Δεν μπορώ να μη μιλήσω για αυτήν την αναπάντεχη έκπληξη χωρίς πρώτα και κύρια να μην αναφέρω ότι είναι δημιούργημα της Handmade Films, της εταιρίας που ίδρυσε ο George Harrison των Beatles, με αρχικό σκοπό τη χρηματοδότηση μιας κάποιας ταινίας ονόματι Life of Brian το 1978... Μιλώντας ήδη για το ίσως πιο επιδραστικό συγκρότημα όλου του 20ου αιώνα (παρέα με τους Pink Floyd) και για μια κωμωδία επικού βεληνεκούς, θα έλεγα ότι παραδίδω ενέχυρα ποιότητας στους αναγνώστες και όχι μια πομπώδη επίδειξη γνώσεων. Δεν είναι αυτός ο σκοπός μου.

Ο Bruce Robinson με εξομολογητική διάθεση και ανησυχίες περί της φύσεως της φιλίας έγραψε και σκηνοθέτησε ένα συμπαθέστατο και συνάμα πλήρες νοήματος cult φιλμάκι γυρνώντας μας πίσω στα τέλη της δεκαετίας του 60, για να μας μιλήσει για τις μέρες του στους ένδοξους δρόμους του Camden, μέσα από ένα πρίσμα φλεγματικού βρετανικού μαύρου χιούμορ.

Οι 2 (άντι)ήρωες ζουν στο κέντρο του Camden με την ιδιότητα των ηθοποιών και απολύτως καμία ελπίδα για ένα σίγουρο αύριο, παραπαίοντας από το μεθύσι ολημερίς σε ένα διαμέρισμα βομβαρδισμένο από σκόνη, ποντίκια και τη συνεχή κραιπάλη τους, ενίοτε μόνοι, ενίοτε με το εκκεντρικό βαποράκι τους (ένας Ralph Brown με χαρακτηριστική βαριά προφορά και χίπικη αντιμετώπιση των πραγμάτων). Ο κοχλίας των δύο είναι ο εκκεντρικός Withnail, ένας μποέμ σε λάθος χρονολογία, που φιλοσοφεί περί των αδικιών της ζωής ανατρέχοντας συχνά στα λόγια του Άμλετ, του διακαούς πόθου του, δηλαδή, του ρόλου που τόσο θέλει να ανέβει στη σκηνή και να υποδυθεί.

Καλό το Camden, θα λέγαμε εμείς, αλλά όχι αυτοί. Θέλουν μια αλλαγή, να γεμίσουν τις μπαταρίες τους. Γι' αυτό και επισκέπτονται τον Monty, θείο του Withnail, εκκεντρικό απόφοιτο της σχολής του Harrow με ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις για να πάρουν το κλειδί του εξοχικού του για μερικές μέρες. Επιβαίνουν εν τέλει σ΄ ένα αμάξι με έναν υαλοκαθαριστήρα, που παίζει Jimmy Hendrix από τα ηχεία του και κατευθύνονται προς ένα σαββατοκύριακο γεμάτο από τρελά ευτράπελα.

Σκηνοθετικά μιλώντας, ο Robinson καταφέρνει να πιάσει το πνεύμα μιας δεκαετίας πολέμου και ειρήνης μέσα από τα σκηνικά μιας Αγγλίας που συνεχώς αλλάζει. Αλλά αυτή η αλλαγή δεν μπορεί, όσο εκμοντερνιστική και να 'ναι, να ωφελήσει τους πάντες. Πόσο μάλλον έναν αθεράπευτα ρομαντικό αλαζόνα που καπνίζει και πίνει σαν να μην υπάρχει αύριο και τον συγκάτοικό του που δεν δείχνει να ενοχλείται ιδιαίτερα ζώντας μόνο με επιταγές της κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον έπαινοι για τα μοναδικά πλάνα της βρετανικής εξοχής, ασθμαίνουσας μελαγχολικά, ούσα περικυκλωμένη από την πυκνή ομίχλη.

Παρά την παρακμή και το αληταριό τους όμως, δεν παύουν να έχουν μια μόρφωση και άποψη επί των καθεστηκότων πραγμάτων. Οι πλήρως φιλοσοφικοί διάλογοι, απογυμνωμένοι από οιαδήποτε πομφόλυγα, σε κάνουν να αναθεωρήσεις περί των ρεμαλιών που ζουν με τόσο λούμπεν τρόπο. Επιπλέον, το φλέγον ζήτημα της ταινίας είναι η φύση της φιλίας και πως δυο αντιφατικές προσωπικότητες συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται. Και το μοναδικό κρεσέντο του κλεισίματος σηκώνει το κοινό για να χειροκροτήσει τόσο τον μαέστρο (Bruce Robinson) όσο και τον τενόρο (Richard E. Grant, σε ένα μοναδικό μπαλέτο μεθυσιού ως Withnail).

Τέλος, αναπόφευκτα δεν γίνεται να μην αναφερθώ σε ένα soundtrack που κι αυτό με τη σειρά του αποτυπώνει σε νότες μια δεκαετία με τα πάνω και τα κάτω της. Πανέμορφη ταινία, ιδανική για τους βρετανόπληκτους και όσους θα ήθελαν να ταξιδέψουν πίσω σε εκείνη τη δεκαετία των αντιφάσεων. Των χίπηδων και της δικτατορίας. Του Woodstock και του πολέμου του Βιετνάμ. Των Beatles και της σταδιακής ετοιμασίας του εδάφους για μια θατσερική Αγγλία.

Στα ενημερωμένα videoclub ζητήστε το «Ο φίλος μου κι εγώ» (ο ελληνικός της τίτλος). Υπάρχει, ευτυχώς.

Για περισσότερες cult/obscure ταινίες εδώ