Αυτός ο κύριος μεγάλωσε στα Τζουμέρκα, σε σπίτι χωρίς ρεύμα και χωρίς νερό.

Αυτός ο κύριος μεγάλωσε στα Τζουμέρκα, σε σπίτι χωρίς ρεύμα και χωρίς νερό. Facebook Twitter
Φωτ.: Θεώνη Σκαλέρη
19

ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΝΗ ΣΚΑΛΕΡΗ

Είμαι απ’ τα Τζουμέρκα. Στην Ήπειρο. Το χωριό που γεννήθηκα λέγεται Ντούναβος. 900 μέτρα υψόμετρο και έξι σπίτια όλα κι όλα. Χωρίς ρεύμα και χωρίς νερό. Σ’ ένα απ’ αυτά κι εμείς. Κάτω, είχαμε τα ζώα. Μερικά γελάδια, γίδες και προβατίνες για το γάλα, ένα γάιδαρο για να κουβαλάμε νερό απ’ την πηγή -δυο χιλιόμετρα μακριά, και καμιά δεκαριά κότες για να τρώμε κανα αβγό -όποιος προλάβαινε. Πάνω, το σπίτι είχε δυο μικρά δωμάτια. Στο ένα κοιμόντουσαν οι γονείς με τα τρία παιδιά και στο άλλο, εκεί που ήταν το τζάκι, «μπουχαρί» το λέγαμε, κοιμόντουσαν η γιαγιά με τ’ άλλα τρία.

Επειδή δεν είχαμε πολλά ζώα, φορτώνονταν οι γυναίκες. Έδεναν το ζαλίκι στην πλάτη τους με μια χοντρή τριχιά και πήγαιναν. Το «ζαλίκι» είναι το εμπόρευμα. Έτσι με γέννησε η Βασίλω. Ήταν στα χωράφια φορτωμένη με ξύλα, της ήρθαν οι πόνοι, ξεφόρτωσε, με γέννησε, ξαναφορτώθηκε και πήγαμε. Έξι παιδιά και τα έξι στα χωράφια. Εννιά γέννες, έξι επιζήσαμε. Όχι γιατρός, ούτε  μαμή δεν υπήρχε τότε. Στα τρία μου έπαθα πνευμονία κι ακόμα η μάνα μου λέει ότι ζω από θαύμα. Από τότε άρχισε να πιστεύει. Όλες οι θρησκείες σπέρνουν πάνω στον πόνο. Μορφωμένος – αμόρφωτος, πλούσιος – φτωχός, δεν έχει σημασία, πονεμένος άμα είσαι, τους κάνεις. Η Βασίλω έμαθε ανάγνωση από μόνη της για να διαβάζει το Λόγο του Θεού και να παίρνει δύναμη. Και πάντα πριν μας ξυλοφορτώσει φώναζε: «Για τ’ όνομα του Θεού!».

Η Εξουσία τότε στα χωριά ήταν ο δάσκαλος, ο παπάς κι ο χωροφύλακας. Το όνειρο της Βασίλως για τα τρία της αγόρια ήταν να γίνουμε ή δάσκαλοι ή παπάδες. Χωροφύλακες δεν ήθελε. Ήθελε να μας σέβονται αλλά όχι με το ζόρι. 

Το σχολείο ήταν στο απέναντι χωριό, στους Χριστούς. Πέντε χιλιόμετρα χωματόδρομος. Και πίσω. Εγώ τις περισσότερες μέρες δεν πήγαινα. Έφτανα όσο μακριά έφτανε το βλέμμα της μάνας μου, στα μισά περίπου του δρόμου. Όταν μ’ έχανε απ’ τον ορίζοντα της, την κοπάναγα. Σκορπιζόμασταν στα χωράφια μαζί με τους φίλους μου και παίζαμε κλεφτοπόλεμο μέχρι το μεσημέρι. Το μισούσα το σχολείο. Μόνο το «Μικρό Καουμπόυ» ήθελα να διαβάζω, πέθαινα για το «Μικρό Καουμπόυ». Έκλεβα για να τον αγοράζω. «Μικρός Καουμπόυ» και «Παλλάς» κασετίνα. Από 7 χρονώ κάπνιζα. Αλητήριος.

Θυμάμαι είχαμε ένα δάσκαλο, το Χόρεβα. Μας χόρευε στο ταψί. Τι τιμωρίες, τι ξύλο...Την άνοιξη πετούσαν κάτι μεγάλες σφήκες, ζερζένια τα λέγαμε. Φυλακίζω ένα μέσα σ’ ένα μαντίλι και το βάζω κάτω απ’ το κουδούνι, στην έδρα του. Μετά αρχίζω να κάνω φασαρία, αυτός σηκώνει το κουδούνι για να μου κάνει παρατήρηση, πετάγεται το ζερζένι και τον τσιμπάει στη μούρη. Τότε μου λέει: «Πήγαινε φτιάξε μου μια βίτσα να λυγίζει τόσο πολύ που να κάνει ημικύκλιο.» Πάω κι εγώ, μια και δυο, κόβω το πιο νεαρό κλαδί, το πλανίζω με το μαχαίρι και του την πάω. Γυαλιστερή -γυαλιστερή. «Τώρα γύρνα τις παλάμες σου για να τη δοκιμάσω» μου λέει. Από τότε, ό,τι κι αν γινόταν στην τάξη, εμένα βάραγε με τη βίτσα. Και να μη σπάει η άτιμη...Αθάνατη.

Φτωχός δεν ένιωσα ποτέ. Μόνο που δεν είχαμε φαγητό να φάμε. Ήμασταν όμως όλοι ίδιοι. Αυτός ήταν ο τρόπος ζωής που ξέραμε, δεν είχαμε δει άλλη ζωή. Μπορεί κι οι έξι οικογένειες του χωριού να πεινούσαμε αλλά ούτε φτωχοί νιώθαμε, ούτε δυστυχισμένοι. Η μάνα μου, όταν δεν είχαμε να φάμε, μας τάιζε ξυδότριψα. Μέσα σ’ ένα πιάτο ανακάτευε νερό, ζάχαρη, ξύδι και ψωμί. Αυτό δεν ήταν για να χορταίνεις, ήταν για να σου ανακατεύει το στομάχι και να μη πεινάς. Σε θερίζει το ξύδι. Ένα καλοκαίρι ήρθαν στο χωριό κάτι ξαδέρφια μου που μένανε στα Γιάννενα και τρώγανε κάθε μέρα κρέας. Ήρθαν στο χωριό για «διακοπές».Τα μαλακισμένα ξετρελάθηκαν με την ξυδότριψα. Κι όλο να φωνάζουν:«Θεία! Φτιάξε μας κι άλλη ξυδότριψα!!» Μου’ ρχόταν να τους τρίψω τη μούρη μέσ’ τη γαβάθα με την ξυδότριψα και να σκάσουν μια για πάντα τα κωλόπαιδα. Κάπως έτσι νιώθεις φτωχός, το πιάνεις;   

  

Ο πατέρας μου ήταν αγωνιστής. Είχε πολεμήσει στον Εμφύλιο αλλά δεν εννοώ αυτό. Όλοι πολεμούσαν τότε. Αγωνιστής της ζωής. Εκείνα τα χρόνια ήταν πιο δύσκολο να επιβιώνεις στη ζωή παρά στον πόλεμο. Κι ο πατέρας μου ήταν πολύ περήφανος. Ποτέ του δε ζητούσε τίποτα. Από κανένα. Οι περήφανοι άνθρωποι ζουν πικραμένοι. Και φεύγουν πικραμένοι. Νωρίς συνήθως.

Μια μέρα έβρεχε πολύ κι είχαμε κατέβει μαζί στο ποτάμι να μαζέψουμε ψάρια. Τα ψάρια με τη βροχή μπερδεύουνε τα νερά, χάνουν το δρόμο τους και πετάγονται στη στεριά. Κανονικό θαύμα. Ειδικά άμα πεινάς. Ο πατέρας μου μού ζητούσε πολλή ώρα να πάω να του πάρω τσιγάρα αλλά εγώ αρνιόμουνα, δεν ήθελα. Τότε, ένας συγχωριανός μού φωνάζει: «Παναγιωτάκη να σου δώσω εγώ μια δραχμή να πας να μου πάρεις εμένα τσιγάρα;» Άρπαξα τη δραχμή κι άρχισα να τρέχω χωρίς να σκεφτώ τίποτα. Ο πατέρας μου ούτε καν μου φώναξε «πάρε μου κι εμένα». Κι όταν γύρισα δε με βάρεσε. Ποτέ του δεν είχε σηκώσει χέρι πάνω μου. Με έφτυσε.

Το καλοκαίρι του ’71, 12 χρονών παιδάκι, κατέβηκα πρώτη φορά στην Αθήνα να δουλέψω στο περίπτερο ενός συγχωριανού μας στο Κολωνάκι, Πατριάρχου Ιωακείμ και Μαρασλή. Υπάρχει ακόμα. Όταν είδα πρώτη φορά τρόλεϊ, μου’ κανε τρομερή εντύπωση. «Τι είναι αυτό με τα κέρατα;» ρώτησα την περιπτερού. «Και τι το ταΐζουνε κι είναι τόσο μεγάλο;»

Τα κοριτσάκια και τ’ αγοράκια που βγαίναν απ’ το Μαράσλειο γελάγανε μαζί μου, με δουλεύανε. «Το βλαχάκι -Το χωριατόπαιδο» σαν να γραφόταν στα μάτια τους όταν με κοίταζαν. Άρχισα να ντρέπομαι που είμαι από χωριό. Το’ κρυβα. Μόλις έπιασα κάποια λεφτά στα χέρια μου, άρχισα να κυκλοφορώ με παντελόνι ατσαλάκωτο και πουκάμισο ατσάκιστο. Έλεγα ότι είμαι απ’ την Αθήνα. Όταν πια τα κατάφερα κι όλοι με πιστεύανε, ξυπνάω ένα πρωί και λέω στον εαυτό μου: «Για ποιον και για τι τραβάω όλη αυτή την καταπίεση; Αυτοί που θέλω να τους μοιάσω, σε τι είναι καλύτεροι από μένα; Στην τελική, τους εκτιμώ αυτούς που με κρίνουν; Όχι. Ε λοιπόν να πα να...» Έβαλα ένα τριμμένο τζην και βγήκα ξυπόλητος στο δρόμο. Και κοίτα να δεις που κι αυτό, λίγα χρόνια μετά, έγινε μόδα. Οι πιο πολλοί άνθρωποι λειτουργούν σαν τα τηλεκατευθυνόμενα. Τα περισσότερα ζώα είναι πολύ πιο υποψιασμένα μπροστά τους.

Όταν απαρνιέσαι τον τόπο που κατάγεσαι, απαρνιέσαι αυτό που είσαι. Τώρα που το σκέφτομαι, ντρέπομαι μέσα μου που έστω και για λίγο ήθελα να παίξω τον ιλουστρασιόν και παραμύθια μάντολες. Δεν είμαι έτσι εγώ. Εγώ είμαι απ’ τα Τζουμέρκα. Και το’ χω καμάρι. Κι αν δε μου ζητούσες να μιλήσω για τις ρίζες μου, δε θα σου’ δινα ποτέ συνέντευξη. Τα σιχαίνομαι όλα αυτά. Όποιος δίνει συνέντευξη είναι ψώνιο. Ασήμαντος. Γι’ αυτό τους αρέσει να μιλάνε για την πάρτη τους. Γιατί αν δε μιλούσανε οι ίδιοι για την πάρτη τους, ποιος χέστηκε αν υπάρχουν. Ενώ αυτός που θα βρει το εμβόλιο του καρκίνου θα πει δυο-τρία λόγια, κι αυτά με το ζόρι, αλλά θα θυμούνται τ’ όνομα του γενιές και γενιές.

Και να μη γράψεις τ’ όνομα του μαγαζιού, δε θέλω διαφήμιση. Ούτε φωτογραφία μου να βάλεις, δε θέλω. Τι με κοιτάς;  

Αρχείο
19

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Μετά την πανδημία του κορωνοϊού, η ανισότητα θα αυξηθεί»

Σωτήρης Ντάλης / «Μετά την πανδημία του κορωνοϊού, η ανισότητα θα αυξηθεί»

Ο αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου και επικεφαλής της Μονάδας Έρευνας για την Ευρωπαϊκή και Διεθνή Πολιτική σχολιάζει τον αντίκτυπο της πανδημίας και της εκλογής Μπάιντεν στην Ευρώπη.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Επί Τραμπ οι μειοψηφίες κατέστησαν πλειοψηφίες»

Σωτήριος Σέρμπος / «Επί Τραμπ οι μειοψηφίες κατέστησαν πλειοψηφίες»

Τι σηματοδοτεί η εποχή Μπάιντεν και τι αφήνει πίσω του ο απερχόμενος Πρόεδρος; Απαντά στη LiFO ο Σωτήριος Σέρμπος, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Παν/μιο Θράκης και Ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Θεοκλής Ζαούτης: «Είναι αρκετά πιθανόν να έχουμε τρίτο κύμα πανδημίας»

Ελλάδα / Θεοκλής Ζαούτης: «Είναι αρκετά πιθανόν να έχουμε τρίτο κύμα πανδημίας»

Ο καθηγητής Παιδιατρικής και Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και μέλος της Επιτροπής των Λοιμωξιολόγων του υπουργείου Υγείας μιλά για τα τελευταία δεδομένα της πανδημίας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ο γυμνός βασιλιάς, το Καπιτώλιο και η επόμενη μέρα

Νικόλας Σεβαστάκης / Ο γυμνός βασιλιάς, το Καπιτώλιο και η επόμενη μέρα

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ένας Γουίλι Σταρκ της εποχής μας. Υπάρχει κάτι σημαντικό που χωρίζει τη λαϊκιστική φαντασία των χρόνων του Μεσοπολέμου –όπως την αναπλάθει το μυθιστόρημα του Γουόρεν– από τα πλήθη που είδαμε να βγαίνουν από τα μεσαιωνικά σπήλαια των social media για να ορμήσουν προς το Καπιτώλιο.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
Ευάγγελος Μανωλόπουλος: «Να μάθουμε να ζούμε με τις μάσκες, γιατί θα αργήσουμε να τις βγάλουμε»

Ελλάδα / Ευάγγελος Μανωλόπουλος: «Να μάθουμε να ζούμε με τις μάσκες, γιατί θα αργήσουμε να τις βγάλουμε»

Ο καθηγητής Φαρμακολογίας, Φαρμακογονιδιωματικής και Ιατρικής Ακριβείας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Φαρμακολογίας, Ευάγγελος Μανωλόπουλος, μιλά στη LiFO για τα εμβόλια και τις φαρμακευτικές αγωγές που εξετάζονται. Απαντά για το δεύτερο κύμα της πανδημίας, εξηγεί ποια είναι η αλήθεια για τις ΜΕΘ, πότε θα αποχωριστούμε τις μάσκες αλλά και πότε προβλέπεται η επάνοδος στην κανονικότητα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Γιατί η ασφάλεια του εμβολίου είναι υψηλού βαθμού; Ο καθηγητής της Οξφόρδης Πέτρος Λιγοξυγκάκης εξηγεί

Τech & Science / Γιατί η ασφάλεια του εμβολίου είναι υψηλού βαθμού; Ο καθηγητής της Οξφόρδης Πέτρος Λιγοξυγκάκης εξηγεί

Τι θα σημάνει η γενική χρήση των εμβολίων; Θα εφαρμοστούν νέοι κανόνες σχετικά με τον εμβολιασμό; Πότε προσδιορίζεται η έναρξή του; Και τι γίνεται με τους αρνητές;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Η ενδοχώρα της άρνησης και το εμβόλιο

Νικόλας Σεβαστάκης / Η ενδοχώρα της άρνησης και το εμβόλιο

Η όποια στρατηγική για τον εμβολιασμό χρειάζεται να είναι σκληρή με τον νεοφασισμό των fake news και της ωμής παραπλάνησης. Την ίδια στιγμή, όμως, πρέπει να εντάξει τις ανησυχίες, τις αντιρρήσεις και τις δεύτερες σκέψεις πολλών ανθρώπων.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗΣ
Ευάγγελος Καϊμακάμης: «Έχουν πεθάνει πολλοί σαραντάρηδες στα χέρια μας χωρίς προβλήματα υγείας»

Ελλάδα / Ευάγγελος Καϊμακάμης: «Έχουν πεθάνει πολλοί σαραντάρηδες στα χέρια μας χωρίς προβλήματα υγείας»

Ο πνευμονολόγος-εντατικολόγος στο νοσοκομείο Παπανικολάου μιλά για την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στις ΜΕΘ και τις μελλοντικές ανησυχίες του σχετικά με την πανδημία.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Θεόδωρος Βασιλακόπουλος: «Ακόμη κι αν είχαμε 10.000 κλίνες ΜΕΘ, αν γέμιζαν όλες, θα θρηνούσαμε 4.000 θανάτους»

Ελλάδα / Θεόδωρος Βασιλακόπουλος: «Ακόμη κι αν είχαμε 10.000 κλίνες ΜΕΘ, αν γέμιζαν όλες, θα θρηνούσαμε 4.000 θανάτους»

Ο καθηγητής Πνευμονολογίας-Εντατικής Θεραπείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών σχολιάζει όλες τις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

σχόλια

15 σχόλια
Οι γονείς μου ήταν Γιαννιώτες και μεγάλωσαν στα εκεί χωριά (γεν. το 1947) και έχω μάθει και εγώ να τα θεωρώ πατρίδα μου παρότι δεν έχω ζήσει εκεί. Οι ιστορίες που έχω ακούσει για τη φτώχεια των γύρω περιοχών είναι άλλο πράμα. Κρέας έτρωγαν μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα. Τα κορίτσια εργάζονταν πολύ σκληρά και συνήθως μόνο το αγόρι έστελναν στο Γυμνάσιο, στα Γιάννενα. Καταταλαιπωρημένη περιοχή η Ήπειρος. Στέρφα γη, ήθελε μεγάλο κόπο για να δώσει έστω και τα βασικά. Επίσης, άγριο και μελαγχολικό τοπίο, συνεχής βροχή και υγρασία, εξ ου και το μεγάλο ποσοστό ψυχικών ασθενειών, σύμφωνα με κάποιους ερευνητές. Σήμερα βέβαια, ο καθένας έχει από τρία σπίτια στα Γιάννενα, αυτή είναι άλλη ιστορία. Νομίζω πάντως ότι όσοι έφυγαν για την Αθήνα σε μικρή ηλικία, κουβαλούν πάντα μέσα τους μια μελαγχολία για τη γενέτειρα. Κάποιους τους πείραξε πολύ η ανέχεια ακόμη και αν ζούσαν όλοι έτσι τότε. Εξαιρετική συνέντευξη...
Γιατι δεν πρέπει να έχει πούρο?δούλεψε και το απεκτησε που ειναι το κακο ? μα εχει πουρο και τοσα χρονια δουλευει ,πως θα επρεπει να ειναι ?για να σας αρεσει ?
Μου κανει τρομερη εντυπωση, ανθρωπος που το 71 ηταν 12 χρονων, να εχει ζησει ετσι. Ειμαι μικροτερη 5 χρονια απο αυτον, μεγαλωσα σε μεγαλη επαρχιακη πολη και για τετοια ζωη (φτωχεια, ξυπολητα παιδια, κλπ) μονο στις διηγησεις της μητερας μου και της γιαγιας μου εχω ακουσει.Αξιεπαινος παντως και γλαφυροτατη η αφηγηση...
Προφανώς η μεγάλη επαρχιακή πόλη ήταν αρκετά μεγάλη και οι γονείς σου μικρή σχέση είχαν με την αγροτιά...ο πατέρας μου το 60 γεννηθείς, ανάλογες παιδικές αναμνήσεις έχει κ σπάνια τις αναφέρει...Μόνο η γιαγιά μου έχει μείνει να μου λέει για το καλύτερο δώρο που είχε ως παιδί, κ για το οποίο το έσκασε όλο χαρά από το σχολείο, το κρατούσε πίσω από τα χέρια του για να της το δείξει όλο καμάρι...ένα ζευγάρι λαστιχένια παπούτσια δώρο από τον δάσκαλο...Στην Ήπειρο, οι κακουχίες εκτός λίγων περιοχών πέριξ των Ιωαννίνων, ήταν κάτι το σύνηθες...σε πολλές περιπτώσεις ακόμη είναι (αναλογικά βέβαια με το 2015 που ζουμε)
ΤΖΟΥΜΕΡΚΑ ΜΟΥ ΠΕΡΗΦΑΝΑ.....!για οποιον δεν εχει παει,να παει οσο ακομη δεν εχει την <<αναπτυξη>> τηs υπολοιπηs ορεινηs ηπειρου!και στα δυτικα και στα ανατολικα τζουμερκα!τζουμερκιωτηs
Δε θελω φωτογραφια...αλλα κοιταζω το φακο κρατωντας πουρο...χωριατης παρεμεινες φιλαρακο...και μη μπερδευτουνε μερικοι...αλλο χωρικος, αλλο χωριατης...
Εμένα με ταίζανε ψωμί με λαδι αλατι και ρίγανη. Ακόμα είναι το αγαπημένο μου φαγητό. Γαμώ την πόλη μου. Έφυγα και όποτε επιστρέφω είμαι σαν τουρίστας τώρα πια. Παντού ξένος.
Εντυπωσιακός κύριος! Εντυπωσιακή ιστορία! Απο που να αρχίσω και που να τελείωσω. Μονο αυτό: πολλοί μεγαλώσαμε σε απλές και φτωχικές συνθήκες (σχετικό κι αυτό), άλλα κανείς δεν μιλάει για αυτήν με τόση ειλικρίνια. Ολοι προσπαθούν να δείξουν κάτι διαφορετικό και κάπως έτσι χάνονται και οι αξίες θαρρώ.
Κάπως έτσι μεγάλωσα κι εγώ. Σε λίγο μεγαλύτερο χωριό, άρα και λίγο καλύτερες οι συνθήκες. Φτωχή δεν ένιωσα ποτέ. Πλούσια νιώθω ακόμα με ότι έχω μέσα μου.. Τα σέβη μου Κύριε
Κάπως έτσι μεγάλωσα κι εγώ. ίσως όχι με τόσο σκληρές συνθήκες αλλά με τα πάντα μετρημένα. Δεν ένιωσα ποτέ φτωχή. Είμαι περήφανη και με τίποτα δεν θα άλλαζα αυτό που είμαι.
Διαβάζω αυτές τις ιστορίες και πιστεύω πως μπορώ να τα καταφέρω. Οι σημαντικότεροι άνθρωποι είναι δίπλα μας και δεν είναι "επώνυμοι". Πλέον έχω πεισμώσει και κάποια στιγμή θα κάνω το δικό μου όνειρο πραγματικότητα! Θα γίνω σκηνοθέτης στα 30 plus και όλοι θα μιλούν για τις ταινίες μου. Επιτέλους το εκφράζω και κάπως έτσι κάνω την αρχή.