2008, Δεκέμβρης, μόλις έχω μετακομίσει σε ένα διαμέρισμα της οδού Ελπίδος στην πλατεία Βικτωρίας. Λίγους μήνες πριν, τέτοιες μέρες, ο ηθοποιός Νίκος Σεργιανόπουλος είχε βρεθεί σφαγμένος μεσ' στο σπίτι του στο Παγκράτι από έναν Γεωργιανό πού'χε ψωνίσει στις πιάτσες της νύχτας.

 

Το θέμα ήταν και είναι φρέσκο, αφού ακόμα πουλάει τρελά στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, κι εγώ τότε εργαζόμουν και αμοιβόμουν, ώστε να πηγαίνω στο περίπτερο της πλατείας και να δίνω ένα πενηντάρικο κάθε Σ/Κ για να μαζεύω όλη τη χαρταδούρα του.

 

Μεγάλος κουτσομπόλης ο περιπτεράς της πλατείας Βικτωρίας! Παραδόξως όχι ρατσιστής, αν και η πλατεία θύμιζε Μπαγκλαντές από μια ώρα και μετά, ούτε και ομοφοβικός. Σίγουρα πάντως, γνωρίζοντας με ως ντοκιμαντερίστα, θεωρούσε καλό να με τροφοδοτεί με πληροφορίες για τον ανορθόδοξο βίο κάποιων ανθρώπων, που περνούσαν από κει, αλλά με έναν τρόπο χαμηλού επιπέδου, όχι μακριά απ' αυτόν του καφενόβιου που τα λέει στον καφενέ με τον γείτονα.

 

Σχόλιο για την περίπτωση του Νίκου Σεργιανόπουλου


''Τον φουκαρά'' σχολίασε μια μέρα για το εξώφυλλο μεγάλης εφημερίδας με τη φωτογραφία του Σεργιανόπουλου εξ αιτίας της δίκης του Γεωργιανού που συνεχιζόταν. ''Τον έβλεπα συχνά τα βράδια να έρχεται και να φεύγει τα χαράματα με αλλοδαπούς''. ''Μιλούσατε;'' τον ρώτησα. ''Όχι, περπατούσε πάντα γρήγορα, με μισοσκεπασμένο πρόσωπο, χανόταν κάπου για λίγο, εμφανιζόταν πάλι κι αυτό γινόταν''. Το ''κάπου'', συμφώνως με τον περιπτερά, ήταν το σκοτεινό υπόγειο του κλειστού ηλεκτρικού σταθμού, όπου εκεί – λέει – ο ηθοποιός συγκέντρωνε τους μετανάστες και τους έβαζε να μετρήσουν τα πέη τους. Στο τέλος έφευγε με τον πιο θλιβερό στην όψη, τον πιο βρώμικο, μικρόσωμο, κακοντυμένο και άσχημο.

 

Με συγκίνησε, αν φυσικά επρόκειτο για αλήθεια, η επιλογή αυτή του Σεργιανόπουλου. Μου θύμισε την Ιζαμπέλ Ατζανί στο ριμέικ του ''Νοσφεράτου'' του Χέρτζογκ, που πλάγιαζε με τον κακάσχημο βρυκόλακα – Κλάους Κίνσκι προκειμένου να σώσει την ανθρωπότητα απ' τη μόλυνση της πανούκλας.

Σχόλιο για την περίπτωση του Νίκου Σεργιανόπουλου


Κι ας μην τον είχα ποτέ σε μεγάλη εκτίμηση. Όχι φυσικά τον άνθρωπο, διότι δεν τον γνώριζα, αλλά τον ηθοποιό. Και για να μην είμαι άδικος, ούτε με τον ηθοποιό είχα πρόβλημα, όσο με τις σειρές τις οποίες έπαιζε. Σπανίως, βλέπεις, καθηλώνομαι στην τηλεόραση και δεν μου αρέσουν ηθοποιοί που γίνονται γνωστοί στο πανελλήνιο μέσω αυτής. Συν τοις άλλοις, φαινόταν πως ο εν λόγω ηθοποιός είχε θεατρικές καταβολές και σημαντικές μάλιστα, τις οποίες κουβαλούσε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

 

Δεν ήταν Ταχτσής ο Σεργιανόπουλος, ούτε Παζολίνι. Ούτε ποιητής – συγγραφέας, ούτε και διανοητής της Αριστεράς.

Οι παρέες του δεν ήταν άνθρωποι που χάραζαν γραμμή στο πολιτιστικό τοπίο της χώρας, αλλά καναλάρχες, τηλε-σταρ και έμποροι κόκας.

 

Η τραχιά ζωή του χασικλή και του τζάνκι, πόσω μάλλον του εκπορνευόμενου, ανέκαθεν απείχε μίλια μακριά απ' αυτήν του κοκάκια που κερδίζει πολλά χρήματα απ' την όποια δουλειά του και τα σπρώχνει στο πάθος του.

 

Αυτό έκανε λιγότερο ευαίσθητο άνθρωπο τον αδικοχαμένο ηθοποιό; Σε καμία περίπτωση!

 

Μόνο που ο Σεργιανόπουλος δεν φαινόταν να διασκεδάζει και να ψυχαγωγείται από τα πάθη του. Δεν θα σκεφτόταν ποτέ να κρατήσει λευκώματα με φωτογραφίες από τα γεννητικά μόρια όλων των εραστών του, όπως έκανε ο Ταχτσής και τα επιδείκνυε με καμάρι σε φίλους του ποιητές.

 

Ο Σεργιανόπουλος έμοιαζε δέσμιος της κατάρας του τηλεοπτικού life – style που συγκρουόταν ανελέητα με την αδέσμευτη προσωπικότητα του.

 

Είμαι σχεδόν σίγουρος πως αν δεν επιδιδόταν στο σπορ των κυριλέ ναρκωτικών, αν δεν ήταν εξαρτημένος, θα μπορούσε να τα παρατήσει όλα και να εξαφανιστεί στο Άγιο Όρος ή στη Ζιμπάμπουε, όπως έκανε και η Σωτηρία Λεονάρδου το ΄88 αμέσως μετά τη βράβευση της στο κιν/φικό φεστιβάλ του Βερολίνου.

 

Τουλάχιστον τον Σεργιανόπουλο δεν τον είδαμε ποτέ απ' τη μια να τραγουδάει με τον Θεοδωράκη στο Σύνταγμα κι απ' την άλλη να ''ακούγεται'' για όργια σε κότερα με παρτούζες και κόκες.

 

Το τι έκανε τα βράδια αφορούσε τον ίδιο, πέντε – δέκα άλλες ψυχές που είχαν δικαίωμα στην καύλα και το σεξ, άντε και τους περίεργους περιπτεράδες. Όχι, πάντως, τον ανερμάτιστο σεσημασμένο τύπο που τον έσφαξε σαν κοτόπουλο, ούτε και τα αιμοβόρα κανάλια που τον έκαναν μεταθανάτιο νούμερο στο τσίρκο της τηλεοπτικής αρένας τους.

 

Στο βίντεο του post, ο τραγουδοποιός Benjamin Smoke (1960 - 1999) ερμηνεύει τη σύνθεση του, ''Curtains''. Οι φωτογραφίες του post είναι πίνακες του Francis Bacon (1909 - 1992).