Εικόνα πρώτη: Ανοίγω σήμερα το πρωί το email μου. Βλέπω το μήνυμα της Δήμητρας Νικολοπούλου από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: ΣΥΛΛΗΠΗΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΙΝΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ...Ένας κόμπος ανεβαίνει στο λαιμό μου, ''όχι, ρε πούστη μου'' μονολογώ. Γκουγκλάρω λαχανιασμένα το όνομα της, πέφτω στο άρθρο του Γιάννη Ζουμπουλάκη από το ΒΗΜΑ. Από κάτω, στα σχόλια, ανεγκέφαλοι φασίστες, αγράμματοι άνθρωποι, ασελγούν στη μνήμη της.

 

Εικόνα δεύτερη: Αποφασίζω να ξυρίσω το κεφάλι μου. Πάω στο κουρείο της γειτονιάς, ''έχω κόσμο, ελάτε σ' ένα τέταρτο'' μου λένε, παίρνω καφέ, κάθομαι απ' έξω κι ανάβω τό'να τσιγάρο μετά το άλλο. Σκέφτομαι την Αλίντα κι αρχίζω να κλαίω. Ο κόσμος περνάει, βλέπουν ένα τύπο με σκισμένη φόρμα και πέδιλα, να πίνει καφέ και να κλαίει - ''απ' το τρελοκομείο θα βγήκε'' λένε σίγουρα, αλλά κι εγώ χέστηκα.

 

Μέσα σ' ένα τέταρτο της ώρας βλέπω την Αλίντα Δημητρίου σε απανωτά φλας - μπακ από αυτή τη μία δεκαετία που είχα την τύχη να τη συναναστραφώ.

 

Τη γνώρισα το 2002 στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας. Τότε που δεν είχα καμία υπόσταση σ' αυτόν τον κωλοχώρο κι ανέβηκα στο φεστιβάλ με την πρώτη μου ταινία για τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Βασική ανταγωνίστρια μου ήταν η, αναγνωρισμένη ήδη μεταξύ των μικρομηκάδων, Εύη Καραμπάτσου με το ντοκιμαντέρ της για μία σπουδαία Κουβανέζα τραγουδίστρια. Θυμάμαι ότι μετά βίας είχα τυπώσει δέκα αφίσες, ενώ τα επίσημα έντυπα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου κυκλοφορούσαν στο φεστιβάλ με την αφίσα της Καραμπάτσου στο εξώφυλλο τους. Μία μέρα, σε ένα από τα συνήθη τραπεζώματα, με πιάνει η Αλίντα και μου λέει με δηκτικό ύφος, παρουσία της Μαρίζας Κωχ και της Νένας Βενετσάνου που είχαν επίσης ανέβει στη Δράμα για να στηρίξουν τη συμμετοχή μου: ''Άκουσε να δεις, αγόρι μου, μπορεί να έχεις κάνει μία καλή ταινία, αλλά μην πας να τα βάλεις με την Εύη, πού'χει πάρει ήδη τα βραβεία της''. Εγώ θυμώνω ως συνήθως. Με όλο τον αυτονόητο σεβασμό της εξηγώ πως ''εδώ δεν ήρθαμε να παίξουμε μπάλα και να προβούμε σε χουλιγκανισμούς, αλλά να δείξουμε τις ταινίες μας''. Γίνεται η απονομή, το ντοκιμαντέρ μου φεύγει με τέσσερα βραβεία και βγαίνοντας έξω από την αίθουσα της τελετής συναντιέμαι με την Αλίντα. Δεν μου λέει τίποτα, με κοιτάζει μόνο εμφανώς λυπημένη που το ''πνευματικό παιδί'' της είχε μόλις καταποντιστεί στα βραβεία του φεστιβάλ. Εκεί πάλι δε θυμώνω καθόλου, την καταλαβαίνω. Αυτή η γυναίκα που πρόσφερε τόσα για τις γυναίκες στην Ελλάδα λυπήθηκε που μία άλλη γυναίκα, νεότερη συνάδελφος της, ''ηττήθηκε'' από έναν πιτσιρικά που δεν τον ήξερε η μάνα του. Δυστυχώς σε τέτοιο κακό trip σε βάζουν ανέκαθεν οι διαγωνισμοί και τα φεστιβάλ, πόσω δε μάλλον όταν παίζει και χρήμα...

 

Ένα χρόνο αργότερα, ένα βράδυ δέχομαι ένα απρόσμενο τηλεφώνημα. Είναι η Αλίντα με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή της. Με καλεί να φάμε σπίτι της παρέα με τον κοινό μας φίλο και γκουρού μου, ποιητή Αντρέα Παγουλάτο. Εκεί μου εξομολογείται πως πράγματι η ταινία μου άξιζε να βραβευθεί στο φεστιβάλ και πως όλο αυτόν τον καιρό σκεφτόταν κι αυτή εκείνη τη βουβή συνάντηση μας έξω από την αίθουσα της τελετής απονομής. Νιώθω ότι θέλει να με γνωρίσει καλύτερα. Κι εγώ, όμως, θέλω. Την εκτιμώ απεριόριστα. Μέσα σε μια ώρα έχουμε αφήσει πίσω τα φεστιβάλ και τις ταινίες και μιλάμε για την ελληνική ιστορία. Το κρασί ρέει, οι δεκαετίες επελαύνουν μεσ' απ' τον λόγο της, ο Παγουλάτος θυμάται τον Ferlinghetti που του πέταξε κάποτε το καπέλο του μέσα στη Cinematheque του Παρισιού κι αυτός με τη σειρά του το πέταξε σε κάτι πανκιά κι έγινε το ''έλα να δεις'', γελάμε μέχρι δακρύων με την Αλίντα και λίγες ώρες μετά φεύγω από την οικία της τρισευτυχισμένος.

 

Κάνω αρκετά χρόνια να την ξαναδώ, αλλά μιλάμε τακτικά στο τηλέφωνο. ''Γιατί, βρε, δε με φώναξες στην πρεμιέρα σου;'' μου λέει κάποια στιγμή μεταξύ μαλώματος και παράπονου που, όντως, δεν την είχα καλέσει μεσ' στο τρέξιμο μου στην πρώτη προβολή του ''Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ''. Απολογούμαι. Ξαναβρισκόμαστε, πάντα με τον Παγουλάτο. Εκεί μου λέει για την κινηματογραφική τριλογία της με θέμα το ρόλο των γυναικών στη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Παρατηρώ το πρόσωπο της. Μου φαίνεται απίστευτα όμορφη και ελκυστική γυναίκα.

 

Το σκαμμένο δέρμα της δεν οφείλεται στη φθορά του χρόνου, αλλά στον πνευματικό της μόχθο. Βλέπω το σήμα ειρήνης των Λαμπράκηδων σε κυκλάκια στο μέτωπο της, στα μάγουλα της, παντού. Τα σχέδια της προχωρούν. Η Αλίντα Δημητρίου, η ''μαμά'' των Ελλήνων δημιουργών ντοκιμαντέρ ή και η ''γιαγιά'' για τους πιο νέους, καταφέρνει να ολοκληρώσει μόνη της, χωρίς καμία κρατική υποστήριξη, τις τελευταίες ταινίες της - παρακαταθήκη για το μέλλον.

 

Το 2009 βρισκόμαστε ακόμη μία φορά στο σπίτι της. Προθυμοποιούμαι να της πάρω μία μεγάλη συνέντευξη για το περιοδικό ''Culture'' του ''Επενδυτή'', έτσι, για να ενισχύσω φιλότιμα την προσπάθεια της. Εκείνο τον καιρό μόλις έχει βγει και το πρώτο αγγλόφωνο άλμπουμ του Lolek. Ο Αντρέας Παγουλάτος που έχει δει live τον Lolek στην Κλαυθμώνος, της μιλάει για έναν καινούργιο τραγουδοποιό με έντονες ιστορικές αναφορές στον στίχο του. Εννοούσε το τραγούδι ''Δεν αρκεί'' που ακόμη ήταν σε πρωτόλεια μορφή και θα κυκλοφορούσε στον δεύτερο ελληνόφωνο δίσκο του Lolek, εν τη απουσία πια του Παγουλάτου. Το έχω μαζί μου σε cd. Το ακούμε όλοι μαζί. Η Αλίντα εντυπωσιάζεται από τα λόγια του Lolek: ''Δεν αρκεί που το χώμα μυρίζει θυσία/ Δεν αρκεί που η Ελλάδα κουβαλά ιστορία''...

 

Η συνέντευξη για το ''Culture'' γίνεται μέσω email. Σιγά μη χάλαγε εκείνη η βραδιά με στημένες ερωταπαντήσεις και με κασετοφωνάκια ανάμεσα μας! Όταν δημοσιεύεται, μου τηλεφωνεί για να μ' ευχαριστήσει κι εγώ της λέω πως είχα χρόνια να χαρώ με τη διανομή μιας ελληνικής ταινίας, της ταινίας της, στις αίθουσες.

 

Το 2010 χάνουμε απρόσμενα τον Αντρέα Παγουλάτο. Βυθιζόμαστε όλοι στο πένθος. Η ''παρέα'' σκορπίζει. Για πολύ καιρό εμείς οι νεότεροι φίλοι του ποιητή, ενδεχομένως από αμηχανία, ξεκόβουμε απ' τους ανθρώπους της δικής του γενιάς. Συχνά θυμάμαι τα αξιόλογα άτομα που γνώρισα μέσω αυτού, πρώτοι και καλύτεροι η Αλίντα, ο σύζυγος της ο Σωτήρης που υπεραγαπούσε, ο Ευτύχης Μπιτσάκης, ο Δημήτρης Χαρίτος - διανοητές της Αριστεράς όλοι τους, άνθρωποι της Ποίησης και του Ονείρου.

 

Την Τρίτη, 30 Ιουλίου του 2013, η Αλίντα Δημητρίου φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 80 ετών. Κάποιοι, όσοι τη ζήσαμε, βυθιζόμαστε σήμερα στο πένθος για μιαν ακόμη φορά. Λυπάμαι που δεν θα είμαι στο ύστατο χαίρε, αύριο πρωί-πρωί αναχωρώ για την Κύπρο και το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Λεμεσού. Πριν από την προβολή του ντοκιμαντέρ μου για την Κατερίνα Γώγου θα ζητήσω ενός λεπτού σιγή στη μνήμη της, όπως κάνουμε με τους ήρωες πολέμου. Διότι η Αλίντα Δημητρίου ήταν κατ'εξοχήν μία τιμημένη αγωνίστρια. Μία ορίτζιναλ Αριστερή και όχι σαν κάτι άλλους, τσανακογλείφτες της εξουσίας, που μας κατσικώθηκαν στο σβέρκο. Πλέον είμαι βέβαιος, την Αλίντα δεν τη σκότωσε το γήρας ή τα προβλήματα υγείας, αλλά η ίδια η εκφασισμένη άρρωστη εποχή μας. Η σκέψη μου είναι τώρα στον Σωτήρη Δημητρίου, τον σύντροφο της και πατέρα της κόρης τους, με τον οποίο παντού ήταν αχώριστοι. Καλό ταξίδι, γλυκιά μου Αλίντα. Αιωνία σου η Μνήμη. 

 

Το κείμενο αυτό συντάχθηκε εν θερμώ. Δεν μου αρέσουν τα στεγνά βιογραφικά, όποιος θέλει να μάθει ποια ήταν η Αλίντα Δημητρίου και τι έργο άφησε πίσω της, ας ανατρέξει στο διαδίκτυο.

 

Στο πρώτο βίντεο του post, το trailer του ντοκιμαντέρ ''Κορίτσια της βροχής'' της Αλίντας Δημητρίου.

 

Στο δεύτερο βίντεο του post, το τραγούδι ''Δεν αρκεί'' σε μουσική, στίχους και ερμηνεία του Λόλεκ.