τέτοιου θεσμού αλλά και τη σημασία της κλασικής μουσικής. Πώς βλέπετε τις μέχρι τώρα εξελίξεις σε σχέση με το Μέγαρο;

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, επί Λαμπράκη αλλά και κατά τη διάρκεια της «απολαμπρακοποίησης», στο όνομα της μουσικής και ενώ παίζονται αριστουργήματα από κορυφαίους καλλιτέχνες, μια ορχήστρα υπουργών, βουλευτών, δημόσιων λειτουργών, επιχειρηματιών, μεγαλοεκδοτών, δημοσιογράφων, συμβουλατόρων, γραφειοκρατών, κατασκευαστών και επίδοξων γαμπρών παρουσιάζει παράλληλα το δικό της, ξεκούρδιστο κονσέρτο. Δεν είναι παράξενο – όλη η χώρα λειτουργεί έτσι εδώ και δεκαετίες. Όταν όμως η μουσική μπλέκει σε τόσο χοντρά παιχνίδια, φαλτσάρει. Το Μέγαρο πρέπει να πάει ολοκληρωτικά εκεί όπου ανήκει: στους μουσικούς και στο κοινό. Και για να συμβεί αυτό, πρέπει οι πολίτες να καταλάβουν ότι χτίστηκε με τα δικά τους χρήματα και τους ανήκει, ότι δεν είναι ιδιοκτησία της «άρχουσας τάξης», αν εμείς δεν της το χαρίσουμε, ότι η πολιτιστική του αξία είναι ανεκτίμητη, ότι η οικονομική του αξία ξεπερνά κατά πολύ τα χρέη του, όπως και ότι τα χρέη δεν προέκυψαν από τη λειτουργία αλλά από την υπερβολή της κατασκευής της νέας του πτέρυγας μέσα στη φούσκα που μας αποτελείωσε. Ταυτόχρονα, πρέπει η πολιτική ηγεσία να εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση και να σταματήσει να το αντιμετωπίζει άλλοτε ως τσιφλίκι της και άλλοτε λαϊκίστικα, συμφεροντολογικά, μικροπολιτικά και μικροκομματικά. Η συγκυρία είναι ιδανική: η διοίκηση και το προσωπικό του Μεγάρου, που το κρατούν ανοιχτό και ανθηρό με τεράστιους κόπους και χωρίς χρήματα, επιθυμούν και εργάζονται προς μια λύση που θα αλλάξει για πάντα την εικόνα του οργανισμού. Το κοινό έχει αυξηθεί ραγδαία κι έχει διευρυνθεί δραστικά τα τελευταία χρόνια. Επίσης, ο υπουργός Πολιτισμού φαίνεται να κατανοεί όλες τις παραμέτρους, τις πιθανές λύσεις και τις προοπτικές. Χωρίς καθόλου να κολακεύει το Μέγαρο (δεν ήταν ποτέ «οπαδός» του), δείχνει ότι αντιμετωπίζει σοβαρά το ζήτημα. Όλα συνηγορούν υπέρ μιας τελικής, αποτελεσματικής, λειτουργικής λύσης. Το άμεσο μέλλον θα δείξει. Αν επιβιώσει, πιστεύω πως τα επόμενα χρόνια το Μέγαρο θα μπορέσει να γίνει αυτό που πρέπει να είναι: ένας ελεύθερος, ανοιχτός, προοδευτικός χώρος πειραματισμού, έκφρασης και δημιουργίας, ξαλαφρωμένος από τα βαρίδια, τις δυσλειτουργίες, τις νοοτροπίες και τις προκαταλήψεις του παρελθόντος. Ένα σπίτι στην υπηρεσία όλων των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που σήμερα το βλέπουν ως κομμάτι μιας εποχής που οδήγησε τη χώρα στην καταστροφή.

 

Μετά από μια μεγάλη περιοδεία στην Ευρώπη, είναι σπουδαίο να επιστρέφουμε σπίτι και να παίζουμε σε ένα τέτοιο θέατρο. Είναι μια δυνατή εμπειρία, τόσο το να παίζει κανείς εκεί όσο και το να παρακολουθεί μια συναυλία.


— Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εθνικών εκλογών και τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, γράψατε ένα πολύ προσωπικό κείμενο, στο οποίο, κάπου προς το τέλος, αναφέρατε: «Σήμερα, επιτέλους, ελπίζω. Και εύχομαι το σήμερα να κρατήσει στο αύριο». Διατηρείτε ακόμη τον ίδιο ενθουσιασμό μ' εκείνες τις πρώτες μέρες και πώς κρίνετε τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης μιας αριστερής κυβέρνησης;

Πιστεύω πως η σημασία της αλλαγής που έγινε θα φανεί μέσα στα επόμενα χρόνια. Δεν είμαι αφελής. Δεν περιμένω θαύματα, ούτε αλλαγές σε μια μέρα «με έναν νόμο». Ούτε πιστεύω πως υπάρχει «καλό κόμμα»: υπάρχουν άθλια κόμματα και κόμματα που δεν πρόλαβαν ακόμα να γίνουν τόσο άθλια. Παρ' όλα αυτά, εγώ, ένας «εχθρός της πολιτικής», αισθάνομαι πως η μεγάλη αυτή αλλαγή που έγινε ήταν ό,τι σημαντικότερο συνέβη στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Μου δημιουργεί την ελπίδα ότι μπορεί έτσι να ανοιχτεί ένας νέος δρόμος, έξω από το τέλμα των τελευταίων δεκαετιών. Αναγνωρίζω τις αγωνιώδεις προσπάθειες που γίνονται μέσα σε απόλυτα αντίξοες συνθήκες, κι ας είναι φανερό μέσα από τα λόγια και τις πράξεις τους ότι κάποιοι από τους νέους κυβερνώντες δεν έχουν συναίσθηση της ευθύνης που τους δόθηκε και της ελπίδας που εμείς τρέφουμε για το γκρέμισμα της ανοησίας, της αυθαιρεσίας, της αδικίας, της κοροϊδίας και της ασχήμιας των προηγούμενων.


— Πώς σας φαίνεται η σημερινή Κύπρος;

Σε πολιτικό επίπεδο, τα πράγματα είναι δύσκολα: όλα οδηγούν σε ένα νέο σχέδιο «λύσης» που, ανάμεσα σε άλλα, φοβάμαι πως θα δίνει ξανά το δικαίωμα στις «εγγυήτριες δυνάμεις» να εισβάλουν στρατιωτικά σε περίπτωση αστάθειας, ώστε να «προστατεύσουν» τους πολίτες και το Σύνταγμα. Έτσι ακριβώς δόθηκε η αφορμή στην Τουρκία να εισβάλει το '74. Ένα σχέδιο που θα περιέχει αυτό τον όρο, όπως και κάποιους άλλους, δεν θα έχει ποτέ την ψήφο μου σε περίπτωση δημοψηφίσματος. Από την άλλη, δεν μπορεί να συνεχίζεται επ' άπειρον η άδικη, παράνομη, απάνθρωπη και αφύσικη κατάσταση που επικρατεί. Κατά τα άλλα, και παρά την οικονομική κατάσταση, η Κύπρος πάει καλά: η νεολαία της ανθεί, οι μουσικοί της δημιουργούν και εξελίσσονται, τα νέα παιδιά είναι πολύ πιο ελεύθερα, συγκροτημένα, δημιουργικά, σοβαρά και ικανά απ' ό,τι ήμασταν εμείς στην ηλικία τους. Είμαι αισιόδοξος. Ή, τέλος πάντων, απουσιάζω πολύ καιρό για να είμαι αντικειμενικός.


— Στις 17/6 επιστρέφετε στο Θέατρο Βράχων, όπου, κατά γενική ομολογία, έχετε δώσει μερικές από τις ωραιότερες συναυλίες σας. Τι αίσθηση αφήνει σ' εσάς ο χώρος και τι πρόκειται να ακούσουμε εκεί;

Περιμένουμε πώς και πώς! Μετά από μια μεγάλη περιοδεία στην Ευρώπη, είναι σπουδαίο να επιστρέφουμε σπίτι και να παίζουμε σε ένα τέτοιο θέατρο. Είναι μια δυνατή εμπειρία, τόσο το να παίζει κανείς εκεί όσο και το να παρακολουθεί μια συναυλία. Στην καλοκαιρινή αυτή περιοδεία, μαζί με τους σπουδαίους μουσικούς Γιώργο Καλούδη, Φώτη Σιώτα, Δημήτρη Τσεκούρα και Μανόλη Πάππο, θα παρουσιάσουμε την εξέλιξη αυτού που παίξαμε τον χειμώνα. Μια ιδιαίτερη απόδοση τραγουδιών από τους δίσκους μου, τους παλιούς και τον καινούργιο, αλλά και διασκευές. Οι πρόβες που κάνουμε τις τελευταίες μέρες είναι εξαιρετικά δημιουργικές. Υπάρχει χαρά, ανησυχία και ενθουσιασμός, και αυτό, ύστερα από τόσα χρόνια στη σκηνή, είναι πολύτιμο.


Θέατρο Βράχων - Μελίνα Μερκούρη, 17/6. Ώρα έναρξης: 21.00, εισ.: €14, €12 (προπώληση). Σημεία προπώλησης: Viva.gr, 11876, Public, Παπασωτηρίου, Seven Spots, IANOS, RELOAD, www.festivalvraxon.gr