Η πανδημία της covid-19 και ο εγκλεισμός που τη συνόδευσε εισήγαγαν νέες ανάγκες και ήθη σε όλη την κοινωνία και ειδικότερα στο αναγνωστικό κοινό.

 

Οι εκδοτικοί οίκοι και όλοι οι παρεμφερείς κλάδοι που ασχολούνται με το βιβλίο, οι συγγραφείς και τα βιβλιοπωλεία, χρειάστηκε να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες και κάποιες φορές να μεταβάλλουν τις συνθήκες και τους τρόπους λειτουργίας τους υπό το κράτος της ανάγκης της καινοφανούς κατάστασης.

 

Το Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ) και το τμήμα βίντεο του Πρακτορείου, στο πλαίσιο της έρευνας για τις μεταβολές που η πανδημία έχει προκαλέσει σχεδόν σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής, της οικονομικής δραστηριότητας και της πνευματικής δημιουργίας, οργάνωσε την Τετάρτη 20 Ιανουαρίου, ένα Στρογγυλό Τραπέζι με φορείς κι εκπροσώπους του τομέα του βιβλίου (εκδότες, συγγραφείς, διευθυντές περιοδικών, βιβλιοπώλες), με τίτλο «Το παρόν και το μέλλον της αγοράς του βιβλίου την εποχή του κορωνοϊού», με συντονιστή τον δημοσιογράφο του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.

 

Στην ομάδα των ομιλητών στο Zoom Webinar που διοργάνωσε το Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ) συμμετείχαν η Άννα Πατάκη, (εκδόσεις Πατάκη), Λίζα Σιόλα, (εκδόσεις Στερέωμα), Άλκης Τεμπονέρας, (βιβλιοπωλείο Πλειάδες) Γιάννης Μπασκόζος, διευθυντής του ηλεκτρονικού περιοδικού για το βιβλίο «Ο αναγνώστης» και ο Μιχάλης Μοδινός, συγγραφέας.

 

Στην κύρια ερώτηση για τις συνέπειες, κατά τη διάρκεια του δεύτερου εγκλεισμού, που είχε αυτό το επάλληλο κλείσιμο στις πωλήσεις και πως τραυμάτισε αυτόν τον ευαίσθητο τομέα, καθώς και ποια η εντύπωση από τη νέα τούτη εμπειρία, η κ. Πατάκη, κατ'αρχάς, απάντησε πως πρόκειται για μία κατάσταση, η οποία συνεχίζεται ακόμη.

 

Η κ. Πατάκη διευκρίνισε πως τον περασμένο Μάρτιο σχεδόν όλοι αιφνιδιάσθηκαν κι ένιωσαν, όπως τόνισε, «σαν να τους έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι». Εκείνα που συνέχισαν τη δραστηριότητά τους ήταν μόνο τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, καθώς πολλοί από τους εκδοτικούς οίκους δεν είχαν προετοιμασθεί κατάλληλα. Μάλιστα πολλοί τότε σταμάτησαν την έκδοση νέων βιβλίων--κάτι που δεν έγινε τον Νοέμβριο--γιατί η κατάσταση ήταν πρωτόγνωρη.

 

«Παρά τις δυσχέρειες όμως οι επιδόσεις, τόνισε η κ, Πατάκη, ήταν εντυπωσιακές καθώς και με τα λίγα μέσα που διαθέταμε για την εξυπηρέτηση των πελατών, τις τηλεφωνικές παραγγελίες και συνεργασίες με τα βιβλιοπωλεία, κατορθώσαμε στο τέλος να κρατήσουμε το 35% του τζίρου, παρ' όλο που δεν εκδόθηκαν καινούργια βιβλία. Τον Νοέμβριο, φάνηκε πως διατηρήθηκε ένα μεγάλο κομμάτι του τζίρου, εξυπηρετήθηκε η πελατεία μέσω κούριερ παρά το χάος που προκλήθηκε από τον όγκο των παραγγελιών. Εκείνο δε που διαπιστώθηκε τον Απρίλιο στον μεγάλο εγκλεισμό ήταν πως το βιβλίο υπήρξε ένα από τα αγαθά που ο κόσμος θέλησε να διατηρήσει

 

Τον Νοέμβριο, οι επιδόσεις και παρά το γεγονός ότι βγήκαν καινούργια βιβλία δεν ήταν τόσο εντυπωσιακές όσο τον Απρίλιο. Το επάλληλο κλείσιμο κούρασε τον κόσμο και τους επαγγελματίες, και η ασάφεια για το άνοιγμα δημιούργησε μία αρνητική τάση που αποτυπώθηκε στις πωλήσεις. Αυτό που συνέβη θα πρέπει να το μελετήσουμε, τόνισε η κ. Πατάκη, επισημαίνοντας πως με αυτήν την αφορμή πολλοί επεδίωξαν να στήσουν ένα ηλεκτρονικό τμήμα πωλήσεων, μία εξέλιξη που θα πρέπει να διατηρηθεί.

 

Από την πλευρά της η κ. Σιόλα, τόνισε πως στις δύο καραντίνες παρατηρήθηκαν διαφορές στην στάση του ίδιου του αναγνώστη. Στην πρώτη καραντίνα τα πράγματα ήταν δύσκολα οι εκδότες σταμάτησαν την παραγωγή, η πρόσβαση ήταν δυνατή μόνον μέσω ηλεκτρονικών πωλήσεων, μία υπηρεσία που δεν τη διέθεταν όλα τα βιβλιοπωλεία κι ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση δεν υπήρχε συνολική πρόσβαση. Συνέπεια ήταν η παραγωγή βιβλίου να μετατεθεί για το φθινόπωρο, ή και καθόλου. Η περιορισμένη πρόσβαση του αναγνώστη στους φυσικούς χώρους διάθεσης του βιβλίου προκάλεσε την ανατροπή του προγράμματος, υπογράμμισε η κ. Σιόλα.

 

Σύμφωνα με την ίδια εκδότρια στη δεύτερη φάση του εγκλεισμού, εκτός από τις ηλεκτρονικές ιστοσελίδες υπήρξε μία γενικώς καλύτερη οργάνωση όσον αφορά την αποστολή και την επικοινωνία με τον αναγνώστη. Ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός, όπως τόνισε η κ. Σιόλα, είναι πως σε αυτήν τη φάση έλειψαν ως πελάτες οι πολύ μεγάλες αλυσίδες διάθεσης βιβλίου. Συνεπώς σημειώθηκε μία πτώση στις πωλήσεις προς τις μεγάλες αλυσίδες, ενώ η αγορά κινήθηκε καλύτερα στα μικρά βιβλιοπωλεία. Χαρακτηριστικό είναι δε, πως όπως φάνηκε δεν λειτούργησε τόσο καλά το σύστημα ηλεκτρονικής αποστολής σε Θεσσαλονίκη και μόνο η Αθήνα φάνηκε να οργανώνεται ανάλογα.

 

Σύμφωνα με τα στατιστικά που παρέθεσε η κ. Σιόλα στην πρώτη καραντίνα σημειώθηκε μία μείωση 60%, ενώ στη δεύτερη καραντίνα το αντίστοιχο ποσοστό βρέθηκε κάτω του 50% του τζίρου, ενώ ενδεικτικό είναι πως στο διάστημα που τα βιβλιοπωλεία παρέμειναν ανοικτά τον Δεκέμβριο η αύξηση ήταν 100%. Συνολικά μέσα στη χρονιά καταγράφηκε μία αύξηση του 6%, γεγονός που καταδεικνύει πως δεν ήταν καταστροφική, ενώ έντονος αναδύεται ο προβληματισμός μήπως τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν πως εάν δεν υπήρχε η καραντίνα το βιβλίο μάλλον αρχίζει και ανακάμπτει κι ίσως εάν δεν υπήρχε ο εγκλεισμός θα είχαμε μία ακόμη καλύτερη χρονιά.

 

Η κ. Σιόλα προέβη και σε μία ενδεικτική σύγκριση με τα στοιχεία στη Γαλλία, όπου εκεί τα βιβλιοπωλεία τον Απρίλιο έχασαν το 72% του τζίρου τους, ενώ τον Νοέμβριο και μετά την καλύτερη οργάνωσή τους έχασαν μόλις το 25%. Μολαταύτα σε γενικό επίπεδο ο τζίρος στη Γαλλία ήταν πεσμένος κατά 3%. Τα στοιχεία επαληθεύονται κυρίως για τις μεγάλες αλυσίδες, που έχασαν το 9%, ενώ αντιθέτως υπήρξε μία τάση προτίμησης στα μικρότερα βιβλιοπωλεία. Ακόμη καλύτερα τα πήγαν τα βιβλιοπωλεία στην περιφέρεια.

 

Από την πλευρά του ο κ. Τεμπονέρας, μιλώντας για λογαριασμό των βιβλιοπωλείων τόνισε πως συμφωνεί με τις τάσεις και τα στοιχεία που περιέγραψαν οι δύο εκδότριες, επιβεβαιώνοντας πως έτσι ακριβώς κινήθηκαν τα πράγματα. Τον Απρίλιο και τον Μάιο υπήρξε ένας αιφνιδιασμός κι η αγορά έμεινε χωρίς καινούργια βιβλία. Εμείς, τόνισε ο ίδιος, καταφέραμε να καλύψουμε τη μείωση του τζίρου τον Μάιο, όταν ανοίξαμε και πάλι. Όσον αφορά τη β' φάση του εγκλεισμού τα βιβλιοπωλεία ξεκινήσαμε με άλλα όπλα, οι εκδότες είχαν αρχίσει τη νέα παραγωγή κι οι αναγνώστες γνώριζαν τι είχε προηγηθεί, με αποτέλεσμα η μείωση στη β' καραντίνα καλύφθηκε εύκολα από τις πωλήσεις, ιδίως από μέσα Δεκεμβρίου έως τα τέλη του χρόνου. Αναλογικά με όσα συνέβησαν κι έτσι όπως οργανώθηκε τελικά ο συνολικός μηχανισμός για την αντιμετώπιση των ειδικών συνθηκών αυτών, ο κλάδος κατόρθωσε να ανακτήσει την ισορροπία του.

 

Ο εκδότης του «Αναγνώστη» κ. Μπασκόζος, σχολιάζοντας τις προηγούμενες απαντήσεις, τόνισε ότι το γεγονός πως κλείνει η χρονιά με τόσα προβλήματα κι ωστόσο ο κλάδος παραμένει με ίδιο τζίρο σημαίνει πως υπάρχει ένας «σκληρός» πυρήνας μέσα στο αναγνωστικό κοινό που επιμένει και θα συντηρεί την αγορά και ο οποίος παρά τις ιδιάζουσες συνθήκες της πανδημίας δεν έκανε πίσω. Επιπλέον φάνηκε πως μπήκε στη συνήθεια του αναγνωστικού κοινού να προμηθεύεται πλέον ηλεκτρονικά τα βιβλία του, παρόλο που δεν είναι όλα τα συστήματα διάθεσης εκσυγχρονισμένα κι έτοιμα όλα τα βιβλιοπωλεία. Τα ηλεκτρονικά συστήματα πώλησης, τόνισε ο κ. Μπασκόζος έφεραν τους πελάτες κι εξισορρόπησαν τον τζίρο, ενώ έδειξαν πως παγιώνεται η ηλεκτρονική εξυπηρέτηση. Δείχνει πως τα μικρά βιβλιοπωλεία πρέπει να παραμείνουν κοντά στον πελάτη που πλέον έχει περισσότερες απαιτήσεις από ένα βιβλιοπωλείο.

 

Τα ηλεκτρονικά περιοδικά, τόνισε ο ίδιος, είχαν κι εκείνα μεγάλη αύξηση, μία αύξηση 20% στις εισόδους και στα views, οι οποίες αυξάνονται συνεχώς καίτοι άνοιξαν τα βιβλιοπωλεία. Τα ηλεκτρονικά περιοδικά στη διάρκεια αυτή έκαναν προτάσεις με θεματικές κατηγορίες, όπου καλούσαν το κοινό να κοιτάξει αυτά τα βιβλία. Γενικά μοιάζει να αναδύεται μία νέα εποχή όπου τα βιβλιοπωλεία θα παρέχουν περισσότερες υπηρεσίες, πέρα από την ηλεκτρονική εξυπηρέτηση, με νέες διαδράσεις κι εκδηλώσεις προκειμένου να προσελκύσουν το κοινό.

 

Με τη ματιά του συγγραφέα ο κ. Μοδινός, εισέφερε τη δική του εμπειρία μέσα από φίλους βιβλιοπώλες, που επιβεβαίωσαν πως «σώθηκαν» μέσα στα Χριστούγεννα, όπου όχι μόνο ισοσκέλισαν τις απώλειες, αλλά δούλεψαν για όλη τη χρονιά, χάρις στα δώρα σε βιβλία και στις άλλες προσφορές. Ο ίδιος διαπιστώνει μία μετατόπιση του αναγνωστικού κοινού, όπου άνθρωποι που πριν ούτε καν διάβαζαν ή διάβαζαν περιστασιακά, ξαφνικά ανέβηκαν επίπεδο, στρεφόμενοι ακόμη και σε σοβαρή λογοτεχνία. Δεν είναι μόνο ένα τυχαίο γεγονός κατά τον κ. Μοδινό, καθώς πολλές πηγές πληροφόρησης στράφηκαν στη λογοτεχνία, αλλά και πολλοί άνθρωποι λόγω του εγκλεισμού κατέφυγαν σε ηλεκτρονικά περιοδικά, αφού πλέον είχαν πολύ χρόνο και ενημερώθηκαν. Ακούγοντας τις εκδότριες, τόνισε ο κ. Μοδινός, σκέφθηκε πως «στην πρώτη καραντίνα περάσαμε από τη φάση της έκπληξης και του καταναγκασμού, δεν γνωρίζαμε τι εγκυμονεί το μέλλον. Τον Νοέμβριο όμως περάσαμε σε μία φάση κατατονίας, δεν είχαμε όρεξη να διαβάσουμε, να παράγουμε. Ωστόσο όταν δεν υπάρχει διάδραση μεταξύ των ανθρώπων, ακόμη και στις πιο καθημερινές δραστηριότητες, δεν υπάρχει επαφή με συναδέλφους, ανταλλαγή ιδεών και κριτικής, τούτο επηρεάζει και την ποιότητα της παραγωγής κι ίσως αυτή η συνέπεια να εμφανισθεί και στο μέλλον, να υπάρξει μία κάμψη στο περιεχόμενο και την ποιότητα της δημιουργίας. Ένας συγγραφέας ανανεώνεται με την ανταλλαγή εμπειριών, την ανανέωση υλικού. Υπάρχουν βέβαια και εσώκλειστα μοντέλα γραφής, αλλά εάν δεν ανανεώνεται η εμπειρία τότε δεν τροφοδοτείται το δημιουργικό απόθεμα. Τείνουμε να λησμονήσουμε τις βασικές ανθρώπινες σχέσεις και κοινωνικές λειτουργίες. Τα προβλήματα είναι οικονομικά, δομικά, οι νέοι βλέπουν να ανατρέπονται οι καθημερινές τους σχέσεις, αδυνατούν να φοιτήσουν στα πανεπιστήμια, αναστατώνεται η ερωτική και φιλική τους συναναστροφή.»

 

Σχηματοποιώντας ένα πρώτο συμπέρασμα από τη συζήτηση, ο Β. Χατζηβασιλείου επεσήμανε πως όπως προέκυψε το βιβλίο ως ειδικό προϊόν κι υπό τις ιδιάζουσες συνθήκες αυτές κατόρθωσε να επιβιώσει. Ο ίδιος πρόσθεσε πως και κατά την παρελθούσα οικονομική κρίση πολλοί στοχάζονταν πως και στην Κατοχή υπό πολύ δυσκολότερες συνθήκες εξακολουθούσαν κι έβγαιναν περιοδικά και γίνονταν σημαντικές θεωρητικές συζητήσεις, αποδεικνύοντας πως το βιβλίο αντέχει. Στη συνέχεια ρώτησε τους συνομιλητές του πως βλέπουν το άμεσο μέλλον του βιβλίου, μετά τα όσα έχουν συμβεί.

 

Παίρνοντας τον λόγο η κ. Πατάκη υπογράμμισε πως θα πρέπει να τελειώνουμε με την καραντίνα και την πανδημία. Συμφωνώντας με τον κ. Μοδινό, τόνισε κι εκείνη πως δεν αντέχεται άλλο αυτή η κατάσταση, ότι όλοι βρισκόμαστε στο όριο. Πρόσθεσε πως δεν θεωρεί ότι το μέλλον του βιβλίου θα επηρεασθεί αρνητικά από την πανδημία, εκείνο που φάνηκε είναι πως το βιβλίο απέδειξε την αξία του, πρακτικά κι όχι μόνο θεωρητικά. Η ίδια δεν θεωρεί ότι υπάρχει ένας σκληρός πυρήνας αναγνωστών, όπως υποστήριξε ο κ. Μπασκόζος, γιατί αυτοί αποτελούν ένα μικρό κομμάτι, που δεν βοηθά να μένει ζωντανό το βιβλίο. Αλλά από την εικόνα των πωλήσεων και τις προσωπικές επαφές που είχε η ίδια, συμπεραίνει ότι ακόμη κι άνθρωποι που δεν είχαν το βιβλίο ως σημαντικό κέντρο στη ζωή τους το ενέταξαν στην καθημερινότητά τους ως μέσον για να απασχοληθούν οι ίδιοι και τα παιδιά τους. Αφού, επεσήμανε η κ. Πατάκη, δεν βρισκόμαστε στη συνήθη φρενίτιδα να προλάβουμε κάτι, στη δουλειά και στο σπίτι μας, και δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τα συνήθη καθημερινά προβλήματα, η «βραδύτητα» κι ο λίγο περισσότερος ελεύθερος χρόνος που ξαφνικά διαθέτουμε έκανε τη διαφορά. Κι αυτό είναι θετικό. Με όλη την ανατροπή των καθημερινών συνθηκών και της αλαζονείας που μας επιβάλλουν, το βιβλίο απέδειξε πως είναι κάτι σημαντικό για την καθημερινότητά μας.

 

Για την κ. Σιόλα, το βιβλίο απέδειξε πως τελικά είναι είδος πρώτης ανάγκης. Τόσο η ίδια η κίνηση στα βιβλία, αλλά και η λαχτάρα του κόσμου, όπως καταδείχθηκε σε τούτη την περίοδο, απέδειξε πως το βιβλίο επέζησε γιατί το φυσικό βιβλιοπωλείο δεν αντικαθίσταται με τίποτε, παρά την ηλεκτρονική εξυπηρέτηση. Ακόμη και στη Γαλλία η αύξηση των πωλήσεων παρατηρήθηκε όταν τα βιβλιοπωλεία ήταν ανοικτά. Μάλιστα έφερε ως παράδειγμα την παρατήρηση που έκανε ο Γάλλος συγγραφέας Λεπελιέ (φετινό βραβείο Γκονκούρ) στην αντίστοιχη παρατήρηση για τις ηλεκτρονικές πωλήσεις που έκανε ο Γάλλος πρωθυπουργός, αντιτείνοντας με επιχειρήματα πως η φυσική επαφή στα βιβλιοπωλεία δεν αντικαθίσταται. Οι καινούργιες εκδόσεις βέβαια, κατά την κ. Σιόλα, ήταν λιγότερο προσιτές από τις παλαιότερες, γιατί οι αναγνώστες παρήγγειλαν κυρίως από προηγούμενους καταλόγους με εκδόσεις. Το βιβλιοπωλείο στο σημείο αυτό ως ενδιάμεσος κρίκος έπαιξε σημαντικό ρόλο. Σκληρός πυρήνας αναγνωστών ναι μεν υπάρχει, αλλά μία κοινωνία που δοκιμάζεται θα πρέπει παράλληλα να έχει την πολιτική και να είναι σε θέση να δημιουργήσει αναγνώστες, εκτίμησε η κ. Σιόλα. Η πρώτη επαφή πέρα από τα παιδικά βιβλία, τόνισε γίνεται στην εφηβεία κι έτσι εισηγήθηκε να ενισχυθεί ο θεσμός των σχολικών βιβλιοθηκών.

 

Από την πλευρά του ο κ. Τεμπονέρας, πλειοδότησε στα προηγούμενα, δηλώνοντας πως κατ' αυτόν μέλλον του βιβλίου είναι το φυσικό βιβλιοπωλείο, όμως δεν μπορεί να γίνει δουλειά εάν δεν υπάρξει και μία διαφοροποίηση των υπηρεσιών του με άλλες δραστηριότητες και βιβλιοφιλικά δρώμενα. Ο ίδιος δήλωσε περήφανος που οι «Πλειάδςε» κάνουν ακριβώς αυτό, είναι ένα ακραιφνώς βιβλιοφιλικό βιβλιοπωλείο και στις περιόδους που άνοιξαν είδαμε ότι εκεί ανέβηκε ο τζίρος κι ενισχύθηκε η σχέση αναγνώστη -συγγραφέα κι άλλα πολλά. Ο ίδιος εξέφρασε την αισιοδοξία του, αρκεί να τελειώσουμε με την πανδημία κι έπειτα όλα θα πάρουν τον δρόμο τους. Άλλωστε στην Ελλάδα δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να αντιμετωπίζουμε τα πάντα με αισιοδοξία, οι δείκτες δείχνουν πως είμαστε από τους τελευταίους στην ανάγνωση και θα πρέπει να μείνουμε ζωντανοί.

 

Ο κ. Μπασκόζος τόνισε πως η είσοδος των μεγάλων βιβλιοπωλείων, ανάγκασε τους εκδότες να αλλάξουν την προσέγγισή τους στην αγορά. Σύμφωνα με στοιχεία τα τελευταία χρόνια ξεπήδησαν πολλοί, νέοι εκδοτικοί οίκοι, που ανανέωσαν τη σχέση με τους συγγραφείς, τα βιβλιοπωλεία και με το αναγνωστικό κοινό. Ο ίδιος, επισημαίνοντας την έλλειψη στατιστικών, τόνισε πως ευελπιστεί πως με την αλλαγή τούτη μπήκαν νέοι συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοπωλεία στον χώρο. Η ανανέωση αυτή είναι εμφανής σε εκδοτικούς οίκους, συγγραφείς, βιβλιοπωλεία. Δεν κλείσανε, αλλά αντέξανε και ενίσχυσαν το κοινό τους κι οι οίκοι δεν σταμάτησαν την παραγωγή τους. Κι ένα τελευταίο ενθαρρυντικό στοιχείο, όπως τονίσθηκε, είναι το back list, δηλαδή οι παλιότεροι κατάλογοι, καθώς αποδείχθηκε πως το 67% αγοράζει παλιότερους τίτλους. Κι αυτό είναι πολύ καλό γιατί πολλοί καλοί παλιότεροι τίτλοι χάνονταν μέσα στην πληθώρα της έκδοσης νέων τίτλων κι υπερκαλύπτονταν.

Κι ο κ. Μοδινός συμφώνησε και πρόσθεσε πως αναφορικά με τους παλιούς τίτλους υπάρχουν δύο πλευρές. Εκδόσεις και παλιοί συγγραφείς επανέρχονται στο προσκήνιο, ενώ γίνονται και νέες εκδόσεις και μεταφράσεις παλαιότερων τίτλων, πιο προσεγμένες κι έγκυρες.

 

Στην παρέμβασή της στη διαδικτυακή συζήτηση, η δημοσιογράφος του ΑΠΕ-ΜΠΕ Νατάσα Δομνάκη επεσήμανε πως μέσα στην κατατονία που κυριαρχεί και καθώς το κοινό έχει κουρασθεί από το μονοπώλιο της ηλεκτρονικής πληροφόρησης, ηλεκτρονικής ανάγνωσης, που έχει φέρει η καραντίνα, με ευκολία στράφηκε σε πλατφόρμες όπως Νέτφλιξ και στην εικόνα. Βάζοντας το θέμα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ρώτησε εάν οι πλατφόρμες που καταργούν εξάλλου τις κινηματογραφικές αίθουσες, μπορούν επίσης να επηρεάσουν και το μέλλον της ανάγνωσης;

 

Απαντώντας πρώτος ο κ. Μοδινός δήλωσε πως κατ' αυτόν οι πλατφόρμες αυτές ενδέχεται και να ευνοήσουν την ανάγνωση. Ο βομβαρδισμός της εικόνας και της πληροφόρησης, τόνισε είναι τέτοιος, που το βιβλίο λειτούργησε ως διέξοδος κι ίσως τώρα αποτελέσει ένα μέσο καταφυγής από τη γενικότερη φρενίτιδα.

 

Πιάνοντας το νήμα της συζήτησης, ο κ. Μπασκόζος δεν συμμερίσθηκε την ίδια αισιοδοξία. Μάλιστα προέταξε το παράδειγμα της συζήτησής του με τον πρόεδρο του γερμανικού συνδικάτου εκδοτών, που πρόσφατα του είχε επισημάνει πως παρά την εκδοτική παραγωγή σημειώθηκε μικρή πτώση στις πωλήσεις λόγω Netflix στη χώρα. Και τούτο γιατί ενώ ήταν η περίοδος των δώρων, εκείνοι που ήθελαν να αγοράσουν κάποιο δώρο για τους φίλους τους σκέφθηκαν ότι αυτό προορίζεται για ανθρώπους που εν μέρει είναι εθισμένοι στην εικόνα, άρα δεν είχαν χρόνο και διάθεση να διαβάσουν, και κατά συνέπεια απέφυγαν να δωρίσουν βιβλία.

 

Η κ. Πατάκη επεσήμανε μία άλλη πτυχή. Αυτές οι πλατφόρμες παίρνουν ένα σημαντικό μερίδιο από τον κινηματογράφο, άρα κάποιος αντί για την έξοδο στον κινηματογράφο παραμένει στο σπίτι του κι εκεί, ελλοχεύει ο κίνδυνος αντί να διαβάσει να δει κάτι στην τηλεοπτική οθόνη. Πρόσθεσε όμως ότι από την άλλη, κατά το πλείστον οι σειρές αυτές βασίζονται σε βιβλία. Αυτός είναι ένας παράγοντας που δεν μπορούμε να τον εκτιμήσουμε απόλυτα. Από την εμπειρία από παλαιότερες σειρές που βασίζονται σε βιβλία η μεταφορά τους στην οθόνη ήταν θετική για τις εκδόσεις. Κι εκείνη τόνισε η κ. Πατάκη ενώ ήταν της άποψης πως ο κινηματογράφος δεν βοηθά σε γενικές γραμμές το βιβλίο να ξαναζήσει, οι σειρές όμως στο Netflix αποδείχθηκε πως βοήθησαν ακόμη και βιβλία που ενώ ήταν σημαντικά πέρασαν απαρατήρητα, όπως πχ το «Τσερνομπίλ» η μεταφορά του οποίου στην ομώνυμη σειρά βοήθησε στις πωλήσεις του βιβλίου. Όπως παλιά συνέβαινε και με τα σήριαλ βασισμένα σε βιβλία που προβάλλονταν στην τηλεόραση. Γενικώς βοηθούν να κρατηθεί μία ισορροπία.

 

Για την κ. Σιόλα, το φαινόμενο Netflix πήρε έκταση, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών. Ειδικά στην Ελλάδα, όπου εν πολλοίς είμαστε απομονωμένοι πολιτιστικά, χωρίς θέατρα, και συναυλίες, με τον κόσμο να βρίσκεται κλεισμένος στο σπίτι. Η ίδια τόνισε πως δεν βλέπει να υπάρχει κίνδυνος, γιατί το βιβλίο αποτελεί κομμάτι του πολιτισμού κι όταν επανέλθουμε σε κανονικούς ρυθμούς το Netflix κι άλλες σειρές δεν πρόκειται να το επηρεάσουν. Γι' αυτό επέμεινε η κ. Σιόλα στην ανάγκη για παραγωγή αναγνωστών, με την πολιτεία να μεριμνήσει και να βοηθήσει για να αναπτυχθούν σχολικές βιβλιοθήκες και άλλα κίνητρα για την ανάγνωση.

 

Κλείνοντας ο κ. Τεμπονέρας πρόσθεσε πως δεν θα μπει σε ένα τέτοιο δίλημμα --κινηματογράφος, σειρές ή βιβλίο. Και γι' αυτόν δεν υπάρχει κίνδυνος για την ύπαρξη του βιβλίου. Όπως επιχειρηματολόγησε υπάρχει μία σημαντική δεξαμενή συγγραφέων, εκδοτών και βιβλιοπωλείων, που σε γενικές γραμμές θωρακίζουν την ύπαρξη του βιβλίου.

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ