Γεννήθηκα στην Αθήνα, μεγάλωσα στα Εξάρχεια και ζω εκεί τα τελευταία σαράντα χρόνια. Δεν υπάρχουν πια οι χαρακτηριστικοί τύποι της γενιάς των Εξαρχείων. Εννοώ από τον Ιωάννου μέχρι τον Μίνω Βολανάκη. Από τον Κώστα Καραγιάννη μέχρι τον Λεωνίδα Χρηστάκη και τον Πάνο Κουτρουμπούση. Δεν υπάρχει κανένας πια. Δηλαδή, για κάποιον που έχει ζήσει πάρα πολλά χρόνια εδώ, νιώθει μοναξιά, απόλυτη μοναξιά.

 

Με στενοχωρεί να βλέπω την πλατεία Εξαρχείων να γίνεται τόπος επίθεσης αλλοδαπών κουλτουρών. Kαι με τη λέξη «αλλοδαπές» εννοώ το Αιγάλεω, το Περιστέρι, το Σύνταγμα, την Ομόνοια. Όλοι περνάνε μία βόλτα από τα Εξάρχεια, αλλά κανείς δεν τα αγαπάει. Τα Εξάρχεια μου θυμίζουν μία φράση που είπε πρόσφατα ο Θόδωρης Παπαντίνας σ' ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του: «Όλοι μου ζητάνε να πάω μία βόλτα, αλλά κανείς δεν με παίρνει τηλέφωνο».

 

• Η Αθήνα έχει τρομοκρατημένους ανθρώπους. Και οι τρομοκρατημένοι άνθρωποι φτιάχνουν τα γκέτο. Η Αθήνα είναι κλειστή. Οι Αθηναίοι είναι κλειστοί. Δηλαδή, ο Πακιστανός μπορεί να περάσει ελεύθερος από την πλατεία Κολωνακίου; Λογικό δεν είναι να πάει στη Βάθη και να φτιάξει μια μικρή κοινότητα; Kατηγορούμε τους ξένους ότι έχουν κάνει γκέτο, αλλά εμείς τους ωθήσαμε να το κάνουν.

 

• Ο κινηματογράφος μου κόλλησε όταν ήμουν μικρός. Έμενα στη Λιοσίων στο ακριβώς απέναντι σπίτι από εκεί που είναι σήμερα το Gagarin. Προσπαθούσα να δω σινεμά στην «Αθηναία», που ήταν ο θερινός κινηματογράφος απέναντι. Το Για μια χούφτα δολάρια, που ήταν ακατάλληλο δι' ανηλίκους. Τότε στα εισιτήρια υπήρχε κι ένας εφοριακός που ήλεγχε κι ένας αστυνομικός.

 

Δεν ήταν όπως όταν πηγαίνεις σινεμά τώρα. Και φυσικά ήταν αδύνατο να μπω μέσα. Ανέβηκα σε μία αχλαδιά που ήταν απ' έξω. Ε, το κλαδί όπου καθόμουν έσπασε, έπεσα, χτύπησα το κεφάλι και έπαθα διάσειση. Από τότε λαλάω και τραγουδάω στο μπάνιο και παντού δηλαδή. Και όποιον πάρει ο Χάρος. Και όταν ξύπνησα, ήθελα να γίνω «σινεμάς». Όταν με ρώταγαν τι θα ήθελα να γίνω, έλεγα «σινεμάς». Δεν ήξερα τι ακριβώς, αλλά ήθελα να ασχοληθώ με το σινεμά.

 

Αυτή η ιστορία του «ερωτισμού», ο καθωπρεπισμός στην Ελλάδα, έχουν κάνει πολλές ταινίες να περάσουν στο περιθώριο και μόνο χάρη στο πείσμα κάποιων ανθρώπων κατάφεραν να βγουν από την αφάνεια. Θεωρώ ότι το να ρίξεις μια ματιά και σε αυτό το σινεμά είναι ιστορία, είναι μελέτη. Το σεξ είναι πολύ σημαντικό στη ζωή των ανθρώπων, αλλά η σεμνοτυφία και η ευλάβεια με την οποία το αντιμετώπισε η κοινωνία μας μάς κάνει να μοιάζουμε με ένα ακάθαρτο σαλονάκι που περιμένει επισκέπτες και για να φαίνεται καθαρό το σκουπίζουμε και ρίχνουμε τη σκόνη και τη βρομιά κάτω από το χαλάκι.

 

• Ευτύχησα να είμαι βοηθός και του Κώστα Καραγιάννη και του Γιάννη Δαλιανίδη, δύο πολύ αμφιλεγόμενων κινηματογραφιστών εκείνης της εποχής. Πετυχημένων όμως. Από τον ένα έμαθα τι σημαίνει παρακμή, από τον άλλον τι σημαίνει glamorous. Δύο τελείως διαφορετικά άκρα. Μετά δούλεψα με τον Φέρρη, τον Νικολαΐδη και άλλους.

 

Δούλεψα σε ταινίες του εξωτερικού. Έβαλα το χεράκι μου να γίνουν τα γυρίσματα της ταινίας του Κόπολα, Ιστορίες της Νέας Υόρκης, εδώ στην Ακρόπολη. Δεν μπορώ να πω ότι έχασα τα καλύτερα. Αλλά γενικώς πιστεύω πως τα καλύτερα έρχονται. Και στο σινεμά και στη ζωή. Τι είναι καλό; Kαλό είναι να δημιουργείς συνέχεια και να μη σταματάς.

 

• Παρακολουθούσα από πολύ παλιά την κουλτούρα του ερωτικού σινεμά. Όχι αυτό καθαυτό το σινεμά. Την κουλτούρα των ανθρώπων που πηγαίνανε. Πηγαίναμε και κάναμε πλάκες με τον συγχωρεμένο τον Βαγγέλη Κοτρώνη. Καθόμασταν στη μέση ενός κινηματογράφου, ανοίγαμε τις ομπρέλες, και καλά ότι θα βρέξει.

 

Ή μια άλλη φορά προσπαθήσαμε να ψήσουμε ρέγκες σ' έναν κινηματογράφο στην Πατησίων, το Αλάσκα. Κάπου το '86 είχε απ' έξω έναν τεράστιο πιγκουίνο που έλεγε «η αίθουσα δροσίζεται». Το καλοκαίρι όλοι οι εμποροϋπάλληλοι πήγαιναν εκεί το μεσημέρι για να κοιμηθούν μια-δυο ώρες και να ξαναγυρίσουν στη δουλειά τους. Ψήναμε ρέγκα και αυτοί νόμισαν ότι έπιασε φωτιά και κάλεσαν την Πυροσβεστική.

 

Αυτή η ιστορία του «ερωτισμού», ο καθωπρεπισμός στην Ελλάδα, έχουν κάνει πολλές ταινίες να περάσουν στο περιθώριο και μόνο χάρη στο πείσμα κάποιων ανθρώπων κατάφεραν να βγουν από την αφάνεια. Και θα σου πω ότι η Ευδοκία του Δαμιανού δεν θα ήταν σήμερα αυτό που είναι, αν δεν υπήρχε ο Γιώργος Χρονάς να την ανασύρει από εκεί που την ανέσυρε. Γιατί όταν βγήκε, ήταν μία αποτυχία. Δεν δούλεψε η ταινία.

 

Θεωρώ ότι το να ρίξεις μια ματιά και σε αυτό το σινεμά είναι ιστορία, είναι μελέτη. Δεν είναι εξάσκηση της ηδονοβλεψίας. Bλέπεις μια ολόκληρη κοινωνία και τον τρόπο που εξελίχθηκε. Το σεξ είναι πολύ σημαντικό στη ζωή των ανθρώπων, αλλά η σεμνοτυφία και η ευλάβεια με την οποία το αντιμετώπισε η κοινωνία μας μάς κάνει να μοιάζουμε με ένα ακάθαρτο σαλονάκι που περιμένει επισκέπτες και για να φαίνεται καθαρό το σκουπίζουμε και ρίχνουμε τη σκόνη και τη βρομιά κάτω από το χαλάκι.

 

• Το ντοκιμαντέρ Σινεμά Γυμνό που φτιάξαμε με τον Δημήτρη Κολιοδήμο ξεκινάει από το 1931 που γυρίζει ο Λάσκος το Δάφνις και Χλόη. Είναι δώδεκα ώρες ταινία. Πρέπει να σου πω με λύπη μου πως από πέρυσι που τελείωσε το ντοκιμαντέρ έχουν πεθάνει πέντε ανθρώποι. Η Λουκία η Ρικάκη, ο Παπακώστας, ο Τάσσιος, ο Νίκος ο Αντωνάκος, ο Γιάννης ο Δαλιανίδης. Εκείνη τη στιγμή εγώ και ο Δημήτρης είπαμε να προλάβουμε όσο ζουν μερικοί άνθρωποι.

 

Μέσα στο ντοκιμαντέρ μιλάει ένας άνθρωπος που τον έψαχνα δέκα χρόνια. Ο «μεγάλος Μπέρτο» έχει υπογράψει μεγάλη σειρά ταινιών πορνό και είχε το σημερινό Tessera στην Πειραιώς, που ήταν ναός του πορνό και του σεξ. Αυτό τον άνθρωπο τον έψαχνα δέκα χρόνια. Και τον ανακάλυψα πάνω σ' ένα βουνό στο Αιγάλεω. Και μίλησε. Και νομίζω ότι είναι σημαντικό να καταγράφονται μερικές λεπτομέρειες. Ή υπάρχουν άλλες λεπτομέρειες που δεν τις ξέρει ο κόσμος. Πολλοί έχουν ταυτίσει την Τίνα Σπάθη με το πορνό. Η Τίνα Σπάθη, λοιπόν, δεν έχει κάνει πορνό. Έχει κάνει ερωτικές ταινίες. Κανείς δεν ξέρει ότι μετά την Τίνα Σπάθη υπήρξαν άλλες τέσσερις «Τίνα Σπάθη» που χρησιμοποίησαν το όνομά της.

 

• Ο Γκοντάρ λέει πως «κάθε ταινία έχει τουλάχιστον έναν θεατή, αυτόν που την έφτιαξε». Κάθε ταινία έχει μια αξία. Ακόμη και το πιο τρομακτικό σκουπίδι. Είναι το πάθος που μετράει όταν κάνεις κάτι. Δεν έχει σημασία το αποτέλεσμα. Δικαίωμα στην επιτυχία και στην αποτυχία έχουν όλοι. Και ένας πολύ μεγάλος σκηνοθέτης μπορεί να κάνει μια πατάτα. Και ένας πολύ ταπεινός να κάνει κάτι πολύ ωραίο. Αν έλειπε η υποκρισία, δεν ξέρω αν θα δίναμε περισσότερη σημασία σε αυτές τις ταινίες, θεωρώ, όμως, ότι η χούντα ήταν που έσπρωξε τους ανθρώπους εκεί.

 

Οι άντρες ήταν πολύ καταπιεσμένοι από την μπότα του αρχιφύλακα και ξεσπούσαν είτε στο γήπεδο, είτε στα σινεμά, είτε στο σπίτι, κάνοντας τον «άντρα» στη γυναίκα τους. Μην ξεχνάς πως κατά τη διάρκεια της χούντας το πιο συνηθισμένο στα αστυνομικά χρονικά ήταν ο ξυλοδαρμός συζύγου. Αυτό που μπορώ να σου πω είναι πως αν υπήρχε λιγότερη υποκρισία, αυτή η χώρα θα μπορούσε ν' αναγνωρίσει την κατάστασή της, θα μπορούσε να κάνει μια αυτοδιάγνωση.

 

• Νιώθω ότι είμαι ένας πολύ συνηθισμένος, βαρετός άνθρωπος, κάνω μια συνηθισμένη, βαρετή, αστική ζωή, έχω τις ίδιες βαρετές, αστικές συνήθειες και κάνω τον κύκλο της ζωής μου. Πιστεύω ότι όλοι εφησυχάζουν, όλοι είναι βολεμένοι. Το να γράψεις ένα ποίημα θέλει ένα βάσανο, ένα σφίξιμο στο στομάχι και για δύο, τρεις, πέντε ώρες να κοιλοπονέσεις. Το ντοκιμαντέρ που έκανα το κοιλοπόνεσα έναν χρόνο. Θυμάμαι τον Μίνω τον Βολανάκη, που όταν μετέφραζε, χανόταν, καθόταν στην πλατεία, έπινε έναν καφέ, πέρναγες, του μίλαγες και δεν σήκωνε τα μάτια του να σε κοιτάξει. Ήξερες ότι δεν έπρεπε να τον ενοχλήσεις.

 

• Πιστεύω ότι μπορείς να γράψεις για πράγματα που δεν έχεις ζήσεις. Όπως επίσης πιστεύω ότι μπορείς να σκηνοθετήσεις πράγματα που δεν έχεις ζήσει. Μπορείς να τραγουδήσεις για πράγματα που δεν έχεις ζήσει. Όμως, τη δημιουργία ο άνθρωπος τη βρίσκει μέσα από τη συντριβή του. Και το '70 και το '80 και το 2000, την εποχή που ονόμασες «εποχή του χασμουρητού», οι πιο πολλοί ξεκινούσαν με το εξής μότο: « Θα τους γαμήσω όλους». Θα κάνω ένα βιβλίο, μια ταινία, θα τους γαμήσω όλους.

 

Μόνο, όμως, αν πάψεις ν' ασχολείσαι με τους άλλους μπορείς ν' απελευθερωθείς και να δημιουργήσεις. Ίσως έχουμε μια ελπίδα, αν φτάσουμε στην καταστροφή, στην πλήρη καταστροφή, να βγουν άνθρωποι με πολλές ευαισθησίες, που να κοιτούν διαφορετικά τον διπλανό του. Πιστεύω ότι κάτι μπορεί να γίνει.