Την εμπειρία της διαδρομής που ακολουθεί το τρένο από το Ollantaytambo μέχρι το Aguas Calientes αξίζει να τη ζήσει κανείς μέρα, γιατί στο πιο μεγάλο μέρος της είναι εντυπωσιακά όμορφη. Για δύο ώρες ταξιδεύεις κατά μήκος του ποταμού Ουρουμπάμπα, μέσα στο τροπικό δάσος –που όσο περνάει η ώρα όλο και πυκνώνει– προσπερνώντας τεράστια δέντρα με κόκκινες κορυφές (ένα ξενικό είδος με κόκκινα φύλλα που ζει κολλημένο πάνω τους), βιγόνιες με ασύμμετρα αγκαθωτά φύλλα σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου και του κόκκινου, ορχιδέες κάθε χρώματος και μεγέθους που κρέμονται σε συστάδες από τους κορμούς και τα κλαδιά, φυτά με περίεργα φύλλα και ακόμα πιο περίεργα άνθη. Πού και πού βλέπεις και κανένα αγροτόσπιτο κρυμμένο μέσα στον παράδεισο που σε κάνει να ζηλέψεις.

 

Στις όχθες του ποταμού περπατάνε οι τολμηροί που έχουν επιλέξει να κάνουν με τα πόδια το ταξίδι από το Κούσκο μέχρι το Μάτσου Πίτσου, ακολουθώντας το Inca Trail, τη ίδια ακριβώς διαδρομή που έκαναν και οι Ίνκας μέσα στην Ιερή Κοιλάδα για να φτάσουν στο ιερό οχυρό τους. Οι περιπατητές που προσπερνάμε είναι απίστευτα πολλοί, κι από κάθε μέρος του κόσμου.


Όταν μπαίνουμε στο βαγόνι, που έχουμε πληρώσει χρυσό, συνειδητοποιούμε ότι έχουμε κλείσει λουξ θέση, σε ένα βαγόνι με γυάλινη οροφή, το οποίο είναι από τρεις μέχρι είκοσι φορές πιο ακριβό από το τρένο που χρησιμοποιούν οι ντόπιοι. Για πιο φτηνή επιλογή πρέπει να έχεις προνοήσει να βγάλεις εισιτήρια τουλάχιστον πριν από ένα εξάμηνο.

 

Οι επιβάτες, όλοι ξένοι, φωτογραφίζουν αβέρτα από την ώρα που βγαίνουμε από τον σταθμό του Ollantaytambo μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας ή γεμίζουν κάρτες μνήμης με βίντεο που δεν θα ξαναδούν ποτέ. Σταματούν μόνο την ώρα που γκαρσόνια με σμόκιν και παπιγιόν σερβίρουν το τσάι με τα γλυκά, και μετά ξαναρχίζουν.

 

Το Μάτσου Πίτσου είναι όντως το πιο εντυπωσιακό σημείο του ταξιδιού στο Περού, κι όσες ενθουσιώδεις περιγραφές και να έχεις ακούσει γι' αυτό, ισχύουν και με το παραπάνω. Το καταλαβαίνεις μόλις σκαρφαλώσεις στο πρώτο σημείο παρατήρησης κι αντικρίσεις για πρώτη φορά, πανοραμικά, όλο το συγκρότημα των κτιρίων. Δέος.


Όπως μπορείς να φανταστείς, στο Aguas Calientes –που είναι ο τελικός σταθμός και η βάση από όπου ξεκινούν όλες οι αναβάσεις για το Μάτσου Πίτσου με λεωφορείο ή με τα πόδια– γίνεται λαϊκό προσκύνημα. Χαμός, κυριολεκτικά, από ταξιδιώτες, τουρίστες και ντόπιους που έχουν έρθει να επισκεφτούν το πιο δημοφιλές αξιοθέατο της αμερικάνικης ηπείρου και ένα από τα πιο ραγδαία αναπτυσσόμενα τουριστικά σημεία στον κόσμο, για το οποίο πρέπει να έχεις προνοήσει μήνες πριν να έχεις κάνει κρατήσεις (για μετακινήσεις, την είσοδο στον αρχαιολογικό χώρο, διαμονή) γιατί, αν πας στην τύχη, την έβαψες.

 

Για κακή μας τύχη, πέσαμε πάνω στην ημέρα που το Μάτσου Πίτσου είναι δωρεάν για τους ντόπιους, κι έχουν πλακώσει δημοτικά σχολεία, παρέες εφήβων και πολύτεκνες οικογένειες από τη γιαγιά και τον παππού μέχρι τα εγγόνια.

 

Ο κεντρικός δρόμος του Aguas Calientes, την ώρα που ξημερώνει, θυμίζει Φαρ Ουέστ. Φωτο: Μ. Hulot / LiFO
Ο κεντρικός δρόμος του Aguas Calientes, την ώρα που ξημερώνει, θυμίζει Φαρ Ουέστ. Φωτο: Μ. Hulot / LiFO

 

Το Aguas Calientes θυμίζει το Φαληράκι ή την πόλη της Μυκόνου τον Αύγουστο, με τη διαφορά ότι ο κεντρικός δρόμος θυμίζει Φαρ Ουέστ. Βέβαια, αν χωθείς μέσα στα σοκάκια, η μικρή πόλη έχει έντονο τοπικό χρώμα και λαχταριστό φαγητό του δρόμου (ψητό κοτόπουλο, ψητές καρδιές σε καλαμάκι και διάφορα «βρόμικα»), τα οποία όμως δεν ρισκάρεις να δοκιμάσεις λίγες ώρες πριν ανέβεις στο Μάτσου Πίτσου –γιατί αν σε πιάσουν εντερικές διαταραχές, χάθηκες.


Στο Μάτσου Πίτσου πας με λεωφορείο (ή περπατώντας για μιάμιση ώρα), αλλά για να είσαι ένας από τους 400 τυχερούς που θα ανέβουν και στο Huayna Picchu (την μικρή πράσινη κορυφή που μοιάζει με κέρατο ρινόκερου και βλέπεις στο φόντο όλων των φωτογραφιών που δείχνουν το Μάτσου Πίτσου), πρέπει να πας στον σταθμό και να στηθείς στην τεράστια ουρά από τα μαύρα χαράματα.

 

Στο Μάτσου Πίτσου μπορεί να ανέβει οποιοσδήποτε, αλλά στο Huayna Picchu οι περουβιανές αρχές επιτρέπουν μόνο 400 επισκέπτες την ημέρα, γιατί από τον πολύ κόσμο τα τελευταία χρόνια έχουν προκληθεί διαβρώσεις στο έδαφος και το χώμα έχει αρχίζει να βουλιάζει.

 

Αυτό που είναι εξωφρενικό είναι ότι σχεδόν όλοι όσοι έχουν υποστεί την ταλαιπωρία, μόλις ανέβουν στο Huayna Picchu, βγάζουν καναδυό φωτογραφίες και μετά κάνουν στροφή και φεύγουν, χωρίς να δουν καν τον βασικό λόγο που αξίζει να φτάσεις μέχρι εκεί: τον κρυφό Ναό της Σελήνης που βρίσκεται τέρμα στην κορυφή, στην άκρη του τρομακτικού μονοπατιού, μέσα σε μια σπηλιά. Η εξαιρετικής τεχνικής πέτρινη κατασκευή με τις εσοχές, όπου κάποτε διατηρούσαν μούμιες, είναι ένας ναός που χρησιμοποιήθηκε για τελετουργίες και βρίσκεται πραγματικά «στην άκρη του κόσμου».


Το Μάτσου Πίτσου είναι όντως το πιο εντυπωσιακό σημείο του ταξιδιού στο Περού, κι όσες ενθουσιώδεις περιγραφές και να έχεις ακούσει γι' αυτό, ισχύουν και με το παραπάνω. Το καταλαβαίνεις μόλις σκαρφαλώσεις στο πρώτο σημείο παρατήρησης κι αντικρίσεις για πρώτη φορά, πανοραμικά, όλο το συγκρότημα των κτιρίων. Δέος. Η εικόνα είναι μοναδική, δεν είναι τυχαία τόσο δημοφιλής προορισμός, ωστόσο ο τουρισμός έχει αναπτυχθεί τόσο ραγδαία τα τελευταία χρόνια που έχει οδηγήσει σε μία ασύδοτη ανάπτυξη τις κοντινές πόλεις.

 

Αυτήν τη στιγμή ετοιμάζεται να γίνει στην περιοχή αεροδρόμιο με απευθείας διεθνείς πτήσεις, που σημαίνει ότι η κατάσταση που συναντάς σήμερα (ουρές, αναμονή και ταλαιπωρία) θα γίνει ακόμα χειρότερη τα επόμενα χρόνια. Οι τουρίστες είναι τόσοι πολλοί που ακόμα και αν ακολουθήσουν όλες τις οδηγίες που τους δίνονται, οι φθορές που προκαλούν στα μνημεία, στο έδαφος, ακόμα και στη μοναδική χλωρίδα της περιοχής είναι μεγάλες – και κάποιες, μη αναστρέψιμες.

 

Πρόσφατα κάποιοι μπήκαν στον ναό του Ήλιου και προκάλεσαν καταστροφές (μία πέτρα ξεκόλλησε και προκλήθηκε ρωγμή στο δάπεδο), ενώ έκαναν και την ανάγκη τους μέσα στον ναό. Ακούγεται φρικτό, αλλά αν έχεις ζήσει την κατάσταση, καταλαβαίνεις ότι αν σε πιάσει διάρροια (κάτι πολύ συνηθισμένο για πολλούς ξένους στο Περού), με τόσο κόσμο σε αναμονή, δεν υπάρχει περίπτωση να προλάβεις να πας σε τουαλέτα.

 

Η μεγαλύτερη ταλαιπωρία είναι η επιστροφή, που θα πρέπει να περιμένεις σε μια ουρά που εκτείνεται για εκατοντάδες μέτρα μέχρι να χωρέσεις σε κάποιο από τα λεωφορεία.

 

Πέρα από όλα αυτά, όμως, είναι ένα συγκλονιστικό μέρος. Είναι ένα μνημείο προστατευμένο από την UNESCO από το 1983, ενώ από το 2007 θεωρείται ένα από τα νέα επτά θαύματα του κόσμου.

 

Σήμερα είναι μια νεκρή πολιτεία στα 2.430 μέτρα, σε μια καταπράσινη βουνοκορφή, χαμένη μέσα στα σύννεφα, που έχει απίστευτη θέα στη γύρω περιοχή, την τροπική ζούγκλα και τον λευκό ποταμό Ουρουμπάμπα που περιτριγυρίζει το βουνό σαν κουλουριασμένο φίδι. Είναι ένα σκηνικό που δεν έχεις δει πουθενά αλλού, με ένα στόρι επίσης γοητευτικό, που συνεχώς αλλάζει όσο ανακαλύπτονται νέα στοιχεία.

 

O βασικός λόγος που αξίζει να φτάσεις μέχρι εκεί είναι ο κρυφός Ναός της Σελήνης που βρίσκεται τέρμα στην κορυφή, στην άκρη του τρομακτικού μονοπατιού, μέσα σε μια σπηλιά.
O βασικός λόγος που αξίζει να φτάσεις μέχρι εκεί είναι ο κρυφός Ναός της Σελήνης που βρίσκεται τέρμα στην κορυφή, στην άκρη του τρομακτικού μονοπατιού, μέσα σε μια σπηλιά.


Κρυμμένο σε μία βραχώδη κορυφή στην εξοχή, βορειοδυτικά του Κούσκο, εκεί όπου ξεκινάει η ζούγκλα, το Μάτσου Πίτσου ήταν ένα μυστικό μέρος που για περισσότερα από 400 χρόνια μοιράζονταν μόνο οι ντόπιοι μεταξύ τους. Η κρυφή πόλη που ήταν κατοικία του βασιλιά ή ιερός τόπος όπου γίνονταν θρησκευτικές τελετές, ερήμωσε ξαφνικά όταν οι Ισπανοί κατακτητές εξαφάνισαν τον πολιτισμό των Ίνκας τον 16ο αιώνα. Οι άνθρωποι που το εγκατέλειψαν έσβησαν κάθε ίχνος μονοπατιού που οδηγούσε μέχρι εκεί, βάζοντας φωτιά και καίγοντας όλα τα περάσματα, και για εκατοντάδες χρόνια γνώριζαν την ύπαρξή του μόνο οι χωρικοί που ζούσαν στην περιοχή.

 

Οι ιστορικοί πιστεύουν ότι το Μάτσου Πίτσου χτίστηκε στο απόγειο της αυτοκρατορίας των Ίνκας, η οποία κυριάρχησε στη δυτική Νότια Αμερική τον 15ο και τον 16ο αιώνα. Εγκαταλείφθηκε περίπου τρεις γενιές μετά την κατασκευή του, πιθανόν την εποχή που οι Ισπανοί άρχισαν να κυριαρχούν στον προ-κολομβιανό πολιτισμό, το 1530.

 

Οι Ισπανοί δεν έμαθαν ποτέ την ύπαρξή του, ενώ αν λάβεις υπόψη ότι στους τάφους βρέθηκαν θαμμένες ολόκληρες οικογένειες, η ερήμωση της πόλης ίσως να οφείλεται στην επιδημία ευλογιάς (ή κάποιας άλλης αρρώστιας που σκότωσε τον κόσμο μαζικά).

 

Το σύμπλεγμα των 150 κτιρίων που έχει σωθεί σε πολύ καλή κατάσταση (στα περισσότερα λείπουν μόνο οι ξύλινες και αχυρένιες οροφές) αποτελείται από κατοικίες και μπάνια, μέχρι ναούς και καταφύγια.

 

Πολλοί σύγχρονοι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι αυτό που σήμερα ονομάζεται Μάτσου Πίτσου (στη γλώσσα των Κέτσουα σημαίνει «παλιό βουνό») ήταν μέρος κατοικίας για τους βασιλιάδες και τους ευγενείς των Ίνκας, άλλοι το θεωρούν θρησκευτικό κέντρο, ενώ υπάρχουν και άλλες πολλές υποθέσεις: ότι ήταν κόμβος εμπορίου, γεωργικός σταθμός ελέγχου νέων καλλιεργειών, καταφύγιο γυναικών κ.ά.


Ό,τι και να ήταν, η στρατηγική θέση του Μάτσου Πίτσου ήταν πολύ προσεκτικά επιλεγμένη, σε ένα σημείο περιτριγυρισμένο από απότομους γκρεμούς, όπου ήταν αδύνατο να έχει πρόσβαση κάποιος ξένος, δεν μπορούσε ούτε καν να το δει, κι είχε το προνόμιο να έχει μόνο μία στενή είσοδο, έτσι που να χρειάζεται μόνο μερικούς πολεμιστές για να το υπερασπιστούν σε περίπτωση που δεχόταν αιφνιδιαστική επίθεση. Από κει μπορούσαν να ελέγξουν τα πάντα, κάθε αντικείμενο και φαγώσιμο που θα έμπαινε στην πόλη.

 

Οι τουρίστες είναι τόσοι πολλοί, που ακόμα και αν ακολουθήσουν όλες τις οδηγίες που τους δίνονται, οι φθορές που προκαλούν στα μνημεία, στο έδαφος, ακόμα και στη μοναδική χλωρίδα της περιοχής είναι μεγάλες – και κάποιες, μη αναστρέψιμες.
Οι τουρίστες είναι τόσοι πολλοί, που ακόμα και αν ακολουθήσουν όλες τις οδηγίες που τους δίνονται, οι φθορές που προκαλούν στα μνημεία, στο έδαφος, ακόμα και στη μοναδική χλωρίδα της περιοχής είναι μεγάλες – και κάποιες, μη αναστρέψιμες.


Στην πραγματικότητα το Μάτσου Πίτσου δεν έχει ερείπια, τα περισσότερα κτίρια είναι πολύ καλά διατηρημένες αυθεντικές κατασκευές, φτιαγμένες από μεγάλα κομμάτια πέτρας, κομμένες με τόσο μεγάλη ακρίβεια για να ταιριάξουν μεταξύ τους, χωρίς λάσπη, που στο κενό ανάμεσά τους δεν χωράει ούτε ένα φύλλο χαρτί. Τα κεντρικά κτίρια είναι θαυμάσια παραδείγματα της τοιχοποιίας που τελειοποίησαν οι Ίνκας, και ακόμα και σήμερα θεωρείται αρχιτεκτονικό θαύμα.


Εκτός από αυθεντίες στο χτίσιμο κτιρίων και όμορφων τειχών, οι Ίνκας ήταν εξαιρετικοί μηχανικοί, κι αυτό το καταλαβαίνεις από την αντοχή που έχουν τα κτίσματά τους στο χρόνο και στους σεισμούς.

 

Το Περού είναι από τις πιο σεισμογενείς χώρες του κόσμου, η Λίμα και το Κούσκο έχουν ζήσει τρομερούς σεισμούς που έχουν ισοπεδώσει πολλές φορές τις πόλεις, και αν λάβεις υπόψη ότι το Μάτσου Πίτσου είναι χτισμένο πάνω σε δύο ρήγματα, καταλαβαίνεις πόσο εξελιγμένη ήταν η αντισεισμική τεχνική των Ίνκας. Όταν γίνεται σεισμός, οι πέτρες στα κτίσματα «χορεύουν», δηλαδή μετακινούνται αριστερά και δεξιά και μετά γλιστράνε στη θέση τους. Επίσης, τα παράθυρα σε σχήμα τραπεζίου απορροφούν τους κραδασμούς και έτσι δεν υπάρχουν ζημιές (όλα τα κτίσματα έχουν επιβιώσει!).


Το πιο εντυπωσιακό από όλα είναι το γεγονός ότι οι τεχνίτες τους δεν χρησιμοποιούσαν ατσάλινα εργαλεία για τις κατασκευές και τροχό ή ζώα για τη μεταφορά τους. Όλες οι πέτρες κόβονταν και σμιλεύονταν με μεγάλα πέτρινα σφυριά και μεταφέρονταν με τα χέρια, συνήθως από πάνω προς τα κάτω, από «λατομεία» στα πιο ψηλά μέρη των βουνών.

 

Το σημείο όπου βρίσκεται το Μάτσου Πίτσου, ανάμεσα σε δύο μικρές κορυφές, έχει μετασχηματιστεί από το μηδέν, μετακινώντας πέτρες και χώμα για να δημιουργήσουν ένα σχετικά επίπεδο μέρος.

 

Ο μηχανικός Kenneth Wright έχει υπολογίσει ότι το 60% των κατασκευών στο Μάτσου Πίτσου είναι υπόγειες. Οι πιο πολλές από αυτές αποτελούνται από κτίρια με βαθιά θεμέλια που περιέχουν σπασμένα βράχια για να γίνεται καλή αποστράγγιση, επειδή στην περιοχή το επίπεδο βροχής είναι ιδιαίτερα υψηλό – μιλάμε για τροπικό δάσος.

 

Το Περού είναι από τις πιο σεισμογενείς χώρες του κόσμου, η Λίμα και το Κούσκο έχουν ζήσει τρομερούς σεισμούς που έχουν ισοπεδώσει πολλές φορές τις πόλεις, και αν λάβεις υπόψη ότι το Μάτσου Πίτσου είναι χτισμένο πάνω σε δύο ρήγματα, καταλαβαίνεις πόσο εξελιγμένη ήταν η αντισεισμική τεχνική των Ίνκας. Φωτο: Μ. Hulot / LiFO
Το Περού είναι από τις πιο σεισμογενείς χώρες του κόσμου, η Λίμα και το Κούσκο έχουν ζήσει τρομερούς σεισμούς που έχουν ισοπεδώσει πολλές φορές τις πόλεις, και αν λάβεις υπόψη ότι το Μάτσου Πίτσου είναι χτισμένο πάνω σε δύο ρήγματα, καταλαβαίνεις πόσο εξελιγμένη ήταν η αντισεισμική τεχνική των Ίνκας. Φωτο: Μ. Hulot / LiFO


Αυτό που βλέπεις σήμερα, εκτός από τα κτίρια, είναι τείχη, αναβαθμίδες που χρησιμοποιούνταν ως χωράφια για να καλλιεργούν το φαγητό τους και ένα περίπλοκο σύστημα ύδρευσης, και όλα αυτά σε διαφορετικές ζώνες, που περιλαμβάνουν μία ζώνη γεωργική, μια γειτονιά με κατοικίες, μια βασιλική συνοικία και μία ιερή περιοχή. Δύο πολύ ξεχωριστές και διάσημες κατασκευές είναι ο Ναός του Ήλιου και η πέτρα Ιντιχουατάνα, ένας σκαλισμένος βράχος από γρανίτη που χρησιμοποιούσαν ως ηλιακό ρολόι ή ημερολόγιο.

 

Επίσημα, το Μάτσου Πίτσου το ανακάλυψε το 1911 ένας Αμερικάνος ανθρωπολόγος, εξερευνητής και ερασιτέχνης αρχαιολόγος, ο Χίραμ Μπίνγκαμ, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Γέιλ, ο οποίος έφτασε στο Περού με μία μικρή ομάδα εξερευνητών ελπίζοντας να βρει την Βιλκαμπάμπα, το τελευταίο οχυρό των Ίνκας που έπεσε στους Ισπανούς.

 

Η Βιλκαμπάμπα ήταν κάτι σαν το μύθο της χαμένης Ατλαντίδας για τους ξένους ερευνητές: η τελευταία μεγάλη πόλη των Ίνκας την εποχή που εισέβαλαν στη χώρα τους οι Ισπανοί κονκισταντόρες τον 16ο αιώνα, πριν εξαφανιστεί ο πολιτισμός τους, και το μέρος που κατέφυγε μία ομάδα ευγενών και ιερέων ψηλά, μέσα στο απροσπέλαστο δάσος, κουβαλώντας μαζί της όλους τους ιερούς θησαυρούς της αυτοκρατορίας.

 

Για πολλά χρόνια η φήμη της ζούσε μόνο μέσα από τους θρύλους και τις αφηγήσεις των ντόπιων. Αυτή την πόλη ήρθε να βρει ο Μπίνγκαμ στο Περού. Δεν ήταν ο μόνος που έκανε έρευνες για τη χαμένη πόλη, ούτε ο πρώτος, όταν όμως βρήκε τυχαία το Μάτσου Πίτσου θεώρησε ότι είχε βρει την Βιλκαμπάμπα.

 

Στο περίφημο βιβλίο του «Lost City of the Incas» που έγραψε αμέσως μετά την ανακάλυψη του Μάτσου Πίτσου, περιγράφει το χρονικό της αναζήτησης «του τελευταίου καταφύγιου των Ίνκας μέσα στην ζούγκλα», ένα μέρος που μέχρι και μέχρι το 1964 οι ξένοι αρχαιολόγοι θεωρούσαν ότι είναι η περιβόητη Βιλκαμπάμπα. Τότε ο εξερευνητής Gene Savoy απέδειξε ότι το Μάτσου Πίτσου ήταν άλλη πόλη, εξίσου σημαντική κι εξίσου χαμένη, αλλά όχι αυτή που αναζητούσε ο Μπίνγκαμ.


Παρότι έφτασε σε λάθος πόλη, ο Μπίνγκαμ είναι ο άνθρωπος που έκανε το Μάτσου Πίτσου γνωστό σε ολόκληρο το κόσμο, στέλνοντας ορδές τουριστών να ακολουθήσουν τα βήματά του στο πρώην δυσδιάκριτο μονοπάτι των Ίνκας.

 

Το καλοκαίρι του 1911, ταξιδεύοντας με μουλάρια και με τα πόδια, ο Μπίνγκαμ και η ομάδα του κατευθύνθηκαν από το Κούσκο στην κοιλάδα Ουρουμπάμπα, όπου ένας χωρικός τους μίλησε για κάποια ερείπια που υπήρχαν στην κορυφή των κοντινών βουνών.

 

Αυτός ο χωρικός αποκάλεσε το βουνό «Μάτσου Πίτσου», όπως αυθαίρετα ονόμαζαν οι κάτοικοι της περιοχής το καταφύγιο λόγω του μεγάλου ύψους που βρισκόταν, το οποίο στην πραγματικότητα δεν σταμάτησε ποτέ να κατοικείται από οικογένειες ντόπιων.

 

Όταν έφτασε εκεί ο Μπίνγκαμ, στο μέρος ζούσαν τρεις οικογένειες. Τέλος πάντων, στις 24 Ιουλίου, μετά από μια άγρια ανάβαση στην κορυφογραμμή των βουνών, μέσα σε κρύο και βροχή, ο Μπίνγκαμ συνάντησε μια ομάδα χωρικών που του έδειξαν τον υπόλοιπο δρόμο. Με την καθοδήγηση ενός 11χρονου παιδιού, αντίκρισε για πρώτη φορά το περίπλοκο δίκτυο αναβαθμίδων και πέτρινων κτισμάτων που σημάδευαν την είσοδο του Μάτσου Πίτσου. Αυτό που είδε –πνιγμένο στην τροπική βλάστηση– το θεώρησε τεράστια αρχαιολογική ανακάλυψη.

 

«Το Μάτσου Πίτσου ίσως αποδειχτεί ότι είναι η πιο μεγάλη και η πιο σημαντική αρχαιολογική ανακάλυψη στη Νότια Αμερική από την εποχή της ισπανικής κυριαρχίας» είχε πει. Και αλήθεια ήταν.

 

Ζήτησε χρηματοδότηση από το Γέιλ και το National Geographic και άρχισε να καθαρίζει το μέρος από τα φυτά (πάνω στα κτίρια είχαν φυτρώσει ολόκληρα δέντρα που είχαν ριζώσει ανάμεσα στις πέτρες) και να κάνει ανασκαφές, ξεθάβοντας ένα σωρό αντικείμενα του πολιτισμού των Ίνκας, τα οποία τα μετέφερε στο πανεπιστήμιο του Γέιλ «για επιπλέον έλεγχο».

 

Από τότε ξεκίνησε μια διαμάχη με την περουβιανή κυβέρνηση για το θέμα της ιδιοκτησίας τους, που κράτησε σχεδόν 100 χρόνια. Τα ευρήματα του Μάτσου Πίτσου τα επέστρεψε τελικά η κυβέρνηση Ομπάμα.

 

Ο Χίραμ Μπίνγκαμ είναι ο άνθρωπος που έκανε το Μάτσου Πίτσου γνωστό σε ολόκληρο το κόσμο.
Ο Χίραμ Μπίνγκαμ είναι ο άνθρωπος που έκανε το Μάτσου Πίτσου γνωστό σε ολόκληρο το κόσμο.


Όσο για το πραγματικό όνομα του μέρους, είναι Patallaqta, από δύο λέξεις των Κέτσουα, το pata που σημαίνει «σκαλιά» και το Llaqta, που σημαίνει «πόλη». Ή ακόμα πιο σωστά, Llaqta Pata, επειδή αυτός είναι ο ορθός τρόπος να το προφέρεις στη γλώσσα των Κέτσουα.

 

Για την ιστορία, ο βασιλιάς των Ίνκας που ίδρυσε το Μάτσου Πίτσου ως διοικητικό κέντρο (αλλά τελικά το μετέτρεψε σε κλειστό καταφύγιο και μέρος για προσκύνημα) ήταν ο Pachacutec, ο «Μέγας Αλέξανδρος των Ίνκας», ένας βασιλιάς τους που κατέκτησε πολλά μέρη και ένας από τους ελάχιστους ηγεμόνες που έφτασαν στη ζούγκλα, μια άγνωστη περιοχή με εύφορη γη για να καλλιεργήσουν.


Το χρονικό της ανακάλυψης του Μάτσου Πίτσου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο National Geographic, τον Απρίλιο του 1913, σε ένα άρθρο 10.000 λέξεων που αναφέρει με λεπτομέρειες όλο το ταξίδι του Μπίνγκαμ και τις ανακαλύψεις του, προκαλώντας το ενδιαφέρον όλου του κόσμου. Παρόλες τις ανακρίβειες και τα στοιχεία που έχουν πλέον αναιρεθεί, παραμένει ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα:


«Το Μάτσου Πίτσου είναι ουσιαστικά μια πόλη καταφύγιο» έγραφε ο Μπίνγκαμ. «Βρίσκεται σε μια βουνοκορφή στην πιο απρόσβατη γωνία του πιο απρόσβατου μέρους του ποταμού Ουρουμπάμπα. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει γνωστό σημείο στις Άνδεις που να είναι καλύτερα προστατευμένο από τη φύση. Ένα εκπληκτικό φαράγγι όπου ο κεντρικός βράχος είναι από γρανίτη και όπου οι γκρεμοί έχουν συχνά βάθος πάνω από 300 μέτρα. Είναι αδύνατο να επιτεθείς σε αυτή την πόλη. Εδώ πάνω, σε μια στενή ράχη που προστατεύεται από απόκρημνες πλαγιές, μια κοινότητα πολιτισμένων ανθρώπων, καλλιτεχνικοί, εφευρετικοί και ικανοί και επίμονοι, κάποια στιγμή στο μακρινό παρελθόν έχτισαν μια πόλη καταφύγιο. Επειδή δεν είχαν σιδερένια ή ατσάλινα εργαλεία –μόνο πέτρινα σφυριά– η κατασκευή πρέπει να κράτησε ολόκληρες γενιές για να ολοκληρωθεί, ίσως και αιώνες. Κατά πλάτος της κορυφογραμμής, και για να προστατέψουν τους κτίστες από τις επιθέσεις στην πλευρά της κύριας οροσειράς, έφτιαξαν δύο τείχη. Το ένα από αυτά, που αποτελεί την εξωτερική πλευρά της άμυνας, οδηγεί από γκρεμό σε γκρεμό, αξιοποιώντας όσο καλύτερα γίνεται τη φυσική απότομη κλίση του βουνού. Πέρα από αυτό και στην κορυφή του βουνού που ονομάζεται Μάτσου Πίτσου, το οποίο από την κορυφή έχει θέα στην κοιλάδα και έναν από τους πιο απότομους γκρεμούς του φαραγγιού, κατασκευάστηκε ένας σταθμός παρατήρησης που έστελνε μηνύματα κινδύνου στην από κάτω πόλη. Μέσα από τον εξωτερικό τοίχο κατασκευάστηκε μια σειρά από αναβαθμίδες, όπου καλλιεργούσαν φυτά, και μεταξύ αυτών και της πόλης υπάρχει μία απότομη στεγνή τάφρος και μετά το εσωτερικό τείχος. Η οχύρωση της πόλης στα νότιά της, την έκανε απροσπέλαστη από όλες τις πλευρές».


Η ανατολή στο Μάτσου Πίτσου, την ώρα που σκάει ο ήλιος πίσω από την απέναντι βουνοκορφή, με το φως να λούζει τα ερείπια και το καταπράσινο Huayna Picchu, είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά σκηνικά που μπορείς να δεις στη ζωή σου. Δεν χρειάζεται να σου εξηγήσει κανείς γιατί λάτρευαν οι Ίνκας σαν θεούς τον Ήλιο και τα βουνά...

 

Φωτο: Μ. Hulot / LiFO
Φωτο: Μ. Hulot / LiFO