Η Αλεξάνδρα Χαριτάτου γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Από πολύ μικρή ηλικία βρισκόταν σε διαρκή επαφή με τον πολιτισμό και την Iστορία, καθώς ο πατέρας της, Μάνος Χαριτάτος, ίδρυσε το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Μεγάλωσε ανάμεσα σε χειρόγραφα μεγάλων ποιητών, χιλιάδες τόμους παλιών βιβλίων, αποκόμματα προπολεμικών εφημερίδων αλλά και σπάνια ιστορικά τεκμήρια. Αποτέλεσμα αυτών των επιρροών ήταν να συνειδητοποιήσει από πολύ νωρίς ότι ο πολιτισμός δεν είναι μια έννοια αφηρημένη αλλά βίωμα. Είναι η καθημερινή μας ζωή, αυτό που ορίζει τελικά την ποιότητα της.


Η έμμεση ενασχόλησή της με τα κοινά ξεκίνησε με ένα mail που είχε στείλει στη ΝΔ και σ' αυτό περιέγραφε ένα νέο και καινοτόμο Μουσείο Αθηνών που θα αποτύπωνε την ιστορία της ελληνικής πρωτεύουσας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας κ. Κυριάκος Μητσοτάκης έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και την κάλεσε προκειμένου να συζητήσουν την πρότασή της.


Στις εκλογές της ερχόμενης Κυριακής η Αλεξάνδρα Χαριτάτου είναι υποψήφια Βουλευτής Α' Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία, διότι πιστεύει ότι «η πολιτική δεν είναι ένα προσωπικό στοίχημα, μας αφορά όλους, είτε ως πολίτες και ψηφοφόρους είτε ως ενεργά εμπλεκόμενους στην άσκησή της».

 

— Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στον χώρο της πολιτικής;

Η αλήθεια είναι πως, μέχρι να μου γίνει αυτή η άκρως τιμητική πρόταση από τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, δεν είχα σκεφτεί ποτέ να μπω ενεργά στον χώρο της πολιτικής. Τα λεγόμενα χρόνια της κρίσης, που συνέπεσαν και με τα χρόνια της έκρηξης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, πάρα πολλοί άνθρωποι της γενιάς μας, της λεγόμενης γενιάς Χ, που μέχρι τότε ζούσαμε μια τρυφηλή απολιτική ζωή, αρχίσαμε να αποκτούμε μια πιο στενή και συνειδητή σχέση με τα κοινά.

 

Εάν αφήνει κάτι θετικό η εμπειρία αυτής της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τα τελευταία 4,5 χρόνια είναι πως αφύπνισε πολιτικά σχεδόν το σύνολο της κοινωνίας, και αυτούς που την ψήφισαν και αυτούς που δεν την ψήφισαν, ακόμα και αυτούς που απείχαν από τη διαδικασία.

 

Τα τελευταία 4,5 χρόνια, με την καταστροφική, κατά την άποψή μου, διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που κατέλυσε θεσμούς, αξίες και πολλά πράγματα που θεωρούσαμε αυτονόητα, πολλοί νιώσαμε την ανάγκη να πάρουμε θέση δημοσίως, να συμμετάσχουμε πιο ενεργά στον προβληματισμό και να προσπαθήσουμε με κάθε τρόπο να συμβάλουμε στον δημόσιο διάλογο.

 

Όταν με κάλεσε την άνοιξη ο Κυριάκος Μητσοτάκης να συζητήσουμε μια πρόταση που του είχα στείλει πριν από 1,5 χρόνο σχετικά με τη δημιουργία ενός μουσείου για την ιστορία της Αθήνας, από την προϊστορία μέχρι τις μέρες μας, που κατά την άποψή μου λείπει από αυτή την σημαντική πόλη, η αλήθεια είναι πως το τελευταίο πράγμα που περίμενα ήταν να μου προτείνει να συμμετάσχω στο ψηφοδέλτιο της Α' Αθηνών. Όμως, παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό μου, σχεδόν άμεσα αποδέχτηκα την τιμή αυτή και κάπως ένιωσα «σαν έτοιμη από καιρό» να βοηθήσω κι εγώ απολύτως συνειδητά στην προσπάθεια που γίνεται για ένα καλύτερο μέλλον.

 

— Θεωρείτε ότι οι πολίτες αποφασίζουν ακόμα διαβάζοντας τα προγράμματα των κομμάτων;

Πιστεύω πως ναι. Φοβάμαι πως τις περασμένες δεκαετίες υπήρχε μια πολύ πιο οπαδική σχέση των πολιτών με τα κόμματα, γι' αυτό και δεν βλέπαμε σημαντικές μετακινήσεις από κόμμα σε κόμμα. Τις εναλλαγές των κομμάτων στην εξουσία τις αποφάσιζε ένα μικρό ποσοστό της τάξεως του 10-15% και βέβαια θριάμβευε ο δικομματισμός διαχρονικά.

 

Την εποχή αυτή, και για πολλούς λόγους, όπως η κρίση, η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος, η κατάλυση θεσμών και αξιών, το τέλος των ψευδαισθήσεων που διαδέχθηκε οδυνηρά την καταστροφική, αλλά ευτυχώς, καταπώς φαίνεται, σύντομη, επικράτηση του λαϊκισμού, θεωρώ πως η κοινωνία μας έχει αρχίσει να ωριμάζει.

 

Πλέον ο κόσμος αναζητά την ανανέωση και την εξυγίανση, έχει αρχίσει να διαβάζει και να ενημερώνεται. Σίγουρα ο κομματικός οπαδισμός βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ο κόσμος θέλει να μάθει και απαιτεί απαντήσεις για το τι μπορεί να κάνει ένα κόμμα για τα θέματα που τον απασχολούν. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η πολυφωνία των ΜΜΕ και η πρόσβαση όλων μας στον δημόσιο διάλογο έχουν δημιουργήσει τις συνθήκες μόνιμης δημόσιας διαβούλευσης επί των πάντων. Εννοείται ότι αυτό μπορεί κάποιες φορές να εγκυμονεί κινδύνους, ειδικά με τα fake news και τα τρολ του Διαδικτύου, αλλά σίγουρα είναι κέρδος η κριτική προσέγγιση των προγραμματικών λόγων και το αίτημα διασαφήνισης που δεν ικανοποιείται πια με ευχολόγια και γενικολογίες και απαιτεί συγκεκριμένο, κοστολογημένο και μελετημένο προγραμματικό λόγο.


— Τι θεωρείτε ότι αφήνει πίσω της αυτή η κυβέρνηση;

Θα μπορούσα να πω πολλά αρνητικά που αφήνει πίσω αυτή η κυβέρνηση, αλλά νομίζω αυτό καλύτερα να το διαπιστώσουμε στις κάλπες. Εάν αφήνει κάτι θετικό η εμπειρία αυτής της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ τα τελευταία 4,5 χρόνια είναι πως αφύπνισε πολιτικά σχεδόν το σύνολο της κοινωνίας, και αυτούς που την ψήφισαν και αυτούς που δεν την ψήφισαν, ακόμα και αυτούς που απείχαν από τη διαδικασία. Και σε αυτό χρωστάμε αυτό που λέγαμε πιο πριν, το ότι ο κόσμος απαιτεί πια συγκεκριμένο και μελετημένο προγραμματικό λόγο και όχι κούφιες υποσχέσεις και λαϊκισμούς, κάτι που φάνηκε και στα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των αυτοδιοικητικών εκλογών πριν από έναν μήνα.

 

Υπάρχει προφανώς πολλή παθογένεια στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.
Υπάρχει προφανώς πολλή παθογένεια στο ελληνικό πολιτικό σύστημα.


— Πείτε ένα είδος παθογένειας που σας ενοχλεί και γιατί;

Υπάρχει προφανώς πολλή παθογένεια στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Μία από τις πλευρές της που πιστεύω πως είναι από τις πολύ κρίσιμες, και εν πολλοίς το μέλλον μας θα κριθεί από το εάν θα καταφέρουμε ως κοινωνία να την αποβάλουμε, είναι η νοοτροπία του πελατειακού κράτους. Πέραν της προφανούς προβληματικής ηθικής πλευράς, το πελατειακό κράτος είναι ζημιογόνο και από πρακτικής άποψης καθαρά. Όταν γνώμονας για την πρόσληψη στο Δημόσιο είναι η πολιτική σου τοποθέτηση και δεν υπάρχουν αξιοκρατικά κριτήρια, οι δημόσιες υπηρεσίες διαρκώς θα εκφυλίζονται και θα γίνονται ολοένα πιο αναποτελεσματικές.


Εάν δεν καταλάβουμε ως κοινωνία πως η τοποθέτηση ικανών και αποτελεσματικών ανθρώπων σε κάθε θέση του δημόσιου τομέα είναι προς όφελος του συνόλου των πολιτών, πως η κοινωνία και το σύγχρονο κράτος εξαρτώνται από την καλύτερη δυνατή συλλογική απόδοση και ότι για να έχουμε όλοι, ανεξαρτήτως χρώματος, δουλειά, ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο ως πολίτες και να λειτουργεί η δημόσια διοίκηση είναι απαραίτητο να στελεχώνονται οι θέσεις από ικανούς ανθρώπους που κάνουν σωστά τη δουλειά τους ‒αυτονόητα πράγματα δηλαδή‒, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γίνουμε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Σε αντίθετη περίπτωση, βέβαια, ζημιωνόμαστε όλοι ως κοινωνικό σύνολο, οικονομία και χώρα.


— Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στην πόλη της Αθήνας και τι σας ενοχλεί;

Δεν μπορώ να είμαι αντικειμενική για την Αθήνα, είμαι από τους ανθρώπους που δένονται με τον τόπο τους, τον χώρο τους, τους ανθρώπους τους, γι' αυτό νομίζω πως θα μου ήταν πολύ δύσκολο να ζήσω σε άλλη χώρα. Η Αθήνα, όμως, είναι αδιαμφισβήτητα η πόλη με τα χίλια πρόσωπα, που σημαίνει πως μπορείς να βρεις πολλά που να μισείς και ταυτόχρονα πολλά που να λατρεύεις. Τελικά, μάλλον αυτό με γοητεύει, πως ποτέ δεν τη βαριέσαι την Αθήνα: εκεί που νομίζεις πως τα έχεις δει όλα, όλο υπάρχει και κάτι που δεν περίμενες. Και με αυτό απαντώ ταυτόχρονα και στο τι με ενοχλεί.


— Αν σας δινόταν η ευκαιρία να αλλάξετε κάτι σε σχέση με τον πολιτισμό, τι θα ήταν αυτό;

Βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη εποχή εξελίξεων που σηματοδοτείται από τις τεράστιες αλλαγές που επιφέρει η τεχνολογία σε επίπεδο ταχύτητας ενημέρωσης, ανταλλαγής ιδεών και απόψεων. Όλα αυτά δεν μπορούν να μην επηρεάσουν τον χώρο του πολιτισμού. Πιστεύω πως είναι απαραίτητη η αλλαγή νοοτροπίας. Αυτό με λίγα λόγια σημαίνει ότι πρέπει να προωθήσουμε το μοντέλο σύμπραξης του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα και να ενθαρρύνουμε την συμμετοχή της Κοινωνίας των Πολιτών στη διαχείριση του πολιτισμού.

 

Ας μην ξεχνάμε πως είναι δικαίωμα όλων μας να συμβάλουμε στην αξιοποίηση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ένα δικαίωμα που το προβλέπει και το Σύνταγμά μας στο άρθρο 24 που λέει: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός». Ο πολιτισμός, λοιπόν, είναι δημόσιο και όχι κρατικό αγαθό.

 

Τολμηροί επενδυτές, επιστημονικοί φορείς, οι τοπικές κοινωνίες, επιχειρήσεις, ακόμα και μεμονωμένα άτομα με όραμα και ιδέες θέλουν, πολλές φορές, να συμβάλουν στον πολιτιστικό τομέα και δεν υπάρχει το ανάλογο νομοθετικό πλαίσιο που να διευκολύνει μια τέτοιου είδους δυνατότητα. Παρατηρούμε πως διεθνώς οι σύγχρονες καλές πρακτικές διαχείρισης πολιτισμού, οι νέες τεχνολογίες που προσφέρουν απίθανες δυνατότητες και η αυξανόμενη ζήτηση από τους επισκέπτες για ολοκληρωμένες ταξιδιωτικές εμπειρίες επιτάσσουν τη βελτίωση του πολιτιστικού και τουριστικού μας προϊόντος.

 

Οι αξίες και η ηθική προηγούνται των ιδεών, γιατί μόνο σε ένα ηθικό αξιακό σύστημα μπορούν να αναπτυχθούν οι ιδέες ελεύθερα και να γίνουν οι κατάλληλες ζυμώσεις ώστε όχι μόνο να εναρμονιστούν με τις πραγματικές ανάγκες των καιρών και της κοινωνίας αλλά και να τεθούν σε εφαρμογή, που είναι και το ζητούμενο.

 

Οφείλει, λοιπόν, το κράτος να διευκολύνει και να παροτρύνει περισσότερο κόσμο να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση, συνδέοντας τον πολιτιστικό μας πλούτο με μια νέα αντίληψη για τον τουρισμό, ώστε να αξιοποιηθεί ακόμα πιο αποτελεσματικά το πολιτιστικό μας απόθεμα.

 

Και πρέπει αυτό να επιτυγχάνεται χωρίς την επιβάρυνση των φορολογουμένων αλλά με την ορθή διαχείριση ευρωπαϊκών προγραμμάτων, που πολλές φορές επιστρέφουν στην Ε.Ε. επειδή δεν έχουμε καταφέρει να τα απορροφήσουμε, με τη χρηματοδότηση από τον επιχειρηματικό τομέα, με δωρεές ιδιωτών, αλλά, προπάντων, με μελετημένα σχέδια που καθιστούν βιώσιμα και αυτοχρηματοδοτούμενα τα εκπονούμενα έργα. Μόνον έτσι θα καταφέρουμε η διαχείριση του πολιτιστικού μας αποθέματος να γίνει μοχλός ανάπτυξης, πηγή πλούτου και νέων καλών θέσεων εργασίας για όλη τη χώρα και ταυτόχρονα να αναβαθμιστεί και ο χώρος του πολιτισμού.


— Τι εκτιμάτε σε έναν πολιτικό και τι σας χαλά την αισθητική;

Στους πολιτικούς και σε όλους τους ανθρώπους εκτιμώ, πρώτ' από όλα, τη γνησιότητα. Υπ' αυτή την έννοια, θα σας πω κάτι αιρετικό: θεωρώ πιο εκτιμητέο έναν «Πολάκη», που είναι συνεπής προς την άξεστη και χυδαία συμπεριφορά του ‒έτσι γνωρίζεις ακριβώς πού στέκεσαι σε σχέση μ' εκείνον‒ απ' ό,τι τους «Τσίπρες» αυτού του κόσμου, που αλλάζουν γνώμη, φωνή, ακόμα και πρόσωπο, ανάλογα με το πού απευθύνονται και τον στόχο που έχουν. Αυτού του είδους οι άνθρωποι και πολιτικοί που κρύβουν τις προθέσεις τους και τους απασχολεί μόνον να μη χάσουν την εξουσία είναι οι πλέον επικίνδυνοι.


— Συμφωνείτε με την άποψη ότι οι ιδεολογίες έχουν τελειώσει και ότι ήρθε η στιγμή να δοθεί το βάρος στις ιδέες;

Θα έλεγα πως πρέπει πρωταρχικά να δοθεί βάρος στις αξίες. Οι αξίες και η ηθική προηγούνται των ιδεών, γιατί μόνο σε ένα ηθικό αξιακό σύστημα μπορούν να αναπτυχθούν οι ιδέες ελεύθερα και να γίνουν οι κατάλληλες ζυμώσεις ώστε όχι μόνο να εναρμονιστούν με τις πραγματικές ανάγκες των καιρών και της κοινωνίας αλλά και να τεθούν σε εφαρμογή, που είναι και το ζητούμενο. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως οι κοινωνίες εξελίχθηκαν και οι άνθρωποι έζησαν με τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό ευημερίας μόνο όταν κατέκτησαν ένα στοιχειώδες αξιακό σύστημα που επέτρεπε την απρόσκοπτη διακίνηση ιδεών και την ελευθερία του λόγου και πρόσφερε τη δυνατότητα ανάπτυξης ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της αυτοδιάθεσης.