Η φριχτή άνοιξη του 1995

Η άνοιξη του 1995 ήταν φριχτή για μένα. Πέθανε η πιο καλή μου φίλη. Είχα γράψει τότε αυτό το κείμενο. Από τους φίλους στους εραστές και πάλι πίσω...

 

Η φριχτή άνοιξη του 1995
Φωτ.: Ναν Γκόλντιν

 

Τις προάλλες έχασα την καλύτερή μου φίλη, στα 34 της χρόνια. Πέθανε στο Λονδίνο, από λευχαιμία. Όταν τη βρήκα στο κρεββάτι του νοσοκομείου σα μαδημένο πουλάκι απ’ τις ακτινοβολίες, χάιδεψα το φαλακρό κεφάλι της, φίλησα τα πρησμένα χείλη της και συνειδητοποίησα ότι στη ζωή μου, αυτό το κορίτσι και πέντε-έξι ακόμα φίλοι, ήταν πια η οικογένεια μου.


Το σώμα της γεμάτο ορούς, σωλήνες και καλώδια ―  τόσο οικείο! Ήξερα απ’ έξω τα λακάκια του, τις ουλές του, τις τρίχες της μασχάλης, το στήθος. Το είχα δει σε όλη τη δόξα του κι όλο το φιάσκο του. Να αστράφτει γυμνό στην άμμο και να τρυπιέται από ενέσεις ιντερφερόνης. Να χορεύει και να πονάει. Να ζει και να πεθαίνει.

 

Το τελευταίο τραγούδι που ήθελε ν’ ακούει ήταν το remix του Eno για το Protection, των Massive Attack. Της άρεσε η βροχή στην αρχή και το τέλος, η φωνή της Tracy Thorn και πάνω απ’ όλα ο τίτλος: Προστασία.

 

Η προστασία είναι αυτό που πάντα ψάχναμε και βρίσκαμε μεταξύ μας. Όταν τα πράγματα σκούραιναν, πάντα έπαιρνα το τρένο και πήγαινα να τη βρω. Ή ερχόταν εκείνη στο γραφείο. Δεν λέγαμε πολλά για το πρόβλημα μας, μας αρκούσε να είμαστε μαζί, να γελάμε, να ξέρουμε ότι στην άκρη της πόλης υπάρχει ένα σπίτι που μας περιμένει. Θέλαμε να ξέρουμε ότι μπορούμε όλα να τα κερδίσουμε και όλα να τα χάσουμε, αλλά υπάρχει πάντα κάποιος που μένει ανεπηρρέαστος από τη διακύμανση των μετοχών μας και μας αγαπάει γι’ αυτό που πραγματικά είμαστε.

 

Δεν ξέρω πώς αισθάνονται οι οικογενειάρχες. Αν νιώθουν κι αυτοί την ίδια προστασία στους ατμούς της κουζίνας τους, ενώ τα παιδιά  τους παίζουν στο χώλ. Φαντάζομαι θα την νιώθουν, για να είναι το είδος τόσο διαδεδομένο. Αλλά για μένα κι ένα σωρό ακόμα, η φιλία είναι ένα είδος επιλεκτικής συγγένειας: είναι η εναέρια οικογένεια μας.

 

Καθώς ανήκω σ’ ένα κύκλο από σκόρπιους  ανθρώπους (καλλιτέχνες, gays,μποέμ, κοσμοκαλόγερους κι αλήτες) η φιλία είναι για μένα κάτι σαν θεμέλιο. Και νομίζω ότι ολοένα περισσότεροι αρχίζουν και μού μοιάζουν. Οι γάμοι διαλύονται, οι οικογένειες σπάνε, οι καρριέρες δεν έχουν τη λάμψη των eighties, ούτε και τα ναρκωτικά μυθολογία, οι gays δεν χρειάζεται να κρύβονται σε συμβατικούς δεσμούς, οι εργένηδες είναι περίπου μόδα. Υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι διασχίζουμε ένα μεταπυρηνικό τοπίο κι ότι η φιλία είναι ο μέγας αρχιτέκτων των χαλασμάτων ενός κόσμου που έληξε.

 

Εκτός όμως από οικογένεια, οι φίλοι, είναι οι πιο αφοσιωμένοι εραστές μας –οι πιο αθώοι, οι πιο επίμονοι, οι πιο ανθεκτικοί. Είναι τ’ αδικημένα του έρωτα μας –γι αυτό και τα πιο ένδοξα. Γιατί στη ζωή, τις πιο λαμπρές πράξεις τις κάνουν οι παραπεταμένοι, ενώ τα χαϊδεμένα και τα μαμόθρεφτα (εν προκειμένω: οι παντρεμένοι και οι «δεσμοί») δένουν το γάιδαρό τους σε χιλιάδες μικροπρέπειες και εσκεμμένες ταπεινώσεις. Η φιλία είναι ένας έρωτας αχαρτογράφητος, συνεπώς απέραντος –το σεξ δεν του έχει βάλει όρια. 

 

Για μένα, οι φίλοι είναι όλα αυτά και περισσότερα. Είναι όλη μου η ζωή, έχω τα ίχνη τους στα άντερά μου. Στρατός, αλητείες στην Ευρώπη, γειτονιά, nightclubbing, λούκια διάφορα και οι άλλες, οι πιο ώριμες φιλίες, σαν αυτή που έχασα. Δεν ξέρω πιο ζεστό, πιο εκρηκτικό, πιο χαρούμενο πράγμα στη γή. Γι’ αυτό και ένιωσα σαν να χάνομαι κι εγώ΄, μόλις είδα την ευθεία γραμμή στο καρδιογράφημα της φίλης μου.

 

Έξω, στα δρομάκια του Χάμπστεντ όλα τα δέντρα ήταν ανθισμένα και στην πίσω αυλή του σπιτιού δύο σκιουράκια έπαιζαν στο φράχτη. Τα ξαναείδα τη μέρα που έφευγα. Ήταν  πάλι μαζί. «Για κοίτα!», είπα με παράπονο. «Ακόμα και τα ζωάκια θέλουν ένα φίλο...».

 

Πόσο κρίμα!

 

01, 1995