Γιώργος Λυκούδης: Η ιστορία του πιο γνωστού υποτιτλιστή της Ελλάδας

Γιώργος Λυκούδης Facebook Twitter
Τον υποτιτλισμό τον λάτρεψα από την πρώτη στιγμή. Ήταν ένας ακόμα τρόπος να είμαι μέσα στο σινεμά. Φωτ.: Freddie F./LIFO
0

Γεννήθηκε και μεγάλωσε μέχρι τα δέκα του στην Αιθιοπία, στην Ντιριντάουα (από την οποία υιοθέτησε το ψευδώνυμό της η παλιά ηθοποιός και γυναίκα του Χατζηχρήστου), με γαλλικά και πιάνο. Από τα αιθιοπικά που μιλούσε μικρός θυμάται πια μόνο τις βρισιές. Ωστόσο η πολυγλωσσία του, η ευαισθησία του σχετικά με τη γλώσσα και, πάνω απ’ όλα, η αγάπη του για τον κινηματογράφο τον έκαναν τον πιο παραγωγικό και δημιουργικό μεταφραστή-υποτιτλιστή των ελληνικών αιθουσών.

Για δεκαετίες το όνομά του εμφανιζόταν στους τίτλους τέλους πολλών αγαπημένων ταινιών ως του υπεύθυνου για την απόδοση των διαλόγων, ανάγοντάς το στα πλέον αναγνωρίσιμα μέχρι και σήμερα. Συνολικά, έχει μεταφράσει περισσότερες από 1.200 ταινίες, ενώ πλέον ασχολείται και με τη σκηνοθεσία. Πρόσφατα τον είδαμε να συμμετέχει σε μία από τις πιο αστείες σκηνές της τελευταίας ταινίας του Οικονομίδη.  

— Μεγάλωσες σε πολυεθνικό περιβάλλον. Ήσουν πολύγλωσσος από παιδί;

Μεγάλωνα σε μια παροικία όπου υπήρχαν πολλές εθνικότητες και μιλιούνταν πολλές γλώσσες. Κυρίως βέβαια ιταλικά και γαλλικά παντού. Ήταν πάρα πολύ φυσικό για όλους. Η ελληνική κοινότητα δεν ήταν μεγάλη, αλλά όλοι οι ξένοι έκαναν παρέα μεταξύ τους. Πάντως, οι πιο σημαντικές επιχειρήσεις ανήκαν σε Έλληνες, θυμάμαι ότι ο παιδίατρός μου ήταν Βούλγαρος.

Εγώ πήγα σε γαλλικό νηπιαγωγείο με καλόγριες, όπου μάθαινα γαλλικά και πιάνο το οποίο παράτησα γιατί με είπαν «μικρό Μότσαρτ» και τους απάντησα ότι δεν με λένε Μότσαρτ αλλά Γιώργο Λυκούδη. Παράλληλα, μάθαινα ιταλικά, αιθιοπικά και ελληνικά στο σπίτι. 

— Θυμάσαι να πηγαίνεις κινηματογράφο στην Ντιριντάουα;

Η πρώτη μου εμπειρία στον κινηματογράφο ήταν μαγική. Οι γονείς μου με πήγαν να δω τον «Θάνατο των 300», μια παραγωγή της Τσινετσιτά. Θυμάμαι ένα πλάνο με άντρες να τρέχουν και να μου λένε «αυτοί είναι οι Σπαρτιάτες, Έλληνες». 

Όταν από το χαρτί, όπου ο μεταφραστής έχει χώρο για να αποδώσει όπως θέλει το νόημα του Σαίξπηρ, πρέπει να περάσουμε στο πλαίσιο του υποτιτλισμού, που απαιτεί συμπύκνωση, αυτομάτως περνάμε σε πιο φτωχή γλώσσα. Πρέπει να συμβιβαστεί ο μεταφραστής με τις απαιτήσεις του υποτιτλισμού.

— Προσπαθούσαν να σου εμφυσήσουν περηφάνια για την Ελλάδα. Ερχόσασταν καθόλου; 

Αρκετά καλοκαίρια ερχόμασταν Ελλάδα και μέναμε στη θεία μου την Τασία στο Παγκράτι, σε ένα δίπατο νεοκλασικό γεμάτο ξαδέλφια, θείες και θείους. Για διακοπές ήταν ωραία και στο Λουτράκι. Όταν δεν ερχόμασταν στην Ελλάδα για διακοπές, πηγαίναμε στην Ερυθραία και στην Ερυθρά Θάλασσα. Αυτά μέχρι τα δέκα μου, οπότε χρειάστηκε να φύγουμε γιατί εισέβαλαν στην Αιθιοπία οι Ρώσοι. Τότε έγινε και το πραξικόπημα του Μενγκίστου, ο οποίος δολοφόνησε τον Χαϊλέ Σελασιέ. 

— Ο μοιραίος βασιλιάς της Αιθιοπίας. 

Παρεμπιπτόντως, τον είδα και από κοντά, καθώς το σπίτι μας ήταν ακριβώς δίπλα στην πύλη του παλατιού του στην Ντιριντάουα. Μια μέρα άδειασαν οι δρόμοι, έκλεισαν τα πάντα, άνοιξε η μεγάλη πύλη και βγήκε μια μεγάλη πομπή με πάρα πολύ κόσμο. Θυμάμαι ακόμα τις πολύχρωμες ομπρέλες, υπέροχο θέαμα για ένα πεντάχρονο παιδί. Στη μέση της πομπής κουβαλούσαν τον Χαϊλέ Σελασιέ, εγώ έφυγα από τη μάνα μου και έτρεξα κατά πάνω του, φωνάζοντας «ο θείος Σελασιέ». Η μάνα μου κόντεψε να πάθει συγκοπή, δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε η φρουρά.

Όταν αργότερα άρχισαν οι φοβερές εχθροπραξίες στην Αντίς Αμπέμπα, καταλάβαμε ότι η Αιθιοπία είχε τελειώσει. Τέλος εποχής, λοιπόν, και η μητέρα μου επέμενε να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, παρόλο που για εκείνη δεν ήταν «πατρίδα», καθώς είχε γεννηθεί στη Σομαλία, όπως και ο πατέρας της. Η μητέρα της δεν μας ακολούθησε, έμεινε πίσω με τον δεύτερο άντρα της, έναν Αρμένη που είχε μείνει εργένης για τα μάτια της και μόνο! 

— Πώς σου φάνηκε η Ελλάδα μετά την Αφρική; 

Έπαθα πολιτισμικό σοκ, γιατί μπορεί να την ήξερα από τα καλοκαίρια, αλλά δεν ήξερα τη νοοτροπία. Ήδη η μητέρα μου είχε αγοράσει ένα σπίτι στην Αθήνα κι έτσι έκανα εδώ τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού και μετά γυμνάσιο. Τελειώνοντας, ήθελα να κάνω αποκλειστικά σινεμά. Ο πατέρας μου προσπαθούσε να με πείσει να σπουδάσω κάτι άλλο και μετά να κάνω και σινεμά, αλλά εγώ επέμενα: μόνο σινεμά. Ωστόσο ήταν εκείνος που με έγραψε στη Σχολή της Χατζίκου κι αυτό ήταν ό,τι πιο γλυκό μπορούσε να κάνει για μένα.

Με το που μπήκα, ήθελα να δουλέψω και έφερε στον δρόμο μου η τύχη έναν γείτονα και εκπληκτικό άνθρωπο, τον Σταμάτη Σταματίου, πολύ μορφωμένο Αλεξανδρινό που ήξερε πολλές γλώσσες. Ήταν μεταφραστής που έκανε υποτιτλισμό, συνέταιρος σε μια εταιρεία υποτιτλισμού ταινιών που λεγόταν Film-o-Press. Στεγαζόταν στο κτίριο που βρίσκεται τώρα η Ροζαλία. Γίναμε φίλοι και υπήρξε για μένα ο μεγάλος μου δάσκαλος. Λάτρευε τον κινηματογράφο κι εγώ είχα αποφασίσει ότι αυτός είναι ο κόσμος μου.

Ένας άλλος δάσκαλός μου ήταν ο μεγαλοφυής μεταφραστής Ντίνος Γαρουφαλιάς, γλωσσολόγος με σπουδές στη Σορβόνη. Αυτοί οι δύο άνθρωποι με πήραν κάτω από τις φτερούγες τους. Είχαν την τεράστια υπομονή να με διδάξουν γλώσσα και μετάφραση. 

Γιώργος Λυκούδης Facebook Twitter
Παλιότερα, στην καθημερινή επικοινωνία εκφράζαμε αυτό που αισθανόμασταν με ρήματα, επίθετα και επιρρήματα. Υπήρχε ένας λυρισμός στη γλώσσα. Τώρα η γλώσσα δεν εκφράζει τα συναισθήματα, περιγράφει απ’ έξω, λίγο αποστασιοποιημένα, δεν εμβαθύνει, δεν πηγαίνει πιο μέσα, στον πυρήνα. Φωτ.: Freddie F./LIFO

— Ο υποτιτλισμός ήταν αρχικά ο τρόπος να βγάζεις χαρτζιλίκι; 

Τον υποτιτλισμό τον λάτρεψα από την πρώτη στιγμή. Ήταν ένας ακόμα τρόπος να είμαι μέσα στο σινεμά. Στα δεκαοκτώ μου δεν το αντιμετώπιζα ως επάγγελμα. Έβλεπα τις ταινίες όσες φορές ήθελα, καρέ-καρέ ‒ ξέρεις πόσο μεγάλη χαρά είναι αυτό για κάποιον που λατρεύει το σινεμά. Τότε είχαμε την τύχη να βγαίνουν στους κινηματογράφους και οι πραγματικά ανθρώπινες καλλιτεχνικές ταινίες. Θυμάμαι αριστουργήματα του Φεράρα και της Καβάνι, και άλλες πολλές. 

— Έτσι άφησες πίσω εντελώς το όνειρο της σκηνοθεσίας;

Καταρχάς, όχι. Στα δεκαοκτώ μου, όταν ακόμα ο πατέρας μου με πίεζε να σπουδάσω κάτι άλλο, συνέβη κάτι αναπάντεχο και ενθαρρυντικό. Πήγα με ένα ταινιάκι στο «Να η ευκαιρία» και πήρα από τη Ροζίτα Σώκου ένα ολοστρόγγυλο δεκάρι! Μετά επέστρεψα στον τελικό και βγήκα πρώτος, κερδίζοντας 20.000 δραχμές! 

— Αντί για φεστιβάλ πήγες σε talent show; 

Όχι, συμμετείχα και στο Κάρλοβι Βάρι της τότε Τσεχοσλοβακίας με μια μικρού μήκους, ενώ μετά το στρατιωτικό παρακολούθησα στο Λονδίνο για δύο χρόνια σεμινάρια σκηνοθεσίας και σεναρίου. Επίσης, βρέθηκα στη Λ’Άκουιλα της Ιταλίας για σεμινάρια στην τεχνική του κινηματογράφου από απίστευτους επαγγελματίες, όπως ο Βιτόριο Στοράρο, η Ανιές Γκιγεμό, ο Όσβαλντ Μόρις, ο Σβεν Νίκβιστ και άλλοι πολλοί. Μια ολόκληρη πόλη μετατράπηκε σε κινηματογραφικό στούντιο γι’ αυτά τα σεμινάρια. Αλλά η αλήθεια είναι ότι η μετάφραση και ο υποτιτλισμός με απορροφούσαν όλο και περισσότερο.

— Αυτά τα δύο γιατί τα ξεχωρίζεις; Δεν τα κάνει ο ίδιος άνθρωπος;

Όχι απαραίτητα. Μπορεί να κάνεις υποτιτλισμό μιας μετάφρασης που δεν είναι δική σου ή να αναλάβει τη δική σου κάποιος άλλος. 

— Πάντως, για πολλές δεκαετίες οι μεταφράσεις των υποτίτλων είχαν φρικτά λάθη. Η δική σας γενιά άλλαξε τα πράγματα. 

Υπήρχαν και άξιοι μεταφραστές και μέτριοι. Παλιά κανένας δεν υπέγραφε και όντως γινόντουσαν φρικτά λάθη. Έβλεπα ότι αλλοιωνόταν το ύφος και η φρασεολογία, κι αυτό δεν μου άρεσε. Όταν άρχισα να έχω εμπειρία, είπα «εγώ δεν θέλω να το κάνω έτσι. Θέλω να αρχίσω να υπηρετώ τον διάλογο, τη φρασεολογία της ταινίας, αυτό που θέλει να βγάλει ο σκηνοθέτης μέσα από τον λόγο».

— Χάνονται όσα λένε οι ήρωες; 

Πολλές φορές. Γιατί είναι θέμα χρόνου και χωρητικότητας του κάδρου, είναι συγκεκριμένος ο αριθμός των χαρακτήρων που μπορείς να χρησιμοποιήσεις. 

— Κι έτσι, αντί ο υποτιτλισμός να σε απομακρύνει από τη δημιουργία, σε έβαλε ακόμα πιο βαθιά σ’ αυτήν, σχεδόν σεναριογραφικά; 

Ναι. Πήγαινα στις αίθουσες και παρακολουθούσα τις προβολές, τις δικές μου μεταφράσεις αλλά και άλλων, στις οποίες εγώ είχα κάνει το ρεπεράζ, που στη γλώσσα μας σημαίνει «εύρεση των θέσεων για τους υπότιτλους». Κρυβόμουν διαφορετικές ώρες ανάμεσα στους θεατές για να δω πώς λειτουργούσε η μετάφραση, ποιες λέξεις λειτουργούσαν στην κωμωδία ας πούμε. Κι εκεί που νόμιζες ότι ένας υπότιτλος έδενε, τελικά δεν περνούσε. Και καταλάβαινες ότι έπρεπε να δώσεις άλλο ρήμα, άλλο επίθετο, να το διατυπώσεις διαφορετικά, να αποσαφηνίσεις το αστείο.

— Κι έτσι ο υποτιτλισμός έγινε επάγγελμα. 

Στο πλαίσιο της δουλειάς γνώρισα τους Έλληνες σκηνοθέτες που έφερναν τις ταινίες τους για να υποτιτλιστούν στα αγγλικά και στα γαλλικά. Ακόμα τότε δεν μετέφραζα, έκανα το ρεπεράζ. Είχα την τύχη να γνωρίσω την Τώνια Μαρκετάκη. Κάθισα μαζί της για να με κατευθύνει στον αγγλικό υποτιτλισμό της ταινίας της «Κρυστάλλινες Νύχτες». Ήταν δίπλα μου γιατί ήθελε ορισμένο ρυθμό στα πλάνα. Μου περιέγραψε τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετώπισε για να γυρίσει τις ταινίες της.

Τότε συνειδητοποίησα πόσο εξοντωτικό είναι να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα και είπα στον εαυτό μου «θέλω να είμαι κοντά στο σινεμά, αλλά δεν θα γίνω σκηνοθέτης». Εξάλλου, η ροή της δουλειάς σε εξοντώνει και στο τέλος παγιδεύεσαι. Δεν μπορώ να διαβάσω πια βιβλία. Και είναι πολύ κακό να αποκόβεσαι από τη γλώσσα. 

— Δεν έχει μεγαλύτερη σημασία να ξέρεις πώς μιλάει ο κόσμος στην καθημερινότητά του; 

Ναι, αλλά αυτό σημαίνει και συρρίκνωση του λεξιλογίου. 

— Θεωρείς ότι φτώχυνε η γλώσσα μας;

Ναι, και θα σου πω γιατί. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει τεχνοκρατική. Παλιότερα, στην καθημερινή επικοινωνία εκφράζαμε αυτό που αισθανόμασταν με ρήματα, επίθετα και επιρρήματα. Υπήρχε ένας λυρισμός στη γλώσσα. Τώρα η γλώσσα δεν εκφράζει τα συναισθήματα, περιγράφει απ’ έξω, λίγο αποστασιοποιημένα, δεν εμβαθύνει, δεν πηγαίνει πιο μέσα, στον πυρήνα. Όλα περιγράφονται με επιστημονικούς όρους, μπαίνουν σε κάποια κουτιά, δεν διερευνώνται από τη γλώσσα. 

— Και ο κινηματογράφος είναι καθρέφτης των κοινωνικών εξελίξεων. Θυμάμαι όταν όλοι προφήτευαν το τέλος του με την έλευση του βίντεο. 

Ερχόντουσαν χείμαρροι από κασέτες. Έκανα μέχρι και λάιτ πορνό. Ένας λόγος που σταμάτησα να τα κάνω ήταν τα βογγητά.  

Γιώργος Λυκούδης Facebook Twitter
Στα δεκαοκτώ μου, όταν ακόμα ο πατέρας μου με πίεζε να σπουδάσω κάτι άλλο, συνέβη κάτι αναπάντεχο και ενθαρρυντικό. Πήγα με ένα ταινιάκι στο «Να η ευκαιρία» και πήρα από τη Ροζίτα Σώκου ένα ολοστρόγγυλο δεκάρι! Μετά επέστρεψα στον τελικό και βγήκα πρώτος, κερδίζοντας 20.000 δραχμές! Φωτ.: Freddie F./LIFO

— Ευτυχώς, το κοινό επέστρεψε στις αίθουσες χάρη στο αγγλικό σινεμά, όταν το Channel 4 στήριξε τα νέα ταλέντα και το Χόλιγουντ άρχισε να επενδύει στην ποιότητα. Το όνομά σου τη δεκαετία του ’90 συνδέθηκε με ποιοτικές ταινίες. 

Σύμπτωση ήταν. Το πλήρωσα αυτό με τρομερές προσωπικές επιθέσεις. Όταν ξεκίνησα να κάνω αυτήν τη δουλειά η συνταγή ήταν να βγαίνει το ρεζουμέ. Εγώ, όπως σου είπα, αποφάσισα να μην κάνω αυτό αλλά να υπηρετήσω τον σκηνοθέτη και τον διάλογο. Και να το υπογράφω.

Στην αρχή με προσέγγισαν φιλικά άτομα που εργάζονταν ως μεταφραστές, γιατί μην ξεχνάς ότι πριν από τη λαίλαπα των βίντεο, των καναλιών και του ίντερνετ, ήταν κλειστό κύκλωμα. Δούλευαν συγκεκριμένοι άνθρωποι στον χώρο.

Όταν, λοιπόν, άρχισα να δουλεύω και να πασχίζω, δεν λέω ότι ντε και καλά το έκανα πάντα σωστά, αλλά προσπαθούσα πάρα πολύ ώστε να το κάνω πάρα πολύ σωστά, με μια φορητή γραφομηχανή και ένα κασετοφωνάκι για να ακούω την ταινία. Τότε άρχισα να δέχομαι άδικες επιθέσεις από ανθρώπους του χώρου, ότι έκανα πολλά λάθη, λάθη, λάθη! Καθαρά από ανταγωνιστική διάθεση. Αυτό που μπορώ να πω σήμερα όμως είναι ότι ποτέ δεν άρπαξα δουλειά κανενός. Δέχτηκα ό,τι μου προσφέρθηκε.

— Φαντάζομαι ότι βοήθησαν και οι επιλογές σου. 

Μετά τα βίντεο, βρέθηκα στην Προοπτική, όπου με προσέλαβαν η Ειρήνη Σουγανίδου και ο Παντελής Μητρόπουλος, ιδιοκτήτης της εταιρείας. Πρώτη μου ταινία ήταν ένα b-movie της Κολούμπια/Σόνυ, το «The kiss». Ακολούθησε το «Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες», ο «Καιρός των Τσιγγάνων» από γαλλικό διάλογο, το «Pulp fiction» και ό,τι έβγαινε εκείνο τον καιρό. Σε αυτό βοήθησαν και οι αδελφοί Σπέντζοι, που επίσης έφερναν καλό σινεμά. Τηλεόραση δεν μεταφράζω. Έκανα μόνο το «China Beach» για το Mega.

Ο υποτιτλισμός άρχισε να αλλάζει από τη στιγμή που βγήκαν τα βίντεο και άνοιξαν τα ιδιωτικά κανάλια. Κάποια στιγμή έφυγε ο υποτιτλισμός από την Ελλάδα και πήγε στα χέρια των Αμερικανών. Μπορεί να μετέφραζα εγώ, αλλά ο υποτιτλισμός γινόταν αλλού. Άλλωστε, δεν ήταν όλες οι ταινίες υποτιτλισμένες από εμένα, δηλαδή μπορεί να ήταν δική μου μετάφραση, αλλά πάντα υπέγραφα «Απόδοση».

— Σε ταινίες βασισμένες σε κλασικά κείμενα, π.χ. του Σαίξπηρ, ποια είναι η αντιμετώπισή σου;

Η πρώτη φορά που μετέφρασα Σαίξπηρ ήταν ο «Μάκβεθ» του Πολάνσκι. Αφιέρωσα ολόκληρο καλοκαίρι σε αυτή την ταινία όταν επανεκδόθηκε σε βίντεο. Αργότερα έκανα έναν «Ρομέο και Ιουλιέτα» για την Disney και το «Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντερστεν είναι νεκροί» του Τομ Στόπαρντ, που ήταν ό,τι δυσκολότερο έχω κάνει στην καριέρα μου.

Έχω διαβάσει Σαίξπηρ από ελληνικές μεταφράσεις –από τον Ρώτα μέχρι τους σημερινούς‒, οπότε ήμουν επηρεασμένος από τη γλώσσα που χρησιμοποίησαν άλλοι άνθρωποι. Χρειάστηκε να διαβάσω πολύ για να μπορέσω να ανταποκριθώ, αλλά ήταν πάντα χαρά να επενδύω σε βιβλία. 

— Το ρεπεράζ στην περίπτωση σαιξπηρικής ταινίας δεν είναι καταστροφικό για τον λόγο; 

Όταν από το χαρτί, όπου ο μεταφραστής έχει χώρο για να αποδώσει όπως θέλει το νόημα του Σαίξπηρ, πρέπει να περάσουμε στο πλαίσιο του υποτιτλισμού, που απαιτεί συμπύκνωση, αυτομάτως περνάμε σε πιο φτωχή γλώσσα. Πρέπει να συμβιβαστεί ο μεταφραστής με τις απαιτήσεις του υποτιτλισμού.

Πρέπει να πω ότι η πιο λυρική γλώσσα που έχω μεταφράσει είναι της ταινίας «Όλα τα πρωινά του κόσμου» του Αλέν Κορνό. Σε σύγκριση με τότε, σήμερα είναι πολύ φτωχότερη η γλώσσα στο σινεμά. Πάντως, εξαιτίας της εντύπωσης που υπάρχει ότι έχω μεταφράσει τα πάντα, έχω χρεωθεί ό,τι τραγικά λάθη έχουν γίνει στο σινεμά και την τηλεόραση. Δεν επηρεάστηκα. Όταν μετέφρασα μια συνέντευξη που πήρε ο καθηγητής Μπαμπινιώτης από τον Ουστίνοφ, με κάλεσαν από τη Φιλοσοφική να μιλήσω για τη γλώσσα στον υποτιτλισμό.

— Αναμφισβήτητα η δουλειά σου έχει ταυτιστεί με όλη την παραγωγή των τελευταίων τριών δεκαετιών.

Έκανα πολλές ποιοτικές ταινίες που με κάλυπταν ως άνθρωπο. Είχα την τεράστια χαρά να συνεργαστώ με τον Κώστα Γαβρά για να μεταφράσω το «Αμήν», λόγω του ότι ήθελε να ελέγξει το κείμενο και να κάνει τις δικές του αλλαγές. Όλα έγιναν με φαξ από το Παρίσι και εν τέλει τον γνώρισα στην πρεμιέρα της ταινίας. Επίσης, για τον «Θάνατο του ιερού ελαφιού» του Λάνθιμου συνεργάστηκα με τον σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου. 

— Τώρα έχεις επιστρέψει κατά κάποιον τρόπο στη σκηνοθεσία;

Το σκηνοθετικό μου όνειρο δεν το άφησα ποτέ. Παράλληλα με τον υποτιτλισμό άρχισα να κάνω την επιμέλεια σε διάφορα making of, έπαιρνα συνεντεύξεις, έκανα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά σποτάκια για ταινίες της Disney με υλικό που μας παρείχαν και επεξεργαζόμουν εκ νέου. Ήθελα πάντα να δημιουργώ, να φτιάχνω.

Συνάντησα σε ένα στούντιο ήχου τον παραγωγό CD και βίντεο από live πανηγυριών Ανδρέα Σταματελάτο. Μου λέει «θέλω να βγάλω και βίντεο» και του απαντάω «εγώ θα το κάνω». Και πήρα τα βουνά και τα λαγκάδια με συνεργεία και βαν ήχου και τηλεόρασης ως σκηνοθέτης πια. Έχω κάνει βίντεο με τη Χαρά Βέρα, τον Πετρολούκα Χαλκιά και άλλους.

Πέσαμε σε μια καταπληκτική περιπέτεια στα Ιωάννινα. Σε ένα αρχοντοχώρι, κάτω από τρεις καταπληκτικές μουριές με βελέντζες για φόντο, ετοιμαζόταν μεγάλο γλέντι. Αυτά τα οργανώνει ο καφετζής και ο συγκεκριμένος τούς είπε ότι θα ερχόταν να το καλύψει η τηλεόραση. Τι τζιπ, τι Καγιέν, τι κοστούμια είδα στο πανηγύρι! Και πάνω που ήταν όλα στημένα ‒θα γυρίζαμε πεντακάμερο‒, πέφτει το ρεύμα. Κάποιος πέταξε έναν λοστό στον μετασχηματιστή της ΔΕΗ. Η μαγνητοσκόπηση δεν έγινε, αλλά έζησα κάτι μαγικό. Οι καλλιτέχνες, μουσικοί και τραγουδιστές, βγήκαν ανάμεσα στον κόσμο με κεριά, χωρίς μικρόφωνα κι έγινε ένα γλέντι μέσα στο σκοτάδι, όπως τα παλιά χρόνια. Δύο χρόνια έκανα τη δουλειά. Τα βίντεο τα πουλούσαν στα πανηγύρια και ξέρω ότι κάποιοι τα έβλεπαν μανιωδώς. 

Άννα Βίσση - Making of «Στην Πυρά»

— Τότε άρχισαν τα making of;

Έδεσα το making of του «5 λεπτά ακόμα» του Γιάννη Ξανθόπουλου με τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο κι αυτό με οδήγησε στην Κρήτη για το «Γαμήλιο πάρτι» της Κριστίν Κρόκος, του οποίου έκανα το making of μόνος με μια handycam. Με την Κριστίν γίναμε φίλοι και μαζί της και με την Λέσλι Όουεν γυρίσαμε ντοκιμαντέρ για την Άννα Βίσση. Πολλά ταξίδια, πολύ ξενύχτι, πολλή τρέλα, πολύ συγκίνηση, εντέλει μια συγκλονιστική εμπειρία.

Επίσης, έκανα την «Κληρονόμο» του Παναγιώτη Φαφούτη, το «Πίσω από τις θημωνιές» της Ασημίνας Προέδρου και το 2016 τη «Ρόζα της Σμύρνης», όπου παγιδεύτηκα στην Σμύρνη λόγω του πραξικοπήματος εναντίον του Ερντογάν. Πέρσι το καλοκαίρι όργωσα την Ελλάδα με τη Νατάσα Θεοδωρίδου, κινηματογραφώντας backstage που συμπεριλήφθηκαν στη συναυλία της Θεσσαλονίκης για το Mega. Κάτι ανάλογο είχα κάνει και παλιότερα με τον Ζαχαράτο.

— Σε είδαμε και ως ηθοποιό στην «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» του Οικονομίδη.  

Να επιτίθεμαι στον Τσορτέκη μαζί με τον Γιάννη Νιάρρο με ένα μπουκάλι νερό. Έχω παίξει παλιότερα και στην «Κληρονόμο» και στο «Poker Face» του Χρήστου Δήμα. Για την «Μπαλάντα» έκανα και το making of. Θέλω να συνεχίσω να δημιουργώ, να «παίζω», να ικανοποιώ τη μεγάλη μου εσωτερική ανάγκη να βρίσκομαι κοντά σε οτιδήποτε έχει σχέση με το σινεμά ή την εικόνα. 

H Mπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς - Making of

Οθόνες
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ιστορίες από κινηματογραφικές μουσικές του Χατζιδάκι που ίσως δεν ξέρετε

Μουσική / Ιστορίες από κινηματογραφικές μουσικές του Χατζιδάκι που ίσως δεν ξέρετε

Ο Ιωάννης Μπότσας μάζεψε σε ένα βιβλίο ό,τι αφορά τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για το σινεμά και αποκαλύπτει άγνωστες πληροφορίες και λεπτομέρειες για δέκα ταινίες, γνωστές ή σπάνιες.
M. HULOT
Ζέτα, Φλωρέττα, Νίκη

Οθόνες / 14 ελληνικές ταινίες ανοίγουν τη συζήτηση για τα κοινωνικά στερεότυπα στη Στέγη

«Ζέτα, Φλωρέττα, Νίκη»: Ένα κινηματογραφικό πενθήμερο προβολών στη Στέγη ανοίγει τη συζήτηση για το πώς στερεότυπα του παρελθόντος και ζητήματα όπως η πατριαρχία, η μητριαρχία και το cancel culture πέρασαν μέσα από τις ταινίες μιας ολόκληρης εποχής.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Τομ Κρουζ στα 60

Οθόνες / Ο Τομ Κρουζ έγινε 60: Δέκα αξιομνημόνευτες στιγμές από την πορεία του

Δέκα στιγμές, προσωπικές και κινηματογραφικές, που εκτόξευσαν, καταβαράθρωσαν και έφεραν τον μεγαλύτερο σταρ του Χόλιγουντ σε ένα στρατοσφαιρικό επίπεδο φήμης, αποδοχής και ελέγχου.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ρίτσαρντ Μπάρτον: Η ταραχώδης ζωή του, η υιοθεσία και ο αλκοολισμός του σε ένα ντοκιμαντέρ στο Netflix

Οθόνες / Ρίτσαρντ Μπάρτον: Η ταραχώδης ζωή του, η υιοθεσία και ο αλκοολισμός σε ένα ντοκιμαντέρ του Netflix

Ένα νέο ντοκιμαντέρ ρίχνει φως στη ζωή του διάσημου ηθοποιού, σε όσα συνέβησαν πριν γίνει σταρ στο Χόλιγουντ και στην οδυνηρή πορεία του μέχρι το τέλος.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΤΕΤΑΡΤΗ 06/07 - ΕΧΕΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ- ΠΡΟΣΟΧΗ ΕΙΝΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΒΓΕΙ ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ-Το φαγητό και το σινεμά κάνουν τη ζωή πιο απολαυστική

Pulp Fiction / Το φαγητό και το σινεμά κάνουν τη ζωή πιο απολαυστική

O Θοδωρής Κουτσoγιαννόπουλος μας θυμίζει εντυπωσιακά πιάτα, περίτεχνα τραπέζια, γιορταστικά οικογενειακά δείπνα αλλά και απλά καθημερινά γεύματα που έχουν αποτυπωθεί στη μεγάλη οθόνη και έχουν θέσει τη βάση για μια πλοκή που μπορεί να περιλαμβάνει τσακωμούς και συμφιλιώσεις, φιλίες και έχθρες, ερωτισμό, αποχαιρετισμούς και επανενώσεις, με την απολαυστική συντροφιά της pilsener μπίρας Fischer.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ
 «Η Χαμένη κόρη»: Μια ταινία για τις ανθρώπινες αδυναμίες ή για τη γυναικεία ψυχολογία;

The Review / «Η Χαμένη κόρη»: Μια ταινία για τις ανθρώπινες αδυναμίες ή για τη γυναικεία ψυχολογία;

Ο Χρήστος Παρίδης συζητάει με τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Τζούλη Αγοράκη για την ταινία «Η χαμένη κόρη», βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Έλενα Φεράντε, που σκηνοθέτησε η Μάγκι Τζίλενχαλ με φόντο τις Σπέτσες και πρωταγωνίστρια τη βραβευμένη με Όσκαρ Ολίβια Κόλμαν.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Man vs. Bee στο Netflix: ο Ρόουαν Άτκινσον παλεύει να σώσει τη σωματική κωμωδία από την εξαφάνιση

Οθόνες / «Man vs. Bee» στο Netflix: Ο Ρόουαν Άτκινσον παλεύει να σώσει τη σωματική κωμωδία από την εξαφάνιση

Η νέα σειρά του θρυλικού Mr. Bean διαθέτει σημεία ικανά να σε κάνουν να ξελιγωθείς στο γέλιο, αρκεί, φυσικά, οι σχέσεις σου με την παιδικότητά σου να είναι σε καλά φεγγάρια.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
H ταινία «Αναζήτησις...» του Ερρίκου Ανδρέου από το 1972, με την Έλενα Ναθαναήλ, τον Άγγελο Αντωνόπουλο και την έξοχη μουσική του Γιάννη Σπανού

Οθόνες / «Αναζήτησις...»: Η cult ταινία του Ερρίκου Ανδρέου από το 1972 με την έξοχη μουσική του Γιάννη Σπανού

Μια ερωτική, κοινωνική και αστυνομική περιπέτεια με την Έλενα Ναθαναήλ και τον Άγγελο Αντωνόπουλο που ανατέμνει τον τρόπο ζωής του τζετ-σετ και την εξουσιαστική επιβολή του στις κατώτερες τάξεις.
ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ
Οι ρέπλικες δεν πεθαίνουν ποτέ: 40 χρόνια Blade Runner

Σαν Σήμερα / 40 χρόνια «Blade Runner»: Οι ρέπλικες δεν πεθαίνουν ποτέ

Η θρυλική ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ που έκανε πρεμιέρα ακριβώς πριν από 40 χρόνια έσμιξε μοναδικά το φιλμ νουάρ με την επιστημονική φαντασία για να αναρωτηθεί τι σημαίνει τελικά να είσαι άνθρωπος.
ΑΚΗΣ ΚΑΠΡΑΝΟΣ
10 επιλογές για τα θερινά (και όχι μόνο) σινεμά

Οθόνες / 10 ταινίες, 10 λόγοι να βρεθείς σε ένα θερινό σινεμά αυτό το καλοκαίρι

Η ενισχυμένη δεκάδα των ταινιών που περιμένουμε στα μέσα του καλοκαιριού μέχρι και τις ζεστές πρώτες εβδομάδες του Σεπτεμβρίου περιλαμβάνει τα πάντα: παγκόσμιες πρεμιέρες, Μarvel και σταρ, οσκαρικά φιλμ που ποντάρουν στην επιθυμία του κοινού να τα απολαύσει κανονικά, στην αίθουσα δηλαδή, κωμωδίες και επανεκδόσεις, και μια πολυαναμενόμενη μεταφορά μαζικού μπεστ σέλερ.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ