Καθένας το χαβά του, «στον καθένα το σινεμά του». Αυτός είναι ο τίτλος του αφιερώματος του φεστιβάλ για τα γενέθλιά του, με τρίλεπτες μικρού μήκους φτιαγμένες από τους σκηνοθέτες που έφτιαξαν –εκτός από το μεγάλο αφεντικό, τον Ζιλ Ζακόμπ– την καλή και την κακή φήμη των Καννών. 35 σκηνοθέτες μαζεύτηκαν και ξανακαταπιάστηκαν με την τέχνη της νιότης τους, τη συμπυκνωμένη έκφραση μιας ιδέας στη μορφή της σινεφιλικής ιστοριούλας. Πιο απλός, ο Τακέσι Κιτάνο. Πιο παιχνιδιάρηδες, οι Τζόελ και Ίθαν Κοέν (ένας καουμπόι πάει σε ένα σινεμά και δεν ξέρει αν πρέπει να διαλέξει Ρενουάρ ή Μπίλγκε Τσεϊλάν!). Πιο ειλικρινής, ο Ρομάν Πολάνσκι: παραδέχτηκε πως έχασε τη φόρμα στα μικρού μήκους. Πιο πομπώδης, ο Τεό. Πιο απαισιόδοξος, ο Κεν Λόουτς. Και ρεαλιστής ίσως, με μια ιστορία όπου ένας μπαμπάς με ένα γιο δεν βρίσκουν ταινία της προκοπής να δούνε σε ένα σινεμά, και συμφωνούν να πάνε στο κοντινότερο γήπεδο.

Στο κανονικό πρόγραμμα, μέχρι και τη Δευτέρα το μεσημέρι, καλύτερη ταινία που είδα ήταν το 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες, του Ρουμάνου Κριστιάν Μουνγκίου. Το βαρύ τίμημα μιας έκτρωσης, για το έκτρωμα του τσαουσεσκικού κομμουνισμού. Ρεαλιστικό χρονικό και εύγλωττη αλληγορία, χωρίς σκόρπια λόγια και περιττές σκηνές. Ταινία με σκηνοθετική δύναμη και καταπληκτική ερμηνεία από την Αναμαρία Μαρίνκα. Υπέροχη από την αρχή μέχρι το τέλος.

Η αρχή και το τέλος ήταν δύο σχετικές έννοιες στον Εξοστρακισμό του Ρώσου Σβιάγκιντσεφ. Τα τελευταία 20 λεπτά μάς ξεναγούν στα γεγονότα μιας ιστορίας με χριστιανικά σύμβολα, ταρκοφσκική εικονογράφηση, παρατραβηγμένη αφήγηση, ζωγραφικά κάδρα και ένα πάρα πολύ ωραίο θέμα: τη μοναξιά μιας γυναίκας στη μέση της ζωής της, πριν φύγουν τα παιδιά της και πριν ξεχάσει ποιων γονιών υπήρξε και η ίδια παιδί. Όντως, η μέση στη διαδρομή καταγωγή - κληρονομιά μπορεί να είναι ένα σκληρό ζήτημα, και μόνο ψήγματα αυτού του δράματος κολυμπάνε σε αυτή την ποιητικά πολύπλοκη και μουσκεμένη ταινία.

Οι Κοέν, Κοέν. Το No Country for Οld Μen είναι μυστήριο τρένο, με πολλούς και τρελούς φόνους, καμιά απολογία, έναν all time classic παρανοϊκό (Χαβιέρ Μπάρδεμ) και ένα φινάλε που δίνει νέο νόημα στον όρο αντικλιμάκωση. Ο κόσμος μας δεν είναι πλασμένος για γέρους γιατί πολλοί δεν προλαβαίνουν να γεράσουν, και όσοι το πετύχουν είναι πολύ κουρασμένοι για να κάτσουν και να το απολαύσουν. Αναμενόμενο στιλ αλλά πάντα αναπάντεχο περιεχόμενο, καθώς οι Κοέν δεν σταματούν να είναι εφευρετικοί, υπηρετώντας τον μηδενισμό και τη ματαιότητα με χαρακτήρες απατηλούς, παστωμένους με κινηματογραφική ηλιθιότητα.

Μου άρεσε το Control, η βιογραφία γύρω από τον σύντομο και στενόχωρο βίο του Ίαν Κέρτις των Joy Division. Εκτός από τον πειστικό πρωταγωνιστή, που τραγούδησε μια χαρά τα πένθιμα εμβατήρια του συγκροτήματος, είχε ενδιαφέρον η απίστευτα μικροαστική αντίληψη του Κέρτις για τη ζωή και τις ενοχές γύρω από τα διλήμματά του, η ανάποδη όψη αλλά και το τόσο φυσιολογικό κίνητρο για έναν καλλιτέχνη που ξεφεύγει από μια ασφυκτική μιζέρια (και συνήθως περνάει καλύτερα, εκτός αν έχει κατάθλιψη και επιληψία, όπως ο Κέρτις, ο οποίος υπέκυψε στα «τραύματά» του μόλις στα 23 του).

Ο Γκας Βαν Σαντ έκανε μια απ’ τα ίδια. Βασικά ήθελε να κινηματογραφήσει τους οριακούς αγγέλους του πάνω στα skate τους και βρήκε μια πρόφαση με
τη μορφή σεναριακού εμβολίου: ένας τυχαίος φόνος και οι ψυχολογικές συνέπειες στη ζωή ενός ανέκφραστου εφήβου που κυκλοφορεί με ένα πατίνι. Ακόμη κι έτσι, ο Βαν Σαντ ξέρει να το πάει το γράμμα. Το αγκίστρι στο έργο είναι ότι ο ήρωας μετά την πράξη του έψαχνε σε ποιον να το πει και δεν υπήρχε κανείς αξιόπιστος άνθρωπος στο διάβα του, στο σπίτι του, στο θελκτικό Paranoid Park – πουθενά.

Ο Γουόνγκ Καρ Βάι χάθηκε στην Αμερική, την ωραία Αμερική των μύθων και των τοπίων που συνήθως καταπίνει όποιον ξένο δημιουργό πάει να την εξετάσει, να τη δει αλλιώς, να τη θαυμάσει ή να ξιφουλκήσει εναντίον της με την αμφίβολη ματιά του καλλιτέχνη που δεν μπορεί να ξεχάσει την υπογραφή
του και αισθάνεται πως, ειδικά στη Αμερική, πρέπει να αφήσει φαρδιά πλατιά και τη δική του στάμπα. (Πώς την είχε γλιτώσει ο Βέντερς με το Παρίσι, Τέξας;
Ειδικά με τα υπόλοιπα που έκανε μετά;) Το Blueberry Νights είναι μια ενδιαφέρουσα θεωρία αγάπης, με ένα ωραίο, μακρύ φιλί ανάμεσα στον Τζουντ Λο και την άπειρη Νόρα Τζόουνς.

Και φυσικά υπάρχει το Zodiac, μεγάλο έργο από τον Φίντσερ, η απαρχή και η εξάπλωση του φόβου και της παράνοιας, ένα χτύπημα μεγατόνων στην καρδιά της Αμερικής των λουλουδιών και της τσιχλόφουσκας. Αυτό που το κάνει δυνατό είναι η τελετουργική έρευνα για τον serial killer του τίτλου, η εμμονική αφοσίωση των διωκτών και η αποψίλωση της εμπιστοσύνης στους εαυτούς τους και το σύστημα σε μια εποχή αναλογική και αφελή. Αρχίζει και διαφαίνεται η ωριμότητα του Ντέιβιντ Φίντσερ, αλλά και του Ρόμπερτ Ντάουνι· παρήγορο που κάποια ταλέντα σώνονται ως εκ θαύματος και λάμπουν ανακαλώντας τη μαύρη τρύπα που γνώρισαν στη ζωή τους.