Αν ο ιστορικός του μέλλοντος ξεψαχνίσει τα ελληνικά social media, θα αποφανθεί ότι από τη γέννηση του κινηματογράφου μέχρι σήμερα τρεις ήταν οι ταινίες που άφησαν το στίγμα τους και οι σινεφίλ δεν χόρταιναν να βλέπουν: το La La Land, η Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού και η Αμελί. Από τις τρεις, η Αμελί - Le Fabuleux Destin d'Amélie Poulain, όπως είναι ο υπέροχος, πλήρης γαλλικός τίτλος της- είναι η γηραιότερη. Μάλιστα, σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς είκοσι χρόνια από την πρεμιέρα της στις παριζιάνικες αίθουσες. 

 

Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, ετοιμάσαμε ένα πολυσυλλεκτικό αφιέρωμα στο φιλμ του Ζαν-Πιερ Ζενέ, που έχει φτάσει να θεωρείται σήμα κατατεθέν της γαλλικής κουλτούρας, μαζί με τον Πύργο του Άιφελ, τον Αστερίξ και την μπαγκέτα. Μέσα από αυτό το αφιέρωμα θα αναζητήσουμε αρετές και αδυναμίες στην ιστορία της γλυκύτατης νεαρής με την κόμμωση αλά Λούις Μπρουκς και θα διερευνήσουμε τους λόγους για τους οποίους ένα γαλλικό φιλμ χωρίς ιδιαίτερα γνωστούς πρωταγωνιστές γνώρισε τέτοια απήχηση, έφτασε μέχρι τα Όσκαρ και κατέληξε αναπόσπαστο στοιχείο της σύγχρονης ποπ κουλτούρας.

 

Η Αμελί, μέσα από την διαρκούσα λατρεία που γέννησε, φωτογράφισε την καλύτερη πλευρά μας, την στιγμή που τόσοι άνθρωποι είδαν στην οθόνη εκείνο που ψυχανεμίζονταν ότι δεν θα εκφραστεί ποτέ στον πραγματικό κόσμο.

 

μήτσης
Χρήστος Μήτσης

Για αρχή απευθυνθήκαμε στους πλέον αρμόδιους για το ζήτημα, τους κριτικούς κινηματογράφου. Ο Χρήστος Μήτσης του Αθηνοράματος μας έγραψε τα εξής: «Η Αμελί Πουλέν είναι μια κοπέλα που σκηνοθετεί την ευτυχία των άλλων. Η μαγική της φόρμουλα είναι αυθόρμητη και αυτοσχεδιαστική, σε αντίθεση μ’ αυτή του Ζαν-Πιέρ Ζενέ, ο οποίος έχει υπολογίσει μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας την σκηνοθεσία της απόλυτης feelgood movie του 21ου αιώνα. Επιθετικός ρομαντισμός με φόντο ένα καρτποσταλικό Παρίσι, σερβιρισμένος με μια εικαστική μοντερνιτέ και μια ευρηματικά φλασάτη σκηνοθεσία. Ένας αδέξιος, μα αξιαγάπητος πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, ελαφρά κοινωνικά απροσάρμοστος, αλλά με ξεχωριστές ικανότητες και ερμηνευμένος από μια φρέσκια παρουσία, τη γεννημένη για το ρόλο Οντρέ Τοτού. Ένα περιπετειώδες ταξίδι προς την ευτυχία γεμάτο διασκεδαστικά εμπόδια. Τέλος, ένα μελωδικό σάουντρακ και η απαραίτητη γλυκιά επίγευση της προσωπικής δικαίωσης. Σε ποιόν δεν αρέσουν τα σινε-σιροπιαστά αλά nouvelle cuisine;», καταλήγει.

 

δημόπουλος
Ηλίας Δημόπουλος

Ο Ηλίας Δημόπουλος του cinemagazine.gr και του thefinalcut.gr εντοπίζει τη γοητεία της Αμελί στην ανάδειξη της καλύτερης πλευράς μας. «Νεο-ρομαντισμοί υπάρχουν πολλοί, της Αμελί όμως ένας», μας λέει. «Μπορεί κάμποσοι να ανθίστανται στην ακατάσχετη γλυκύτητα, στη σχεδόν φολκλορική παριζιανικότητα (sic), στην τερατώδη κεκτημένη φήμη που κάποτε -κακώς!- λειτουργεί αναχαιτιστικά. Όμως όταν ήρθε η Αμελί, ήταν άλλο πράγμα. Για την γενιά της καινούργιο, συντεταγμένο πίσω από ένα ρομαντικό ρεύμα(τακι) εκεί στις αρχές τις χιλιετίας, που αντέκρουε φιλόμουσα την μοδάτη εσχατολογία, που σαγηνευόταν από τα συμβολικά φίλτρα (τα κόκκινα, τα πράσινα, τα κίτρινα) του Ζενέ και του φωτογράφου Ντελμπονέλ. Τα οποία δεν ήθελαν παρά να υποδείξουν ότι ο κόσμος αυτού του ανεστραμμένου θηλυκού Χόλντεν Κόλφιλντ από τον Φύλακα της Σίκαλης, πίσω από την αισιοδοξία και την ανιδιοτέλεια, ήταν ο πολύχρωμα φιλτραρισμένος ενός αποκλεισμένου και μόνου κοριτσιού, στο σταυροδρόμι κι αυτό παιδικότητας κι ενηλικίωσης. Η Αμελί, μέσα από την διαρκούσα λατρεία που γέννησε, φωτογράφισε την καλύτερη πλευρά μας, την στιγμή που τόσοι άνθρωποι είδαν στην οθόνη εκείνο που ψυχανεμίζονταν ότι δεν θα εκφραστεί ποτέ στον πραγματικό κόσμο.»

 

αμελί
Μπορεί κάμποσοι να ανθίστανται στην ακατάσχετη γλυκύτητα, στη σχεδόν φολκλορική παριζιανικότητα (sic), στην τερατώδη κεκτημένη φήμη που κάποτε -κακώς!- λειτουργεί αναχαιτιστικά. Όμως όταν ήρθε η Αμελί, ήταν άλλο πράγμα.

 

ανδρεάκου
Κατερίνα Ανδρεάκου

Η Κατερίνα Ανδρεάκου του freecinema.gr εστιάζει σε έναν επιμέρους τομέα του φιλμ. «Αυτό που ακόμα μου φέρνει ένα αυθόρμητο, ειλικρινές χαμόγελο στην σκέψη της ταινίας, δεν είναι τόσο η γλυκιά παρουσία της Οντρέι Τοτού ή η θέρμη της κινηματογραφικής παλέτας του Ζενέ, όσο η μουσική του Γιαν Τιερσέν. Σε έναν συνδυασμό παλαιότερων και πρωτότυπων συνθέσεών του, ο Τιερσέν συμπληρώνει ιδανικά τη νοσταλγική υφή και την αναμφισβήτητη «γαλλικότητα» της ταινίας με τον χαρακτηριστικό του ήχο, τον συνδυασμό ακορντεόν και πιάνου με ιδιοφυείς νότες οργάνων όπως το τσέμπαλο, αλλά και προσθήκης απρόσμενων ήχων, όπως αυτόν ενός ποδηλάτου. Πολύ απλά, η Αμελί δεν θα ήταν η ίδια ταινία χωρίς την μουσική του Τιερσέν, που ανέδειξε κι έντυσε τόσο αρμονικά την αθεράπευτη ρομαντικότητα και την, κατά καιρούς, παιδική αθωότητα του σύγχρονου, μα ταυτόχρονα και τόσο υπέροχα παλιομοδίτικου, παριζιάνικου παραμυθιού του Ζενέ.»

 

καπράνος
Άκης Καπράνος

Ο συνεργάτης της Lifo Άκης Καπράνος μας επισήμανε ότι γελά με τα αστεία και χουχουλιάζει με τη θαλπωρή της ταινίας, αλλά έχει τις ενστάσεις του. «Δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσει κανείς την Αμελί ως μια άκρατα συντηρητική ταινία, έτσι όπως αντιπροτείνει μια επιστροφή σε όλα αυτά που μετατρέπουν τη Γαλλία σε ένα πολύχρωμο vintage καρτούν, όπου μια ψηφιακώς ενισχυμένη Μονμάρτη, κατευθείαν βγαλμένη από τα ‘50s, διανθίζεται με πλειάδα στερεοτυπικών χαρακτήρων, που μοιάζουν να έχουν δραπετεύσει έντρομοι από άλλες, “σοβαρότερες” ταινίες, και αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε αυτό το ασφαλές περιβάλλον. Γιατί είναι ασφαλές περιβάλλον – κάθε επιστροφή στο παρελθόν είναι και ένα καταφύγιο. Γιατί σχεδόν τίποτα δεν ξεστρατίζει από την προβλεπόμενη κατάληξη. Όμως, η ταινία έρχεται από τον σκηνοθέτη του σαρδόνιου (και κατάμαυρου) Delicatessen, που μοιάζει να έχει κάνει μια πλήρη μεταστροφή, λες και επειδή έπαιξε τόσο περίτεχνα με το σκοτάδι, ξέρει καλύτερα πως all you need is love. Και το κοινό το 2001, γοητευμένο και από τις αφηγηματικές τσαχπινιές του, τον εμπιστεύτηκε.» 

 

Βοκάλη
Φαίδρα Βοκάλη

H νέα γενική διευθύντρια της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου Φαίδρα Βόκαλη, που από ορκισμένη φαν του φιλμ κατέληξε πολέμια, κινείται σε παρεμφερές μήκος κύματος. «Την πρώτη φορά που είδα την Αμελί, ερωτεύτηκα», μας εξομολογείται. «Τη δεύτερη φορά ταυτίστηκα πλήρως. Ήταν η ίδια χρονιά που θα έβλεπα την Οικογένεια Τένενμπαουμ και θα αποφαινόμουν θετικά ότι ναι, είμαι quirky και αυτό είναι το σινεμά μου. Ήμουν 17. Όταν χρόνια μετά συγκεντρώναμε τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας στο cinemanews.gr, παρακάλεσα τον αρχισυντάκτη μας να γράψω εγώ το κειμενάκι για την περιζήτητη Αμελί. Δεν έτρωγα τη γλώσσα μου καλύτερα; Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι για χρόνια τη θεωρούσα μία από τις αγαπημένες μου ταινίες: Μια αφελής ηρωίδα αναζητά τον Κύριο Τέλειο σε ένα Παρίσι πιο λευκό και από ονείρωξη αποικιοκράτη των ‘50s. Τα αιώνια κλισέ της γαλλικής υπεροχής συναντιούνται εκεί για να αποτίσουν φόρο τιμής στον απόλυτο τουρίστα και να τον καθησυχάσουν με το ανέξοδο happy end. Δεν ξέρω αν ήταν τα καθοριστικά χρόνια που μεσολάβησαν από την τελευταία προβολή, αλλά αυτό που δεν μπόρεσα να συγχωρήσω στην ταινία ήταν η έλλειψη οποιουδήποτε κινδύνου, αμφισβήτησης και ποικιλομορφίας. Η technicolor ασφάλεια μιας άπιαστης και, με πραγματικούς όρους, επικίνδυνης “καθαρότητας” μάλλον έπνιξε για μένα την άρθρωση μιας πανανθρώπινης αλήθειας, που είναι πάντα το πιο συγκινητικό συστατικό ενός καλού παραμυθιού.»

 

amelie
Μια αφελής ηρωίδα αναζητά τον Κύριο Τέλειο σε ένα Παρίσι πιο λευκό και από ονείρωξη αποικιοκράτη των ‘50s. Τα αιώνια κλισέ της γαλλικής υπεροχής συναντιούνται εκεί για να αποτίσουν φόρο τιμής στον απόλυτο τουρίστα και να τον καθησυχάσουν με το ανέξοδο happy end.

 

παπαδημητρίου
Γιώργος Παπαδημητρίου

Την ακριβώς αντίστροφη διαδρομή ακολούθησε ο κριτικός του cinedogs.gr Γιώργος Παπαδημητρίου, που επισκέφτηκε ξανά το φιλμ για τις ανάγκες του παρόντος αφιερώματος. «Είχα δει την Αμελί μόλις μία και μοναδική φορά, όταν βγήκε στις αίθουσες», μας εκμυστηρεύεται. «Ήμουν 18 και η σινεφίλ επιδειξιμανία στα πανεπιστημιακά πρωτοβρόχια επέβαλε το δυσκοίλιο συνοφρύωμα. Υπερβολικά μελό, υπερβολικά γλυκανάλατο, είχα καταλήξει. Στα κιτάπια της νιότης μου, το αποτύπωμα της ταινίας είχε εξαπλωθεί σαν φωνακλάδικος ιός. Τα κομμωτήρια έκαναν υπερωρίες σε καρεδάκια, η μακριά φούστα με τα μποτάκια είχε λάβει διαστάσεις κλωνοποίησης, η μουσική της είχε ανακηρυχθεί ομόφωνα ο εθνικός ύμνος των απανταχού χαριτωμένων καφέ. Ξαναβλέποντας την ταινία, το μυαλό μου αγκυροβόλησε σε μία εμμονική, αλλά ιδιόρρυθμη νοσταλγία. Γινόμουν 18 και πάλι, όχι επειδή ζωντάνευε μέσα μου μια πολύτιμη ανάμνηση, αλλά επειδή αναλογιζόμουν πόσο όμορφες είναι οι αντιφάσεις που κυοφορεί ο χρόνος. Ο αλλοτινός μου εαυτός πρόβαλε αντιστάσεις, ενώ ο τωρινός το θεωρεί χρέος του να βουτήξει με χέρια και πόδια στην ονειροπόληση. Γιατί ψάχνει κι αυτός με μανία τις αθέατες λεπτομέρειες που τρύπωσαν άθελά τους στα κινηματογραφικά κάδρα, από ανυποψίαστους περαστικούς, μέχρι διερχόμενα τρένα. Γιατί συνειδητοποιεί πως καθένας μας ορίζει και ξανακερδίζει τον χαμένο χρόνο διαφορετικά. Άλλος φτιάχνει βαλίτσες και ορμά για να μάθει τη ζωή, άλλος ξεκοκαλίζει όσα ήδη γνώριζε, μα είχε λησμονήσει.»

 

ρίζου
Μαρίζα Ρίζου

Χωρίς να παραγνωρίζουμε την έκθεση μειοψηφίας, διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι η ετυμηγορία της κριτικής για την ταινία είναι θετική. Παρατηρούμε, επίσης, ότι γίνεται συχνή αναφορά στο σάουντρακ του Γιαν Τιερσέν, το οποίο, κατά γενική ομολογία, αποτελεί ένα από τα δομικά στοιχεία της επιτυχίας του φιλμ. Η τραγουδοποιός Μαρίζα Ρίζου, φανατική οπαδός της Αμελί – αν έχεις δει συναυλία της, μπορείς να καταλάβεις το γιατί-, μας είπε δύο λόγια για το πόσο την επηρέασε η ταινία και, πιο συγκεκριμένα, η μουσική του Τιερσέν. «Η Αμελί μπήκε στη ζωή μου όταν ήμουν 16 χρονών. Από τότε έχω δει την ταινία αρκετές φορές και έχω ζήσει ακούγοντας το σάουντρακ της πολύ πολύ πολύ περισσότερες. Η Αμελί με εξήγησε. Αισθάνθηκα λιγότερο μόνη στον πλανήτη. Κατάλαβα ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που βλέπουν τον κόσμο όπως εγώ. Θαύμασα τις μουσικές του Τιερσέν απίστευτα, τις ζήλεψα, τις μελέτησα, τις αγάπησα βαθιά. Αυτό το κλείσιμο του ματιού, η μαγική -μα τόσο δύσκολο να φτιαχτεί με τέτοια μαεστρία- χαρμολύπη, ο ήχος των εγχόρδων με το ακορντεόν, τη μελόντικα, τα κουμπιά της γραφομηχανής, αποτέλεσαν και αποτελούν για μένα πηγή έμπνευσης για το πώς φτιάχνουμε μουσική που συνδέεται απευθείας με τη μαγεία και τον πυρήνα της ζωής, αφήνοντας όμως πάντα ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη και κυρίως στην ψυχή.»

 

Δημήτρης Μαράμης
Δημήτρης Μαραμής

Απευθυνθήκαμε και στον συνθέτη Δημήτρη Μαραμή, για να μας γράψει περισσότερα για το σάουντρακ του Τιερσέν. «Καταρχάς το χρώμα του σάουντρακ αλλά και η ενορχήστρωση με σολιστικά όργανα το ακορντεόν και το πιάνο έχει ολοκάθαρο άρωμα γαλλικής μουσικής», μας επισημαίνει. «Οι Γάλλοι συνθέτες είναι, μαζί με τους Ρώσους, μεγάλοι ενορχηστρωτές, αλλά και σπουδαίοι μελωδιστές. Αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στη μουσική του Τιερσέν για την ταινία. Το άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η απλότητα των μελωδιών του και η καθαρότητα των δομών της μουσικής του. Ο Τιερσέν ανήκει στους ευρωπαίους μινιμαλιστές. Ο μινιμαλισμός γεννήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα ως αντίδραση στην avant garde και τη μανία του μαξιμαλισμού της πρωτοποριακής μουσικής του εικοστού αιώνα. Έχει ως πρωτεργάτες του αμερικάνους συνθέτες, όπως ο Φίλιπ Γκλας και ο Στηβ Ράϊχ, αλλά εκπροσωπήθηκε επάξια και από ταλαντούχους Ευρωπαίους συνθέτες, όπως ο Nάϊμαν, o Παρτ και ο Τιερσέν, και χαρακτηρίζεται από την επανάληψη δυνατών μοτίβων, αλλά κι από ένα φλερτ με την αμεσότητα της ποπ μουσικής. Για τις ανάγκες της ταινίας ο μινιμαλιστής Τιερσέν δημιουργεί ατμόσφαιρες τρυφερότητας, γλυκύτητας και αθωότητας με τα λυρικά του και παιχνιδιάρικα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και συνθέτει ένα μοναδικό, ευφυέστατο score, το οποίο θα μείνει διαχρονικό, σαν μια όαση μέσα στην παγκόσμια μουσική παραγωγή.»

Ακούστε το soundtrack της ταινίας

 

δουνιας
Μανώλης Δούνιας

Ένα άλλο στοιχείο το οποίο είδαμε να μνημονεύουν οι κριτικοί, είναι τα χρώματα της ταινίας. Ρωτήσαμε περισσότερα γι’ αυτό τον θεατρικό σκηνοθέτη Μανώλη Δούνια, στις παραστάσεις του οποίου το χρώμα χρησιμοποιείται κατά κόρον, ώστε να δοθεί δραματική έμφαση. «Ο κόσμος της Αμελί βρίσκεται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το παραμύθι και ολόκληρη η ταινία είναι ιδωμένη μέσα από ένα φίλτρο μνήμης. Ο μικρόκοσμος της Αμελί είναι φτιαγμένος σε αποχρώσεις τριών χρωμάτων, του πράσινου, του κίτρινου και του κόκκινου, αλλά σταδιακά εισβάλλουν και άλλα χρώματα στην ταινία, όπως το πορτοκαλί, όταν βοηθά έναν τυφλό ή το μπλε όταν αρχίζει το κυνήγι με τα ζωγραφισμένα βέλη στο πάτωμα. Έτσι, καθώς η ομώνυμη ηρωίδα αρχίζει να βγαίνει από το καβούκι της και να ανακαλύπτει τον κόσμο γύρω της, τα υπόλοιπα χρώματα αρχίζουν να συμπληρώνουν το περιβάλλον της και όταν στο φινάλε ζει τον έρωτα, αυτό γίνεται με όρους technicolor, όπως κάθε παραμύθι που σέβεται το εαυτό του.»

 

πολίτης
Χρήστος Πολίτης

Μια ακόμη αρετή της Αμελί, την οποία γνωρίζουν όλοι οι διαχειριστές κινηματογραφικών και παρακινηματογραφικών σελίδων, αλλά δύσκολα θα παραδεχτούν ανοιχτά, είναι η απαράμιλλη ικανότητα της να αυξάνει το engagement των δημοσιεύσεων στα social media. Κοινώς, αν έχεις καμιά δεκαριά posts στη σειρά που κινήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα, ποστάρεις ένα καρέ από την Αμελί και έρχονται τα likes βροχή. Ο Χρήστος Πολίτης, δημιουργός και διαχειριστής της λαοφιλούς κινηματογραφικής σελίδας στο facebook Ο Χρήστος δεν μένει πια εδώ, μας μίλησε για το φαινόμενο. «Η Αμελί διαθέτει μια naive ευκολία στον τρόπο που προσεγγίζει τον έρωτα, εκείνον τον μοναχικό έρωτα. Εξάλλου “μονάχος βαδίζει κανείς στον έρωτα” έγραφε ο Ρίτσος και οι millenials έκαναν αυτή την αναφορά σημαία μιας γλυκερής αναζήτησης του έρωτα από μια γλυκερή κοπέλα σε ένα γλυκερά φωτισμένο Παρίσι. Εκεί οφείλεται και η πετυχημένη της παρουσία στη social σφαίρα. Η ευκολία του scrollαρίσματος, η ευκολία που προσφέρει κάθε καρέ και κάθε πιθανή ατάκα από την ταινία στην ανακούφιση πως ένας έρωτας βρίσκεται εκεί δίπλα, είναι το αποκούμπι καθενός που θα ρίξει έστω και μια κλεφτή ματιά στο newsfeed του. Έχει μια μαζική αγάπη η Αμελί σαν μορφή, σαν ένας τετραγωνισμένος κύκλος, σαν κάτι που μοιάζει τέλειο, όπως θέλει να μοιάζει ο έρωτας, σαν κάτι που δημιουργεί ποίηση εκεί που δεν υπάρχει ή δεν βλέπεις ότι υπάρχει. Και αυτό το συνταίριασμα είναι που δίνει ελπίδα και στους μη ερωτευμένους να νιώθουν έλξη προς την Αμελί και, μέσα από την Αμελί, για μια άλλη Αμελί. Η απόλυτη επιτυχία στην εποχή του λίγο-ακόμα-σινεμά μέσα από το Ίντερνετ, που μοιάζει και πολύ θα ήθελε να είναι σινεμά. Αλλά ποιός θα τα βάλει με τον κόσμο του διαδικτύου;»

 

λαζαντό
Ελίζ Ζαλαντό

Ρητορική η ερώτηση. Κανείς. Όπως κανείς δεν θα τα βάλει και με τους πολυάριθμους φίλους της ταινίας, που την αγάπησαν όσο λίγες. Μία από τις επώνυμες φαν της Αμελί είναι η Ελίζ Ζαλαντό, Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Την ρωτήσαμε για τους λόγους που αγαπά την ταινία κι εκείνη μας απάντησε τα εξης: «Αγαπώ την Αμελί, επειδή ο Ζενέ καταφέρνει κάτι ακατόρθωτο. Παίρνει τα πιο πολυφορεμένα κλισέ που μπορείς να φανταστείς για τη Γαλλία και τον γαλλικό λαό και κάνει μια ταινία με αξιοσημείωτη φρεσκάδα και πρωτοτυπία. Πιθανότατα αυτός ήταν και ο λόγος που η ταινία σημείωσε τόσο μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία (και τον υπόλοιπο κόσμο): ο οπτικός της κόσμος και το voice-over της είναι ταυτόχρονα εξωπραγματικά και οικεία. Η Αμελί είναι το καλό κορίτσι της διπλανής πόρτας, είναι, όμως, και η τέλεια παριζιάνα – σκανταλιάρα, διακριτικά κομψή, θαρραλέα αλλά θηλυκή, ρομαντική αλλά όχι αφελής. Ο Απρίλιος του 2001, που κυκλοφόρησε η ταινία στη Γαλλία, ήταν μια ιδιαίτερη χρονική περίοδος για τη χώρα, η οποία πανηγύριζε ακόμα την κατάκτηση του Μουντιάλ του ’98 και δεν είχε επηρεαστεί από τις αλυσιδωτές αντιδράσεις που θα προκαλούσε το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη. Η ταινία μου θυμίζει αυτή την ευτυχισμένη, ανάλαφρη περίοδο. Θα ήθελα, όμως, να ξέρω αν η ταινία έχει κάτι να πει και σε κάποιον πέρα από τη γενιά μου και γι’ αυτό απευθύνθηκα στον γιο μου. Τον ρώτησα ποια είναι η γνώμη του για την ταινία κι εκείνος μου απάντησε με τον τρόπο της Αμελί, δηλαδή με μια λίστα με πράγματα που του αρέσουν στην ταινία: το αίσθημα ότι τίποτε κακό δεν πρόκειται να συμβεί, οι υπερκομψοί ηθοποιοί, η μουσική, το κούρεμα, ο εξωτισμός ενός κόσμου χωρίς social media και κινητά τηλέφωνα. Χωρίς αμφιβολία, η Αμελί είναι η αδερφή όλων μας», καταλήγει με ενθουσιασμό.

 

amelie movie
Ο κόσμος της Αμελί βρίσκεται ανάμεσα στην πραγματικότητα και το παραμύθι και ολόκληρη η ταινία είναι ιδωμένη μέσα από ένα φίλτρο μνήμης.

 

παπαδημητριου
Κώστας Παπαδημητρίου

Για τον Κώστα Παπαδημητρίου, καθηγητή εργατικού δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών και φίλο του γαλλικού σινεμά, η ταινία του Ζαν-Πιερ Ζενέ έχει προσωπική σημασία, καθώς έχει ζήσει συνολικά επτά χρόνια της ζωής του στο Παρίσι και πηγαινοέρχεται τακτικά. Του ζητήσαμε να μας μιλήσει περισσότερο γι’ αυτό κι εκείνος είχε την ευγενή καλοσύνη να απαντήσει θετικά στο αίτημά μας. «Η Αμελί, μια καλοστημένη ταινία με μηνύματα ανθρωπιάς, έχει μεγάλη σημασία για μένα και μάλλον και για αρκετούς άλλους εραστές του Παρισιού και των γειτονιών του, όπως της Μονμάρτης. Μου θύμισε και πάλι ότι μέσα σε αυτήν την υπέροχη μεγάλη πόλη υπάρχουν ακόμη οι χαρακτηριστικές γωνιές με τους μικροεμπόρους, με τα καφέ και τους χαρακτηριστικούς, συχνά ιδιόρρυθμους πελάτες τους, με τους διαδρόμους του μετρό και τα βαγόνια του. Ίσως να είναι κι αυτά με το ίδιο τρόπο Παρίσι, όπως τα μουσεία, οι κήποι, τα επιβλητικά κτίρια ή τα μπουλβάρ του που λατρεύουμε. Και η ταινία με γέμισε ευτυχία που η ζωή τα έφερε έτσι, ώστε να μπορέσω να έχω γνωρίσει και αυτό, το άλλο, το καθημερινό Παρίσι. Εκεί κτυπά δυνατά η καρδιά της γαλλικής ζωής με τα καλά της και τα κακά της. Κτυπά μέσα από τους μοναχικούς ανθρώπους της που αναζητούν την ανθρώπινη επαφή με τον γείτονα της ίδιας πολυκατοικίας, με τον διπλανό στην ουρά της αγοράς, με τον θαμώνα του ίδιου café, με το «παιδί» του μπακάλη που τους φέρνει τα πράγματα, αλλά και με τον γονιό που αναζητά την επαφή με το υιό ή την κόρη που του λείπει. Η τρυφερή περιγραφή αυτής της πλευράς της ζωής στην ταινία, που σιγά-σιγά τη βρίσκουμε πια και στη δική μας γειτονιά, δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο. Να λοιπόν γιατί αγάπησα και αγαπώ ακόμα την Αμελί.»

 

παππας
Γιώργος Παππάς

Όλοι αγαπούν την Αμελί, λοιπόν. Όλοι; Όχι! Γιατί στη γοητεία της αντιστέκεται σθεναρά ένα μικρό γαλατικό χωριό, αρχηγός του οποίου είναι ο Γιώργος Παππάς, ο παθολόγος που εδώ και έναν χρόνο μεριμνά για την συστηματική, ψύχραιμη, λεπτομερέστατη και (κυρίως) επιστημονική ενημέρωσή μας για τις εξελίξεις της πανδημίας μέσω των «Ημερολογίων Κορωνοϊού» του στο facebook. Ο Γιώργος Παππάς είναι μανιώδης σινεφίλ, έχει δει στη ζωή του περισσότερες ταινίες από όσες έχουμε δει εγώ κι εσύ και η γάτα μου μαζί. Γι’ αυτόν και τη σύζυγό του Άννα η εμπειρία της προβολής ήταν εφιαλτική, όπως μας περιγράφει με τον ιδιαίτερο τρόπο του. «Η Αμελί δεν είναι ταινία, είναι η βιβλιοθήκη των emoji πριν αυτά εφευρεθούν. Φατσούλες δύο διαστάσεων. Προϋπολογισμένο κολάζ καρτ-ποστάλ, ζωγραφισμένων από πρωτοετείς ατάλαντους της σχολής πλανόδιων καλλιτεχνών της Νέας Μονμάρτης. Μαλλί της γριάς από γριά μάγισσα. Βιομηχανικό κρουασάν που το ζέσταναν στον φούρνο μικροκυμάτων και σου το σέρβιραν για φρέσκο -ναι, αλλά τι ωραία θέα έχει το μπιστρό. Το μουσικό θέμα του Γιαν Τιερσέν, που το έμαθαν και οι γιαγιάδες των ορεινών χωριών και έπαιζαν το θέμα σε ξυλόφωνο για να νανουρίσουν τα εγγόνια τους, μα αγριεύονταν τα άτιμα και έλεγαν "τι χάλια παραμύθι είναι αυτό γιαγιά, και τι παράξενο που είναι το ξωτικό της ιστορίας". Α, το ξωτικό. Δεν είναι που καταργεί κάθε έννοια φινέτσας. Είναι που δεν μπορεί το emoj… το κορίτσι, συγγνώμη. Δεν έχει πάνω από τρεις εκφράσεις το ρεπερτόριό της.  Δεν την ξεχνάμε την εμπειρία, ούτε εγώ, ούτε και η Άννα. Είναι τέλη του 2001 και ψάχνουμε για κρεβατοκάμαρα στην Αθήνα, λίγο πριν παντρευτούμε. Πολύ περπάτημα -τελικά πήραμε από τα Γιάννενα-, πολλή κούραση, και λέμε το βράδυ να δούμε την Αμελί, την παινεμένη. Θυμάμαι κάθε βασανιστική κίνηση των δεικτών του ρολογιού, θυμάμαι τα διόλου παριζιάνικα πιτόγυρα που ονειρεύτηκα για μετά. Για να μην πω για τον τρόμο που ακόμη νιώθει η Άννα στο άκουσμα της λέξης Αμελί.»

 

αμελί ταινία
Η Αμελί δεν είναι ταινία, είναι η βιβλιοθήκη των emoji πριν αυτά εφευρεθούν. Φατσούλες δύο διαστάσεων. Προϋπολογισμένο κολάζ καρτ-ποστάλ, ζωγραφισμένων από πρωτοετείς ατάλαντους της σχολής πλανόδιων καλλιτεχνών της Νέας Μονμάρτης.

 

Αλέξανδρος Διακοσάββας
Αλέξανδρος Διακοσάββας

Αν κάτι μπορεί να προκαλέσει μεγάλη αγάπη, μπορεί να προκαλέσει και μεγάλα μίση, για να παραφράσουμε το γνωστό ρητό. Και, φυσικά, μπορεί να προκαλέσει και μεγάλα πάθη – και παθήματα. Ο αρχισυντάκτης της LiFO Αλέξανδρος Διακοσάββας, για παράδειγμα, είδε την ταινία και ενθουσιάστηκε σε τέτοιο βαθμό, που πήρε κι άλλους ανθρώπους στον λαιμό του. «Όταν κυκλοφόρησε η Αμελί στην Ελλάδα», μας αφηγείται, «πήγαινα Γ' Γυμνασίου και η μοναδική μου επαφή με το σινεμά του Ζαν-Πιερ Ζενέ ήταν το Alien: Resurrection, που είχα δει στη ζούλα, μαζί με τα υπόλοιπα, κάπου στα 12, σε βιντεοκασέτες. Δεν φανταζόμουν τι σχέση θα μπορούσε να έχει η κλωνοποιημένη Ρίπλεϊ με το πονηρό χαμογελαστό ξωτικό Οντρέι Τοτού. Eίχα διαβάσει ήδη για το buzz στη Γαλλία, προετοιμαζόμουν κιόλας για τις εξετάσεις του Sorbonne στα γαλλικά, οπότε μόλις έκανε πρεμιέρα έσπευσα μαζί με τη μαμά μου, που της είχε φανεί αρκούντως feelgood για κυριακάτικη έξοδο μετά του τέκνου της. Την επόμενη μέρα στο σχολείο, θυμάμαι να συζητάω εκστασιασμένος με τη φιλόλογο -φιλιά, κ. Άννη!-  που επίσης την είχε δει μέσα στο σαββατοκύριακο, για τα νοήματά της. Θέλοντας να την ξαναδώ, της πρότεινα να διοργανώσει ομαδική “εκπαιδευτική” επίσκεψη όλης της τρίτης τάξης του 2ου Γυμνασίου Ρόδου σε ειδική πρωινή προβολή στο τοπικό πολυσινεμά. Οι περισσότεροι συμμαθητές μου μού πετούσαν ποπ-κορν κατά τη διάρκεια της προβολής – μάλλον η έλλειψη καφρίλας τους είχε ξενερώσει.»

 

xarsouli
Άλκηστη Χαρσούλη

Κανείς, όμως, εντός της επικράτειας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι μεγαλύτερος φαν της ταινίας από την Άλκηστη Χαρσούλη, μια σινεφίλ με τέτοια λατρεία για την ταινία, που ονόμασε την μικρή της κόρη Αμελί. Την ρωτήσαμε τι ήταν εκείνο που ερωτεύτηκε στην ταινία και την οδήγησε σε αυτή την απόφαση και μας έγραψε τα εξής: «Στον ελληνικό τίτλο της ταινίας σώθηκε μόνο το παιχνιδιάρικο όνομα, χωρίς στάση στη μαγική λέξη “πεπρωμένο”. Υπέροχο πεπρωμένο. Το πεπρωμένο της Αμελί. Ξεκάθαρο, ολόφωτο, θαυμαστό, ίσως η τελευταία έκρηξη χρωμάτων και συναισθήματος πριν τις δύο δεκαετίες που έμελλε να μας τιμωρήσουν, πιθανώς για τούτη την αδιάντροπη ξεγνοιασιά μας, ξεγνοιασιά που άγγιζε την ύβρη. Η Αμελί ήθελε να βοηθά τους ανθρώπους. Να τους κάνει ευτυχισμένους. Ρουφούσε τις λεπτομέρειες, αντιλαμβανόταν τη ζωή τους μέσα από ιστορίες,  οριακά ανεκδοτολογικές, ιστορίες που μπόλιαζαν τις μέρες τους, ίσως και το είναι τους, σίγουρα τις επιθυμίες τους, και τους προκαλούσε να τολμήσουν την ευτυχία. Πόση σοφία σ’ αυτό. Τον μικρόκοσμό σου να αλλάξεις και άλλαξες τον κόσμο όλο! Είκοσι χρόνια πέρασαν από τότε που η Αμελί γύρισε αργά το κεφάλι της και χάρισε στον φακό το πιο αμφίσημο μειδίαμα στην ιστορία του σινεμά. Είκοσι χρόνια από τότε που  το Παρίσι χόρεψε στο ρυθμό ενός βαλς που δεν ήταν αυτοκρατορικό. Είκοσι χρόνια από ένα πεπρωμένο που φάνταζε αινιγματικά υπέροχο καθώς πνιγόταν στο “αγάπη ολούθε”.  Η Αμελί χαμογελά ακόμη μέσα από την οθόνη και δεν έχει ούτε μία ρυτίδα. Και η δική μου Αμελί, έφηβη στο κατώφλι του δικού της πεπρωμένου, κουβαλά το χρώμα του ονόματος που επί τούτου της δώσαμε και πιστεύει στο θαύμα των απανταχού ευτυχισμένων ανθρώπων, ως το μόνο που αξίζει. Και πού ξέρεις;  Μπορεί αύριο να πιστέψω και εγώ.» 

 

Ίσως, τελικά, για αυτό να αρέσει τόσο και σε μας τους υπόλοιπους  η Αμελί, επειδή έχουμε την ενδόμυχη ανάγκη να πιστέψουμε σε ένα τέτοιο θαύμα. Σήμερα περισσότερο από ποτέ.

 

Η Αμελί έγινε 20 χρονών
Σε ποιόν δεν αρέσουν τα σινε-σιροπιαστά αλά nouvelle cuisine;