Το 1971 η χούντα γιόρταζε τα 150 χρόνια από την επανάσταση του ’21. Τότε σκέφτηκα λοιπόν να κάνω μία αφίσα που να λέει… 146 χρόνια ελευθερία.
Το 1971 η χούντα γιόρταζε τα 150 χρόνια από την επανάσταση του ’21. Τότε σκέφτηκα λοιπόν να κάνω μία αφίσα που να λέει… 146 χρόνια ελευθερία.

 

Το 1975 έγινε στην Αθήνα μία Παγκόσμια Έκθεση Γελοιογραφίας με θέμα τον Αντιφασισμό, στην οποία συμμετείχαν δεκάδες σκιτσογράφοι από πάρα πολλές χώρες. Μέρος εκείνων των σκίτσων είχαν κυκλοφορήσει σ’ έναν θαυμάσιο τόμο από τις εκδόσεις Καστανιώτη, που άνοιγε μ’ ένα πρώτο κείμενο τού τότε υφυπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως Τάκη Λαμπρία, όπως και μ’ ένα δεύτερο για τη σημασία της γελοιογραφίας (και του γελοιγράφου) της Ελένης Βλάχου. Αυτό το κείμενο το αντιγράφω:

 

«Πάντα ήμουν θερμή οπαδός της γελοιογραφίας. Αν πάντα απολάμβανα τη δουλειά των γελοιογράφων, τώρα θα πρέπει να θαυμάσω και την αίσθησή τους για τις ανθρώπινες αξίες και την αφοσίωσή τους στη δημοκρατία. Από μια άποψη πιστεύω πως αντιπροσωπεύουν την αγνότερη μορφή δημοσιογραφίας. Μέσα στις σελίδες ενός εντύπου καμιά άλλη παρουσία δεν υπάρχει που να είναι, χωρίς να προφέρει ούτε μια λέξη, περισσότερο τολμηρή, βίαιη, επικίνδυνη, φιλελεύθερη, περισσότερο συντριπτικά έντιμη. Και ο πιο φανατικός εχθρός ενός πολιτικού ποτέ δεν θα μπορέση να βρη τις λέξεις για ν’ αποδώσει τα συναισθήματα που ένας γελοιογράφος μπορεί να κλείσει μέσα σ’ ένα σκίτσο. Και μπορούμε να πούμε, χωρίς δισταγμό, κοιτάζοντας απλώς τις γελοιογραφίες που δημοσιεύονται στον Τύπο μιας χώρας, πως μπορούμε μ’ αυτές να μετρήσουμε ακριβώς το ποσοστό τής Ελευθερίας του Τύπου, επομένως και της Δημοκρατίας που απολαμβάνει η χώρα αυτή.

 

Ακόμα είναι ένα είδος αλλόκοτου πλάσματος, που η θέση που κατέχει ακριβώς στο επάγγελμα δεν έχει ξεκάθαρα προσδιοριστεί. Είναι καλλιτέχνης ή δημοσιογράφος; Και τα δύο ή κανένα;

 

Σχεδόν πάντα η διάθεση του γελοιογράφου είναι οργισμένη και βίαιη και ποτέ δεν εγκαταλείπει ένα θέμα προτού εξαντληθεί· επιμένει ξανά και ξανά σκοπεύοντας τους ίδιους στόχους, χρησιμοποιώντας όλων των ειδών τις υπερβολές για να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη. Από όλους τους δημοσιογράφους που δουλεύουν στον ελεύθερο Τύπο, αυτός είναι ο πιο ελεύθερος και πάντα ο λόγος του είναι για δικό του λογαριασμό, ποτέ για λογαριασμό της εφημερίδας. Ποτέ δε βγάζει μια ανώνυμη γελοιογραφία. Μπορεί να γίνει σκληρός –από τη φύση του είναι ο πιο κριτικός από τους κριτικούς– αλλά δεν υποχωρεί ποτέ σε θέματα δικαιοσύνης, υπερασπίζεται με πάθος τους αδύνατους, ένας μοναχικός αλλά αγέρωχος Δαβίδ, έτοιμος πάντα να αποδεχτεί την πρόκληση όλων των Γολιάθ που δυναστεύουν πάνω στη γη. Δεν τον περιβάλλουν με ιδιαίτερη αγάπη στο επάγγελμα, ίσως γιατί είναι –κάθε γελοιογράφος είναι– αναντικατάστατος.

 

Ακόμα είναι ένα είδος αλλόκοτου πλάσματος, που η θέση που κατέχει ακριβώς στο επάγγελμα δεν έχει ξεκάθαρα προσδιοριστεί. Είναι καλλιτέχνης ή δημοσιογράφος; Και τα δύο ή κανένα; Προσωπικά εγώ πιστεύω πως είναι και τα δύο.»

 

Ελένη Βλάχου

 

Όμως ο Σαπρανίδης έπρεπε να βρει μια δικαιολογία και για το BUS ONLY, το οποίο (φιλοτεχνημένο το 1968) παρουσιαζόταν σε έκθεση στην Αθήνα το 1971…
Όμως ο Σαπρανίδης έπρεπε να βρει μια δικαιολογία και για το BUS ONLY, το οποίο (φιλοτεχνημένο το 1968) παρουσιαζόταν σε έκθεση στην Αθήνα το 1971…

 

Στην έκθεση εκείνη του 1975 είχαν παρουσιάσει αντιφασιστικά σκίτσα τους 26 έλληνες γελοιογράφοι-σκιτσογράφοι (τόσοι, τουλάχιστον, ανθολογούνται στην έκδοση). Ένα απ’ αυτά τα σκίτσα, αφίσα, πείτε το όπως θέλετε, για το οποίο θα πούμε τώρα λίγα λόγια ήταν και το περίφημο BUS ONLY του Δημήτρη Σαπρανίδη.

 

Σ’ ένα βιογραφικό του Σαπρανίδη που υπάρχει στο BiblioNet διαβάζουμε μεταξύ άλλων:

 

«Ο Δημήτρης Σαπρανίδης σπούδασε Καλές Τέχνες στην ΑΣΚΤ. Εργάστηκε στις περισσότερες δημοσιογραφικές ειδικότητες των εφημερίδων Το Βήμα και Τα Νέα (1955-1973), αλλά και ως προϊστάμενος ελεύθερου ρεπορτάζ στον Ριζοσπάστη (1975) και στη Μεσημβρινή (1980). Ήταν διευθυντής του περιοδικού Συλλογή (εκδόσεις Παπαχρυσάνθου, 1973), αρχισυντάκτης του περιοδικού Αντί (1974), διευθυντής στη Ραδιοτηλεόραση (1994-1997) και διευθυντής Εκδόσεων της ΕΡΤ απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1998. Διετέλεσε κατά περιόδους αρχισυντάκτης δελτίων ειδήσεων της τηλεόρασης και υπεύθυνος ρεπορτάζ. Κατά τη Δικτατορία, το 1967, διεγράφη από την Ένωση Συντακτών και καταδικάστηκε σε ενός έτους φυλάκιση. Το 1971, σε έκθεση ζωγραφικής του στην Αθήνα, παρουσίασε σαράντα αντιδικτατορικά πόστερ, από τα οποία κυκλοφόρησαν παράνομα το Bus Only και το Χρονοδιάγραμμα, αλλά μετά τρεις μέρες η έκθεση έκλεισε βιαίως».

 

Σχεδόν πάντα η διάθεση του γελοιογράφου είναι οργισμένη και βίαιη και ποτέ δεν εγκαταλείπει ένα θέμα προτού εξαντληθεί· επιμένει ξανά και ξανά σκοπεύοντας τους ίδιους στόχους, χρησιμοποιώντας όλων των ειδών τις υπερβολές για να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη...
Σχεδόν πάντα η διάθεση του γελοιογράφου είναι οργισμένη και βίαιη και ποτέ δεν εγκαταλείπει ένα θέμα προτού εξαντληθεί· επιμένει ξανά και ξανά σκοπεύοντας τους ίδιους στόχους, χρησιμοποιώντας όλων των ειδών τις υπερβολές για να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη...

 

Ο ίδιος ο Δημήτρης Σαπρανίδης θυμάται σ’ ένα παλιό «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα» [Στέλιος Κούλογλου, NET], που είχε για θέμα του τη λογοκρισία:

 

«Το 1971 η χούντα γιόρταζε τα 150 χρόνια από την επανάσταση του ’21. Τότε σκέφτηκα λοιπόν να κάνω μία αφίσα που να λέει… 146 χρόνια ελευθερία. Έπρεπε να κάνω 146 αφαιρώντας τα τέσσερα χρόνια της δικτατορίας. Όταν έφτιαξα αυτό, ήρθαν οι φίλοι, το είδανε… δεν κάνεις κι άλλα;… μου είπαν… και κάθισα κι έκανα… κλείστηκα μέσα σ’ ένα δωμάτιο κι έφτιαχνα συνέχεια πίνακες… 40 τον αριθμό. (Με ρώτησε τότε η Ασφάλεια, γιατί αφαιρώ τέσσερα χρόνια…). Αφαιρώ τα χρόνια της… κατοχής… δεν μπορώ να τα βάλω μέσα και να πω 150 χρόνια ελευθερίας.(…)».

 

Όμως ο Σαπρανίδης έπρεπε να βρει μια δικαιολογία και για το BUS ONLY, το οποίο (φιλοτεχνημένο το 1968) παρουσιαζόταν σε έκθεση στην Αθήνα το 1971…

 

«Τώρα, η μία δικαιολογία για το BUS ONLY ήταν ότι αφορούσε την είσοδο των σοβιετικών τανκς στην Πράγα, γιατί τότε ακριβώς είχε γίνει και η εισβολή. Και ότι δεν αφορούσε καμμιά δική τους ενέργεια (των συνταγματαρχών)… που κατεβάσανε τα τανκς, ας πούμε, μέρα μεσημέρι… Κάθισε τρεις ημέρες η έκθεση και κάποια ώρα έρχεται ένας αστυνομικός και μου λέει πως υπάρχει διαταγή του στρατιωτικού διοικητή της Αθήνας να κλείσει αμέσως η αίθουσα».

 

BUS ONLY. Σκέψη καίρια, μήνυμα σαφές, σκίτσο αδρό, ενέργεια τολμηρή κι ένα πόστερ που έγραψε ιστορία…
BUS ONLY. Σκέψη καίρια, μήνυμα σαφές, σκίτσο αδρό, ενέργεια τολμηρή κι ένα πόστερ που έγραψε ιστορία…

 

Τον Μάιο του 1972 κυκλοφορεί από τον Χρήστο Παπουτσάκη το πρώτο τεύχος του περιοδικού αντί. Στο οπισθόφυλλο μια διαφήμιση ενός ποστεράδικου στη Λόντου στα Εξάρχεια, του Δελφινιού. Εκεί, στη διαφήμιση, ανάμεσα στα πόστερ του Τσε, του Jimi Hendrix και των Santana, ανάμεσα στον Δον Κιχώτη του Picasso και τον Καραγκιόζη με το Κολλητήρι, υπήρχαν και δύο αντιδικτατορικές αφίσες – η μία ήταν το BUS ONLY του Δημήτρη Σαπρανίδη (και η άλλη πιθανώς δική του να ήταν). Το περιοδικό θα βρει τον μπελά του και γι’ αυτό το λόγο, αφού ως γνωστόν το αντί θα κυκλοφορούσε ξανά πια στη Μεταπολίτευση. Θυμάται ο Δ. Σαπρανίδης (πάντα από το «Ρεπορτάζ χωρίς Σύνορα»):

 

«Τον πιάσανε τον Παπουτσάκη. Τον πήγανε μέσα. Έφαγε και ξύλο, για να μαρτυρήσει ποιος έφτιαξε αυτό τον πίνακα, αυτή την αφίσα. Εν τω μεταξύ η αφίσα έγραφε το όνομά μου επάνω. Είχε την υπογραφή μου, είχε γίνει και η έκθεση κι όλα αυτά… Αλλά αυτοί θέλανε να πει ο ίδιος. Ο Παπουτσάκης δεν έλεγε όμως, γιατί δεν ήθελε να τους κάνει το χατίρι».

 

BUS ONLY. Σκέψη καίρια, μήνυμα σαφές, σκίτσο αδρό, ενέργεια τολμηρή κι ένα πόστερ που έγραψε ιστορία…