Καπνισμένο Τσουκάλι & Time in a Bottle

 Μετά το 1981, λιγόστεψαν τα παιδιά-θαύματα

Οδυσσέα Γεωργίου, πες την αλήθεια: σου άρεσε πιο πολύ η φωνή του Νίκου Ξυλούρη ή η φωνή του Jim Croce; Πες, μίλα, διαφώτισέ μας. Τι σόι εποχή ήταν εκείνη; Αληθεύει ότι στο ίδιο πάρτι ακουγόταν και το Καπνισμένο Τσουκάλι («Γύρω σε κάθε βλέμμα, το συρματόπλεγμα/ γύρω στην ψυχή μας, το συρματόπλεγμα/ γύρω στην καρδιά μας, το συρματόπλεγμα./ Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος») και το Time in a Bottle (If I could save time in a bottle/ The first thing that I'd like to do/ Is to save every day/ ’Til eternity passes away/ Just to spend them with you).

 

Πες, πες, την αλήθεια, μίλα, πες, Οδυσσέα Γεωργίου, πες, πες: Ήταν δυνατόν να διαβάζετε τον Ξένο και το Θάνατος στη Βενετία και το Πλατύ Ποτάμι μαζί και ταυτοχρόνως αναντάμ παπαντάμ σε ταβέρνες και να κατεβάζετε τσίπουρα και μπίρες και κράσους και να καπνίζετε απανωτά τα καρελάκια και τα είκοσι δύο αντινικότ και τα σαντέ και να ξετρελαίνεστε και με κάτι ποιήσεις τύπου «Στην πέτρα σπούδασα την αντοχή/ σπάζοντας πικραμύγδαλα», χάχα χάχα χάχα χα! χαχά χαχά χα!, ή το άλλο, το άλλο, για στάκα να θυμηθώ και το άλλο, α, ναι, ναι, το θυμήθηκα και το άλλο, άκουσον άκουσον, «Έξοδος Κινδύνου./ Ασφάλεια./ Τώρα μου φαίνεται αστείο./ Ήταν ντουλάπα εντοιχισμένη».

 

Πες, Οδυσσέα μου, πες μας Γεωργίου μας, για πες: Πώς, βρε μπαγάσα, καταφέρνατε και συνδυάζατε, σε πάρτι, ρε φίλε, σε πάρτι, σε μεγάλα σαλόνια με έπιπλα βαριά και στο μεταίχμιο των καιρών, με κορνίζες και απλίκες και πολυελαίους, με γονείς λίγο πιο κει, λίγο πιο αλλού, με την Μεταπολίτευση στις πρώτες της επιταχύνσεις, και στα πιο μεθυστικά κοκτέιλ της, πώς, λοιπόν, καταφέρνατε ν’ ακούτε (και να χορεύετε chick to chick) τα λόγια τα εξής: «If Icould make days last forever/ If words could make wishes/ come true/ I'd save every day like  a treasure and then,/ Again, I would spend them with you», και μετά, στο καπάκι, που λέμε τώρα, την σήμερον ημέρα, ν’ ακούτε τα άλλα λόγια, αυτά: «Πιο κοντά. Πιο κοντά. Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους./ Μέσα στις τσέπες τού παλιού πανωφοριού τους/ έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά./ Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν απ' τη βροχή και την απόσταση./ Η ανάσα τους είναι ο καπνός ενός τραίνου που πάει μακριά, πολύ μακριά. Κουβεντιάζουν/ και τότε η ξεβαμμένη πόρτα τής κάμαρας γίνεται σα μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της και ακούει». Καιαμέσωςμετά: But there never seems to be enough time/ To do the things you want to do/ Once you find them/ I've looked around enough to know/ That you're the one I want to go/ Through time with».

 

Πες, πες, Οδυσσέα!

Μίλα, Γεωργίου!

Εξήγησέ μας!

Για κοίτα μας στα μάτια, λοιπόν, και θυμήσου!

Διαφώτισέ μας, Γεωργίου!

 

Ανάβει τσιγάρο. Με τον μεταλλικό αναπτήρα. Πίνει μια γουλιά. Κλείνει τα μάτια. Από τώρα πάει βολίδα στο τότε. Δεν μένει εκεί. Θυμάται. Λέει: «Προς γαρ το τελευταίον εκβάν έκαστον των πριν υπαρξάντων κρίνεται».

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Cale, Cage, Cave