Εκείνη η πνιγηρή αίσθηση που μου είχε προκαλέσει το Suntan, όταν το είχα πρωτοδεί στο σινεμά το 2016, επέστρεφε κάθε φορά που το ξαναέβλεπα στην τηλεόραση. Η προηγούμενη, αριστουργηματική κατά τη γνώμη μου, ταινία του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου –που ωστόσο είχε διχάσει αρκετά και, μεταξύ άλλων, έκανε σταρ μέσα σε μια νύχτα την Έλλη Τρίγγου– μου είχε δημιουργήσει τεράστιες προσδοκίες για το επόμενο βήμα του σκηνοθέτη, που εκτιμούσα ήδη από το Bank Bang και –κυρίως– το Wasted Youth, κι έτσι, μόλις έμαθα ότι τα γυρίσματα του Monday βρίσκονταν σε εξέλιξη στην Αθήνα, έσπευσα να εξασφαλίσω την άδεια για να βρεθώ για μια μέρα στο σετ.

 

Η ημερομηνία είναι η 20ή Νοεμβρίου 2018 (πέρασαν κιόλας δυόμισι χρόνια!), έχει συννεφιά και ζέστη και το όρντινο περιλαμβάνει πρωινό γύρισμα στο διαμέρισμα του Μίκι στην Κυψέλη, για σκηνές που τοποθετούνται κάπου στη μέση της ταινίας, αφού σχεδόν έχει χειμωνιάσει πια – τα γυρίσματα είχαν ξεκινήσει το καλοκαίρι και περιλάμβαναν και την Αντίπαρο.

 

Θα ακολουθούσαν εκείνες οι viral εικόνες με τον Μίκι και την Κλόι γυμνούς πάνω σε ένα μηχανάκι στη χριστουγεννιάτικη Αθήνα. Όπου Μίκι, ο Σεμπάστιαν Σταν, γνωστός τότε από τα οσκαρικά I, Tonya και Martian του Ρίντλεϊ Σκοτ και κυρίως ως Winter Soldier στο σύμπαν της Marvel (Captain America, Avengers) – πρόσφατα ανέβασε στο Instagram του μια ανάμνηση από εκείνη την ημέρα, γυμνός στην άδεια Πανεπιστημίου.

 

Η αποχή του ελληνικού σινεφίλ κοινού τόσους μήνες από τα σινεμά έχει δημιουργήσει μεγάλη προσμονή για μια ταινία που συνδυάζει όσα μας έχουν λείψει: καλοκαίρι, ερωτικές ιστορίες, σεξ, διεθνείς φωτογενείς πρωταγωνιστές, Αθήνα και νησιά επί της οθόνης, και όλο αυτό σε θερινή αίθουσα.

 

Το στόρι, όπως έχει γίνει γνωστό πια, ακολουθεί τον καλοκαιρινό έρωτα του Μίκι και της Κλόι, δύο Αμερικανών στην Αθήνα, και το «μετά» της Δευτέρας.

 

Φτάνω στη Φωκίωνος και ανεβαίνω στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου που «φωνάζει» παλιά Αθήνα. Είναι εκπληκτικό πώς ο κάθε χώρος ενός κανονικού σπιτιού, που δεν είναι στούντιο, μεταμορφώνεται μέσα σε λίγη ώρα σε σετ για τις ανάγκες κάθε σκηνής, πώς όλα τα props τοποθετούνται σε συγκεκριμένες θέσεις, πόσο προσεκτικό είναι το ρακόρ, πώς όλοι απομακρύνονται και βρίσκονται σε συγκεκριμένα σημεία πριν από το «action!». Είναι πολύ δύσκολο και είναι η μαγεία του σινεμά.

 

Μια μέρα στα γυρίσματα του «Monday»
Ο διευθυντής φωτογραφίας Χρήστος Καραμάνης, ο μπούμαν Δημήτρης Ρουχίτσας και ο Μανού Τιλίνσκι (δεύτερη κάμερα) με τον σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλο. Φωτ.: Δέσποινα Σπύρου

 

Το διαμέρισμα του Μίκι, λοιπόν, έχει διακόσμηση «γιαγιάς», με παρκέ, ταπετσαρίες, βαριούς καναπέδες, πολυθρόνες και χαλιά, πικάπ με δίσκους, πολλά βιβλία, στυλ αρ ντεκό.

 

Και ξαφνικά είναι και οι δύο μπροστά μου. Ένας σταρ του Χόλιγουντ και μια σημαντική Ιρλανδή ηθοποιός (η Ντενίζ Γκαφ, που υποδύεται την Κλόι). Ο Σεμπάστιαν Σταν με casual ντύσιμο και παλιά, λευκά, φθαρμένα Stan Smith. Η κάμερα αρχίζει να γράφει μια διαλογική σκηνή που εκτυλίσσεται στο σαλόνι. O Αργύρης είναι σε άλλο δωμάτιο και παρακολουθεί το μόνιτορ. Επικρατεί απόλυτη ησυχία. Φυσικά, ένα παλιό διαμέρισμα στην Κυψέλη δεν έχει την καλύτερη ηχομόνωση και από κάπου ακούγεται μια γάτα. Το ξαναπάνε. Συνολικά τραβάνε τρεις λήψεις. Cut!

 

«Δεν είμαστε και λίγοι οι χορτοφάγοι τελικά, είμαστε τουλάχιστον πέντε-έξι» μου λέει ο Αργύρης λίγο αργότερα στο lunch break του, όταν βρίσκουμε λίγο χρόνο για να μου πει δυο λόγια. «Το στόρι εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια κάποιων μηνών, είναι αποσπασματικό και βλέπουμε κυρίως Σαββατοκύριακα από τη ζωή τους. Ο Μίκι είναι ένας DJ που αγάπησε την Αθήνα, έκανε φίλους εδώ και αποφάσισε να μείνει μόνιμα. Ο δρόμος του διασταυρώθηκε με της Κλόι σε ένα πάρτι. Η γνωριμία τους είναι εμπνευσμένη από μια αληθινή ιστορία που έχει συμβεί σε ένα από τα πάρτι μου στο Μάτι. Όταν ξύπνησα την επόμενη μέρα και μου την περιέγραψαν, είπα ότι σίγουρα θα γινόταν ταινία κάποια στιγμή. Με αυτή την ιδέα και κάποιες άλλες, από δικές μου σχέσεις ή φίλων μου, με σκόρπιες σημειώσεις, βρήκα τον σεναριογράφο μου, τον Ρομπ Χέιζ, του τα είπα, έβαλε κι αυτός τα δικά του και φτιάξαμε μαζί το Monday».

 

Μια μέρα στα γυρίσματα του «Monday»
Η γνωριμία τους είναι εμπνευσμένη από μια αληθινή ιστορία που έχει συμβεί σε ένα από τα πάρτι μου στο Μάτι. Όταν ξύπνησα την επόμενη μέρα και μου την περιέγραψαν, είπα ότι σίγουρα θα γινόταν ταινία κάποια στιγμή. Φωτ.: Δέσποινα Σπύρου

 

Μερικές εβδομάδες πριν ξεκινήσει το γύρισμα, χτύπησε η πολύνεκρη τραγωδία στο Μάτι, όπου διατηρεί σπίτι ο Αργύρης. «Ήταν μαύρες μέρες. Εγώ έχω μεγαλώσει εκεί, δεν είμαι απλώς ένας παραθεριστής. Γεννήθηκα καλοκαίρι, με πήραν από το μαιευτήριο και με πήγαν στο Μάτι. Είναι όλα τα χρόνια της αθωότητας, η παιδική μου ηλικία, οι γονείς μου, οι φίλοι μου, τα τρίμηνα που πέρναγα εκεί κάθε καλοκαίρι με έχουν διαμορφώσει. Τελείως τυχαία έλειπα, κανονικά και εγώ και όλη μου η οικογένεια θα ήμασταν εκεί. Δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό μας» περιγράφει, καθώς θυμάται τα πρόσφατα τότε γεγονότα και σπεύδω να αλλάξω κουβέντα για να μη βαρύνει κι άλλο το κλίμα.

 

Τον ρωτώ γιατί επέλεξε η πρώτη του αγγλόφωνη δουλειά να διαδραματίζεται στην Ελλάδα και αν αυτό θεωρεί ότι θα είναι κάποιο είδος μετάβασης προς το εξωτερικό. «Δεν ξέρω αν θα είναι μεταβατικό με την έννοια του αν θα φύγω ή όχι, είναι κάτι που θα γίνει μόνο του και δεν θα με ρωτήσει. Η ιδέα της ταινίας είναι “Μάτι - Κυψέλη - Αντίπαρος”, δηλαδή μέρη που σημαίνουν πολλά για μένα. Αυτό που ήθελα είναι να κάνω την πρώτη μου μεγάλη διεθνή αγγλόφωνη ταινία, πες την όπως θέλεις, αλλά στην πραγματικότητα το βήμα να είναι μόνο η γλώσσα. Κατά τα άλλα, δουλεύω σε ένα περιβάλλον που το ξέρω και με ανθρώπους οι οποίοι είναι δίπλα μου πάντα, αφού έχουμε κάνει μαζί τρεις ταινίες και πεντακόσια διαφημιστικά, έτσι ώστε ό,τι κι αν πάθω, να είμαι σε ασφαλή χέρια.

 

Η καθοδήγηση των ηθοποιών μου μοιάζει ίδια. Απλώς τους μιλάω σε άλλη γλώσσα. Μπορεί να έχουν μεγάλες καριέρες στο Χόλιγουντ και στην Αγγλία, αλλά ήξεραν από την αρχή σε ποιες συνθήκες έρχονται να δουλέψουν. Δηλαδή ότι κάνουμε μια ανεξάρτητη ελληνοαμερικανική παραγωγή. Επειδή κι εκείνοι έχουν κάνει κι άλλες μικρές ταινίες “δημιουργών” στις χώρες τους, ξέρουν να κάνουν switch πολύ γρήγορα.

 

Νομίζω ότι έχουν αγαπήσει τον τρόπο που δουλεύουμε εδώ, κανείς δεν πηγαίνει το πρωί στο γύρισμα σαν να πηγαίνει στη δουλειά αλλά με έναν άλλο ενθουσιασμό. Νομίζω ότι τους έκαναν καλό και μερικές μέρες που περάσαμε στη Μεσσηνία, πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα, και μετά, όταν πήγαμε στην Αντίπαρο, που πέσαμε πάνω στην απεργία των πλοίων και μείναμε τρεις μέρες παραπάνω. Όλο αυτό τους βοήθησε να αγαπήσουν τη χώρα. Τώρα που γύρισαν, βλέπουν μια πιο γκρι Αθήνα, με βροχές, που μάλλον δεν είχαν φανταστεί. Εμείς, ως ντόπιοι, μπορεί να βλέπουμε συνέχεια τα κακά της, αλλά αυτό το χάος για τους ξένους είναι συναρπαστικό και πολύ γοητευτικό. Βρίσκουν πολύ σέξι την Αθήνα».

 

Μια μέρα στα γυρίσματα του «Monday»
Ο Αργύρης συνοψίζει: «Είναι μια ταινία που με κάποιον τρόπο πιστεύω ότι θα αγγίξει οποιονδήποτε έχει ζήσει μια έντονη ερωτική σχέση. Έχει κομμάτια από τις σχέσεις πολλών ανθρώπων, συμπυκνωμένα στην ιστορία ενός ζευγαριού». Φωτ.: Δέσποινα Σπύρου

 

Σε κάποιο επόμενο διάλειμμα ξεκλέβω μερικά λεπτά για να μιλήσω με τον Σεμπάστιαν Σταν. Βρισκόμαστε στην κρεβατοκάμαρα του σπιτιού και ο ίδιος δείχνει πολύ κουρασμένος – το γύρισμα έχει ξεκινήσει από πολύ νωρίς. Φαντάζομαι ότι δεν θα καταφέρω να του πάρω λέξη. «Σε πειράζει να ξαπλώσω όσο μιλάμε;» μου λέει. Κι όμως, μπροστά μου έχω έναν απίστευτο επαγγελματία, που μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα κουρδίζεται, σκάει ένα μεγάλο χαμόγελο και καταλαβαίνει ότι, μερικές μέρες μετά την εμφάνισή του στο σόου του Τζίμι Κίμελ, πρέπει απλώς να μιλήσει, έστω και λίγο, σε έναν Έλληνα δημοσιογράφο. Το εκτιμώ απίστευτα, δεν μπορώ να μη σκεφτώ αυτόματα κάποιους από τους εγχώριους συναδέλφους του.

 

«Και ο Σεμπάστιαν και ο Μίκι αισθάνονται κουρασμένοι, κατεστραμμένοι και με τζετ-λάγκ. Είναι το ίδιο άτομο αυτήν τη στιγμή» ξεκινά να μου λέει. «Η ελευθερία που νιώθω δουλεύοντας στην Αθήνα είναι το καλύτερο πράγμα για μένα από τη συμμετοχή μου στο Monday. Η φύση της ταινίας είναι ελεύθερη, η δημιουργικότητα είναι το ζητούμενο και αυτό το εκτιμώ τόσο πολύ. Ό,τι κάνουμε μου φαίνεται πολύ αυθεντικό, οι άνθρωποι, οι σχέσεις που έχουμε αναπτύξει… Τα έχω αγαπήσει όλα αυτά. Το μόνο που μου φαίνεται παράξενο είναι το πόσο νεκρές είναι οι Κυριακές εδώ – που στην πραγματικότητα είναι τέλειο, όλοι θα έπρεπε να έχουμε αυτό το προνόμιο, την “Κυριακή στην Ελλάδα”».

 

Μια μέρα στα γυρίσματα του «Monday»
Σεμπάστιαν Σταν και Γιώργος Πυρπασόπουλος. Φωτ.: Δέσποινα Σπύρου

 

Λίγο αργότερα πετυχαίνω και την Ντενίζ Γκαφ, που προτιμά να βγούμε για λίγα λεπτά έξω και να καθίσουμε σε ένα παγκάκι στη Φωκίωνος. «Όταν είδα το Suntan ήξερα ότι ήθελα πολύ να δουλέψω με τον Αργύρη. Νιώθω μεγάλη ασφάλεια και τεράστιο ενθουσιασμό» μου λέει. Συμφωνεί κι εκείνη ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα είναι φανταστικοί, αλλά μου περιγράφει πόσο δυσκολεύεται επειδή δεν μιλά τη γλώσσα. «Είναι εξοργιστικό, θέλω να μπορώ να καταλαβαίνω τι λένε οι πάντες. Δεν αντέχω να μην μπορώ να επικοινωνήσω».

 

Τελικά, παρά τις μεγάλες καθυστερήσεις λόγω πανδημίας (το Monday είχε επιλεγεί για το περσινό φεστιβάλ της TriBeCa, που ακυρώθηκε λόγω Covid, έκανε τη διεθνή πρεμιέρα του στο Τορόντο τον Σεπτέμβριο και κυκλοφόρησε στην Αμερική τον Απρίλιο), μάλλον το timing θα λειτουργήσει τέλεια για την πορεία του στην Ελλάδα. Η αποχή του ελληνικού σινεφίλ κοινού τόσους μήνες από τα σινεμά έχει δημιουργήσει μεγάλη προσμονή για μια ταινία που συνδυάζει όσα μας έχουν λείψει: καλοκαίρι, ερωτικές ιστορίες, σεξ, διεθνείς φωτογενείς πρωταγωνιστές, Αθήνα και νησιά επί της οθόνης, και όλο αυτό σε θερινή αίθουσα.

 

Ο Αργύρης συνοψίζει: «Είναι μια ταινία που με κάποιον τρόπο πιστεύω ότι θα αγγίξει οποιονδήποτε έχει ζήσει μια έντονη ερωτική σχέση. Έχει κομμάτια από τις σχέσεις πολλών ανθρώπων, συμπυκνωμένα στην ιστορία ενός ζευγαριού».

 

 

Το «Monday» έρχεται στα θερινά σινεμά στις 24/6 από την Tulip.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.