Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Αλίκη Βουγιουκλάκη- Β' Μέρος: όλα τα κουσούρια και οι αρετές των Ελλήνων, σε light συσκευασία του ενός

16.000 λέξεις, χωρίς εξωραϊσμούς και αποσιωπήσεις, για το κορυφαίο κινηματογραφικό είδωλο της Ελλάδας ― Β' ΜΕΡΟΣ

Διαζύγιο και ακόμα περισσότερες επιτυχίες

«Αν η επιτυχία ήταν μικρότερη, αν ήμασταν ένα φυσιολογικό ζευγάρι, θα είχαμε σώσει τον γάμο μας» είπε πολλά χρόνια αργότερα ο Παπαμιχαήλ στο «Ενώπιος ενωπίω» για τον γάμο του με την Αλίκη. Την εποχή που όλα αυτά συνέβαιναν, κατηγορούσε εξωγενείς παράγοντες για τον χωρισμό τους. Τη σεζόν 1973-1974, που έπαιξαν το «Ωραία μου κυρία» του Μπέρναρντ Σο, δεν υπήρχε πια κοινή ζωή. Υπήρχαν ατέρμονοι καβγάδες και αντιδικίες. Εκείνος έβγαινε με τη νεαρή ηθοποιό Κάτια Δανδουλάκη, με την οποία είχαν παίξει μαζί στον «Παπαφλέσσα», κι εκείνη με τον χουντικό υπουργό και εκδότη της «Απογευματινής» Νίκο Μομφεράτο. Στις 17 Νοεμβρίου 1973 ξέσπασε η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Όταν η Αλίκη είδε μέσα από το αυτοκίνητο αστυνομικούς να χτυπούν ανελέητα ένα νεαρό παιδί, όρμησε και το άρπαξε από τα χέρια τους με το έτσι θέλω και το πήγε στο θέατρο να του παράσχει πρώτες βοήθειες. Είχε ξυπνήσει το μητρικό της ένστικτο.


Μια μέρα πήγε στο εξοχικό της για μια συνέντευξη με τον Άρη Σκιαδόπουλο. Το θέαμα που αντίκρισε την τάραξε. Το σπίτι ήταν λεηλατημένο, αλλά όχι από αγνώστους. Είχε μπει ο Παπαμιχαήλ, είχε ξεσηκώσει ό,τι υπήρχε από έπιπλα και αντικείμενα, και συν τοις άλλοις είχε βάψει τους τοίχους μαύρους. Η Αλίκη βρόντηξε και άστραψε και όσοι ήταν μαζί της εκείνη τη μέρα τρόμαξαν με την οργή της. Ειδοποίησε την αστυνομία, στην οποία υπέβαλε μήνυση κλοπής. Το δικαστήριο αυτό το έχασε, αλλά το ποτήρι είχε ξεχειλίσει. Το καλοκαίρι που ακολούθησε, το μαρτυρικό εκείνο καλοκαίρι του 1974 που έγινε η εισβολή στην Κύπρο, που λίγο έλειψε να οδηγηθεί η χώρα σε πόλεμο με την Τουρκία και που εν τέλει καταλύθηκε η δικτατορία, πήρε το παιδί της κι εγκαταστάθηκε στης μητέρας της. Τα πολιτικά γεγονότα επισκίασαν τα δικά της νέα, αλλά ήταν βέβαιο ότι το δημοφιλές ζευγάρι είχε πια χωρίσει οριστικά.


Τη βραδιά της επιστροφής του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το Παρίσι, η Αλίκη βγήκε στους δρόμους να πανηγυρίσει μαζί με τους υπόλοιπους Αθηναίους. Καθώς ετοίμαζε για το θέατρο το ιστορικό έργο του Γεωργίου Ρούσσου «Μαντώ Μαυρογένους», άδραξε την ευκαιρία να εμφανιστεί ντυμένη και μακιγιαρισμένη ως η ηρωίδα της επανάστασης. Η παράσταση έκανε πρεμιέρα εν μέσω του γενικότερου ενθουσιασμού για την αποκατάσταση της δημοκρατίας , στις 19 Οκτωβρίου 1974, σε σκηνοθεσία του Κωστή Μιχαηλίδη και μουσική του επαναπατρισθέντα Μίκη Θεοδωράκη, διεγείροντας το εθνικό και ηθικό φρόνημα των δημοκρατικών πολιτών κάθε παράταξης. Δίπλα της ο Μάνος Κατράκης, ο Νικήτας Τσακίρογλου, ο Βύρων Πάλλης. Η παράσταση έγινε τρομερή επιτυχία.

 

Η Αλίκη στον ρόλο της Σάλι Μπόουλς, δε μιμήθηκε τη Μινέλι, γιατί, όπως έλεγε: «Η Μινέλι φόρεσε μια μελαχρινή περούκα κι ερμήνευσε τον ρόλο. Από τότε έτσι την μιμούνται όλοι οι τραβεστί».


Εκείνο τον χειμώνα, που τόσα πράγματα άλλαζαν για την Ελλάδα, η Αλίκη έκανε μια νέα αρχή. Ενέδωσε στην πρόταση της Κρατικής Τηλεόρασης να παίξει σε σίριαλ κι έτσι στις 5 Μαΐου 1975 εμφανίστηκε ως βασίλισσα Αμαλία στην ομώνυμη σειρά, έχοντας δίπλα της τον Χρήστο Πολίτη στον ρόλο του Όθωνα και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ στον ρόλο του Καλλέργη, όπως και στο θέατρο. Η αμοιβή της για κάθε επεισόδιο ήταν το αδιανόητο για την εποχή ποσό των 25.000 δραχμών. Η σειρά ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του 1976. Ας σημειωθεί ότι στο δημοψήφισμα «Βασιλευομένη ή προεδρική δημοκρατία» αντιτάχθηκε στη βασιλεία, δηλώνοντας ότι ήταν ένα σύστημα που ανήκε στο παρελθόν.

 

Καμπίρια
Καμπίρια


Τη σεζόν 1975-1976 ανέβασε για πρώτη φορά το μιούζικαλ «Καμπίρια», εμπνευσμένο από την ομώνυμη ταινία του Φελίνι με συμπρωταγωνιστές της τους Χρήστο Πολίτη και Βασίλη Τσιβιλίκα. Το καλοκαίρι του 1976 εγκαινίασε και το θερινό θέατρο Αλίκη στο Πεδίον του Άρεως, στο οποίο στεγαζόταν για χρόνια το Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη. Η Αλίκη, κρυφά και αρκετά ύπουλα, χωρίς να ενημερώσει τον συμπρωταγωνιστή της, διεκδίκησε και κέρδισε το θέατρο από έναν μη ανακοινωθέντα διαγωνισμό, δείχνοντας μεγάλη αχαριστία στο πρόσωπο του σπουδαίου ηθοποιού που την είχε ευεργετήσει πολλαπλά. Το πρώτο έργο που ανέβασε εκεί ήταν η παλιά της, σίγουρη επιτυχία «Ο Πειρασμός» του Ξενόπουλου. Λίγο καιρό πριν είχε πει σε συνέντευξή της στον Γιώργο Λιάνη: «Ξέσκισα μέσα μου τα ταμπού του καλού κοριτσιού. Το καλό κορίτσι πέθανε. Δέχτηκα είκοσι χρόνια έναν τέτοιο καταναγκασμό, δέχτηκα μια συζυγική σχέση που δεν μου πήγαινε, δέχτηκα τις χειροπέδες που μου φόρεσαν οι νοικοκυρές και τα κοριτσόπουλα, κι έπεσα θύμα του μύθου του καλού κοριτσιού».


Το καλοκαίρι του 1976 επέστρεψε σε μια παλιά της γνώριμη κυρία, που δεν ήταν άλλη από την «Ωραία μου κυρία», το μιούζικαλ με τα αυθεντικά τραγούδια της διάσημης ταινίας του Κιούκορ, με ελληνικούς στίχους του Γιάννη Ξανθούλη και καθηγητή Χίγκινς τον Άγγελο Αντωνόπουλο, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Ποταμίτη. Αν και μέτρια χορεύτρια και στο τραγούδι «αυθεντική», όπως θα 'λεγε κι ο Μάνος, ένιωσε ότι το μιούζικαλ της πήγαινε πολύ. Άσε που είχε αρχίσει και το κοινό να εξοικειώνεται μαζί του. Τα μιούζικαλ ήταν πολυπρόσωπα, γεμάτα συγκίνηση και λάμψη, χορό, ωραίες μουσικές και κυρίως πλούσια κοστούμια. Αν και δεν ήταν η πρώτη που έκανε μιούζικαλ, ήταν εκείνη που επέβαλε το Μπρόντγουεϊ στην Ελλάδα. Έτσι, ακολούθησε το «Καμπαρέ» με τον Δάνη Κατρανίδη στον ρόλο του κομπέρ. Ένα έργο που εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές, μετά την ταινία του Μπομπ Φος με τη Λίζα Μινέλι. Η Αλίκη στον ρόλο της Σάλι Μπόουλς, λοιπόν, χωρίς να μιμείται τη Μινέλι, γιατί, όπως έλεγε: «Η Μινέλι φόρεσε μια μελαχρινή περούκα κι ερμήνευσε τον ρόλο. Από τότε έτσι την μιμούνται όλοι οι τραβεστί». Σε λίγα χρόνια, το ίδιο θα έκαναν και οι Έλληνες «τραβεστί» μ' εκείνη σε όλα τα γκέι κλαμπ της ελληνικής επικράτειας, ερμηνεύοντας τα τραγούδια των ταινιών της με τα οποία ονειρεύτηκαν και ενίοτε ταυτίστηκαν. Σε μια συνέντευξή της είπε για το «Καμπαρέ»: «Το έργο αυτό είναι τώρα περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρο. Τώρα που βλέπουμε και ακούμε να ξεφυτρώνουν κάποιοι ονομαζόμενοι νεοναζί, φοβάμαι. Και αλίμονο, αν υποκύπτουμε και δεν λέμε την αλήθεια από τη σκηνή του θεάτρου. Έπειτα, είμαι σαφώς αντιναζίστρια, όπως κάθε σωστός άνθρωπος εξάλλου».

 

Καμπαρέ
Καμπαρέ
Εξώφυλλο στο Φαντάζιο
Εξώφυλλο στο Φαντάζιο


Όλη εκείνη η ευφορία δεν ήταν δυνατόν να μην της έφερνε ανάλογη ευτυχία και στη ζωή. Η σχέση της με τον Μομφεράτο δεν έμοιαζε να οδηγεί στον θρυλούμενο γάμο τους. Ο μεγαλοεκδότης δεν ένιωθε και πολύ βολικά να κυκλοφορεί με την πιο αναγνωρίσιμη και δημοφιλή γυναίκα της Ελλάδας. Ο δεσμός έληξε αρκετά νωρίς, προτού εκείνος πέσει θύμα της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη». Τότε, ένας νέος έρωτας, και ίσως ο σπουδαιότερος της ζωής της, χτύπησε την πόρτα της.


Ο Γιώργος Ηλιάδης ήταν ένας Κύπριος επιχειρηματίας που διατηρούσε στην Πλάκα το επιτυχημένο και ιδιαίτερα κοσμικό για την εποχή εστιατόριο Σκορπιός. Η πρώτη φορά που η Αλίκη βρέθηκε στον Σκορπιό ήταν σε δεξίωση που παρέθεσε για εκείνην ο Μομφεράτος, τη βραδιά της πρεμιέρας του «Νυφικού Κρεβατιού». Την επόμενη βραδιά, το ζεύγος επέστρεψε για φαγητό. Η Αλίκη δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Από τότε πήγε και ξαναπήγε, παίρνοντας μαζί της τις παρέες της. Οι συχνές επισκέψεις οδήγησαν στο φλερτ και εν τέλει στον έρωτα.


Τα Χριστούγεννα του 1978 αποφάσισε να τον παρουσιάσει ως επίσημο αγαπημένο της στο καθιερωμένο πάρτι που έδινε τέτοιες μέρες. Ο Κύπριος επιχειρηματίας είχε πολλά προτερήματα για να κερδίσει το περιβάλλον της. Ήταν μορφωμένος, ιδιαίτερα ευγενικός, ήρεμος και καθόλου ματαιόδοξος. Δεν είχε επιλέξει τη Βουγιουκλάκη ούτε για να εισχωρήσει στους καλλιτεχνικούς κύκλους ούτε για ν' ανέβει κοινωνικά και οικονομικά. Την είχε επιλέξει ως γυναίκα και αυτό ήταν κάτι που εκείνη το ήξερε. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της κάποιος την αγαπούσε χωρίς να περιμένει να κερδίσει τίποτα από τη λάμψη της, από τον ζωντανό εθνικό μύθο. Έτσι, ο έρωτάς τους καρποφόρησε από κάθε άποψη. Το σπαρακτικό «Κάποιος μ' αγαπάει και μένα κόσμε»που τραγουδούσε στο φινάλε της «Καμπίρια» το καλοκαίρι του 1979 έβγαινε αβίαστα πάνω στη σκηνή, σαν τα λόγια να είχαν γραφτεί ειδικά για τη συναισθηματικά ανάπηρη Αλίκη. Τα τραύματα είχαν επουλωθεί. Μαζί του ταξίδεψε πολύ, σταμάτησε τις άσκοπες νυχτερινές εξόδους και άρχισαν ν' απομονώνονται οι δύο τους στο «χωριό», χωρίς να αποζητούν την παρουσία τρίτων.

 

Η σχέση με τον Γιώργο Ηλιάδη πήγαινε αναπάντεχα καλά, αλλά κάθε φορά που ξεσπούσε μια νέα συναισθηματική κρίση με αφορμή τα παιδιά του, ανησυχούσε. Πιστεύοντας ότι ο γάμος θα ήταν ο μόνος τρόπος να τον δεσμεύσει οριστικά, κανονίζει με τον πατέρα Πυρουνάκη να παντρευτούν, αποδεχόμενη τον όρο του να υπάρξει απόλυτη μυστικότητα.


Αλλά ο Ηλιάδης είχε στην Κύπρο δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο, για τα οποία ένιωθε μεγάλη ευθύνη και ακόμη μεγαλύτερες ενοχές που βρισκόταν μακριά τους. Αυτά τα παιδιά έμελλε να καταστρέψουν, άθελά τους φυσικά, την ευτυχία του ζεύγους. Κάθε φορά που τ' άκουγε να του λένε πόσο τους έλειπε, γινόταν ράκος. Το ότι τα επισκεπτόταν κάθε λίγο και λιγάκι δεν ήταν αρκετό. Κι αυτό μετρούσε όλο και πιο αρνητικά στην παρατεινόμενη παραμονή του στην Ελλάδα.


Παράλληλα, και ενώ τα περιοδικά ασχολούνταν κατά κόρον μαζί τους, οι θεατρικές επιτυχίες συνεχίζονταν. Το καλοκαίρι του 1980 ανέβασε τη λαμπερή οπερέτα «Εύθυμη χήρα», ενώ τον χειμώνα που ακολούθησε την «Τζούλια» του Μπέρναρντ Σλέιντ, σε σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή. Εκεί έκανε το θεατρικό της ντεμπούτο η Μιμή Ντενίση, η οποία μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούταν πετυχημένο μοντέλο. Τα κοστούμια της παράστασης υπέγραφε ο Μπίλι Μπο, στενός φίλος της τελευταίας.

 

Μπίλι Μπο, Αλίκη Βουγιουκλάκη και Βλάσσης Μπονάτσος
Μπίλι Μπο, Αλίκη Βουγιουκλάκη και Βλάσσης Μπονάτσος


Την ίδια εκείνη χρονιά τολμάει μια επιστροφή στον κινηματογράφο. Η περίφημη «Θεατρίνα», προσαρμοσμένη στην Αλίκη, με τον τίτλο «Πονηρό θηλυκό, κατεργάρα γυναίκα», τον οποίο εμπνεύστηκε η εταιρεία παραγωγής, δεν την ικανοποίησε μεν αλλά η ταινία γέμισε τις αίθουσες με παιδάκια, μαμάδες και γιαγιάδες. Ενθαρρυμένη από τα εισιτήρια, γυρίζει αμέσως μετά το «Κατάσκοπος Νέλη», αλλά όταν αποπειράθηκε να μεταφέρει μια ελληνική εκδοχή του «Καμπαρέ» στην οθόνη, της αρνήθηκαν τα κινηματογραφικά δικαιώματα και κατέληξε να το γυρίσει αυθαίρετα, με αισθητική που δεν απείχε από τις βιντεοκασέτες της εποχής. Το «Κορίτσι του καμπαρέ» έμεινε στα κουτιά.


Στο Λονδίνο όμως θριάμβευε ήδη από το '76 μια ροκ όπερα που ήταν βασισμένη στη ζωή και στον πρόωρο θάνατο της θρυλικής μορφής της Αργεντινής Εύα Περόν, μιας γυναίκας που ξεκίνησε πάμφτωχη, ως δεύτερης κατηγορίας ηθοποιός μπουλουκιών, για να φτάσει να γίνει πρώτη κυρία της χώρας, ως σύζυγος του δικτάτορα Χουάν Περόν, και να πεθάνει στο ζενίθ της δημοτικότητάς της από καρκίνο, σε ηλικία 33 ετών. Η ροκ όπερα «Εβίτα» των Άντριου Λόιντ Γουέμπερ και Τιμ Ράις ήταν ένα υπερθέαμα διαφορετικό από τα παραδοσιακά αμερικανικά μιούζικαλ, χωρίς καθόλου πρόζα. Αν υπολόγιζε κάποιος τις εναλλαγές των μεγάλων σκηνικών και τα κοστούμια, επρόκειτο για μια υπερπαραγωγή που μόνο η Αλίκη μπορούσε ν' ανεβάσει στην Ελλάδα. Οι δημιουργοί του απαίτησαν να περάσει η κυρία Βουγιουκλάκη από ακρόαση. Η τύχη το θέλησε λίγο καιρό πριν να την έχουν δει οι Άγγλοι ως «Υπολοχαγό Νατάσα» στο BBC. Η Αλίκη προετοιμάστηκε σκληρά, ταξίδεψε μέχρι την Αγγλία και εντέλει πήρε τα δικαιώματα του έργου.


Η «Εβίτα», σε σκηνοθεσία του Κύπριου σκηνοθέτη Νίκου Χαραλάμπους, ξεκίνησε να παίζεται στις 11 Δεκεμβρίου 1981 και δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από οποιαδήποτε διεθνή παραγωγή. Η Αλίκη, ως Εύα Περόν, ήταν εξαιρετική ερμηνευτικά, ιδίως στις σκηνές του τέλους, αλλά κάποιος άλλος έπαιρνε τα περισσότερα χειροκροτήματα. Ο ροκάς τραγουδιστής και ιδρυτικό μέλος του μουσικού συγκροτήματος «Πελόμα Μποκιού», Βλάσσης Μπονάτσος, που έπαιζε τον ρόλο του Τσε. Τόσο η εκρηκτική του προσωπικότητα με το σκηνικό χάρισμα όσο και η φωνή πρόσθεταν πολλά εύσημα στην ελληνική παράσταση της διάσημης ροκ όπερας, η οποία εισπρακτικά ήταν ένας θρίαμβος, ευτυχώς – είχε κοστίσει περί τα 40 εκατομμύρια δραχμές.

 

Οι Λονδρέζοι παραγωγοί την ανακήρυξαν καλύτερη Εβίτα παγκοσμίως.
Οι Λονδρέζοι παραγωγοί την ανακήρυξαν καλύτερη Εβίτα παγκοσμίως.
Με τον Γιώργο Ηλιάδη
Με τον Γιώργο Ηλιάδη


Πολιτικά, εκείνο το φθινόπωρο η Ελλάδα άνοιγε μια νέα σελίδα στην Ιστορία της. Στις εκλογές του Οκτώβρη του 1981 το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα και ο Ανδρέας Παπανδρέου πήραν πρωτοφανή ποσοστά και έγιναν κυβέρνηση. Το γεγονός θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική και οικονομική ζωή των Ελλήνων και η Αλίκη, ακολουθώντας τα συναισθήματα του λαού, συχνά-πυκνά στήριζε μέσα από τις συνεντεύξεις της τον Ανδρέα, όχι απαραίτητα ως ένθερμη οπαδός, αλλά σιγοντάροντας αρκετές προοδευτικές κινήσεις της νέας εξουσίας. Τα επόμενα χρόνια, τα δύο μεγάλα κόμματα θα βολιδοσκοπούσαν αρκετές φορές την ενεργό συμμετοχή της στην πολιτική, κάτι που δεν είχε κανένα λόγο να κάνει. Το θέατρο της οδού Αμερικής συνέχιζε να γεμίζει.

 

Η σχέση με τον Γιώργο Ηλιάδη πήγαινε αναπάντεχα καλά, αλλά κάθε φορά που ξεσπούσε μια νέα συναισθηματική κρίση με αφορμή τα παιδιά του, ανησυχούσε. Πιστεύοντας ότι ο γάμος θα ήταν ο μόνος τρόπος να τον δεσμεύσει οριστικά, κανονίζει με τον πατέρα Πυρουνάκη να παντρευτούν, αποδεχόμενη τον όρο του να υπάρξει απόλυτη μυστικότητα. Έτσι, χωρίς να το μάθει κανείς, στις 29 Ιανουαρίου 1982 τελέστηκε ο γάμος τους στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης, με μοναδικούς παρευρισκόμενους την πιστή της αμπιγιέζ Νότα Κονοπίση, τη στενή της φίλη αρχαιολόγο Μουμού Ηλιοπούλου και τον κολλητό της Τόλη Σταματίκο. Το ίδιο βράδυ είχε καλέσει σε δείπνο σε κοσμικό εστιατόριο την Καρέζη με τον Καζάκο και τη Λάσκαρη με τον Λυκουρέζο, χωρίς να τους έχει ανακοινώσει τίποτα.

 
Ο Ηλιάδης ομολόγησε, χρόνια αργότερα, στη Μαλβίνα ότι είχε απαιτήσει να μείνει ο γάμος εντελώς μυστικός, ώστε να μην ταράξει κι άλλο τη ζωή των παιδιών του στην Κύπρο. Αλλά εκείνος που τελικά ταράχτηκε περισσότερο ήταν ο ίδιος. Μην αντέχοντας την απόσταση από τα παιδιά και θυσιάζοντας την προσωπική του ευτυχία, μερικούς μήνες αργότερα, χωρίς ν' ανακοινώσει τίποτα στην Αλίκη, άνοιξε την πόρτα κι έφυγε από τη ζωή της. Ακολούθησε ένας μαραθώνιος τηλεφωνημάτων, τον εκλιπαρούσε να επιστρέψει, άλλοτε τον έβριζε, αλλά όλες οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό. Τελικά εγκατέλειψε κάθε απόπειρα, γνωρίζοντας ότι είχε χάσει ακόμη ένα παιχνίδι στον έρωτα, κι έτσι βρήκε θαλπωρή στην αγκαλιά του συμπρωταγωνιστή της Τσε-Βλάσση.

 

Όταν χώρισε με τον Γιώργο Ηλιάδη βρήκε θαλπωρή στην αγκαλιά του συμπρωταγωνιστή της Τσε-Βλάσση.
Όταν χώρισε με τον Γιώργο Ηλιάδη βρήκε θαλπωρή στην αγκαλιά του συμπρωταγωνιστή της Τσε-Βλάσση.

 

Αδιαμφισβήτητη πρωταγωνίστρια μεγάλων παραγωγών

Αποχαιρέτησε το «καλό κορίτσι» που ήθελε να βλέπει η μέση Ελληνίδα και άρχισε να ξεπερνάει τον εαυτό της. Λεξιλόγιο, dress code, κοσμικές έξοδοι και φωτογραφίσεις σηματοδότησαν μια νέα Βουγιουκλάκη. Παράλληλα ίσως και με τη νέα ελληνική πραγματικότητα, τα νέα κοινωνικοπολιτικά ήθη της οποίας στο εξής θα σάρωναν ολόκληρη τη χώρα. Το ντεμπούτο αυτού του νέου προσώπου δεν ήταν άλλο από το περίφημο εξώφυλλο της 26ης Αυγούστου 1982 του περιοδικού «Ταχυδρόμος», το οποίο τότε κυριαρχούσε, με την Αλίκη σχεδόν γυμνή και τον Βλάσση να της καλύπτει το στήθος με την αγκαλιά του στο θερινό ανάκτορο στον Άγιο Θεολόγο. Η «εθνική γατούλα» του παλιού καλού καιρού ήταν πια μια ερωτική αγριόγατα και ο πρώην ροκάς εθνικός γκόμενος. Βέβαια, όλα αυτά λειτουργούσαν θαυμάσια ως διαφήμιση για τη διεθνή πρωτοτυπία να παίζεται η «Εβίτα» σε θερινό θέατρο. Οι Λονδρέζοι παραγωγοί πάντως δεν είχαν κανένα πρόβλημα, ίσα-ίσα που την ανακήρυξαν καλύτερη Εβίτα παγκοσμίως.


Το καλοκαίρι του 1983 επέστρεψε για μια ακόμα φορά στο γνωστό και δοκιμασμένο «Η εύθυμη χήρα» με τους Δάνη Κατρανίδη και Τίμο Περλέγκα στο πλευρό της, αλλά τον χειμώνα ενεργοποιήθηκε το επιχειρηματικό της δαιμόνιο. Η ταινία που έκανε θραύση εκείνο τον καιρό ήταν το μιούζικαλ «Βίκτωρ-Βικτώρια» του Μπλέικ Έντουαρτς με την Τζούλι Άντριους. Βασιζόταν σε γερμανική ταινία του 1933, επομένως δεν υπήρχε λόγος να διεκδικήσει τα δικαιώματα της χολιγουντιανής εκδοχής αλλά της παλιάς του Ράινχολτ Σίντσελ. Ο Μάριος Πλωρίτης ανέλαβε την προσαρμογή, τη σκηνοθεσία ο Γιώργος Ρεμούνδος και τη μουσική ο Θάνος Μικρούτσικος. Οι κεντρικοί ρόλοι ερμηνεύονταν από τον Βλάσση Μπονάτσο, τον Ηλία Λογοθέτη, τον Γιώργο Μούτσιο και την Κατιάνα Μπαλανίκα. Ο Γιώργος Παυριανός προσλήφθηκε να γράψει τους στίχους των νέων τραγουδιών. Ήταν αυτός που σκαρφίστηκε το περίφημο «Ο άντρας της ζωής μου είμαι εγώ» και που άρεσε τόσο πολύ στην ίδια, ώστε το έκανε προσωπικό της μότο.

 

Με την Κατιάνα Μπαλανίκα στο Βίκτωρ- Βικτώρια (1983-1984)
Με την Κατιάνα Μπαλανίκα στο Βίκτωρ- Βικτώρια (1983-1984)


Καθώς στο έργο η Βικτώρια μεταμφιέζεται σε Βίκτωρ, το δίχως άλλο έπρεπε να εμφανιστεί με κοντά, αλά γκαρσόν μαλλιά. Οι διάσημες χρυσές μπούκλες κόπηκαν και η ίδια τις έκλαψε πικρά. Ωστόσο, έγιναν ένα εντυπωσιακό εξώφυλλο στις 20 Οκτωβρίου 1983 για το περιοδικό ΕΝΑ. Παράλληλα, η προσωπική της ζωή στροβιλιζόταν στους φρενήρεις ρυθμούς του Μπονάτσου. Ήταν ο μόνος στον οποίο επέτρεπε να της μιλά σχεδόν με αναίδεια, χωρίς να υπολογίζει τον μύθο Βουγιουκλάκη. Οι επισκέψεις στα μπαρ, στα κλαμπ και στο «Εργοστάσιο», που θεωρούνταν ό,τι πιο κοσμικό κι εναλλακτικό εκείνη την εποχή, έπαιρνα κι έδιναν. Σε αυτή την περίοδο ανήκει και η διάσημη πια ατάκα της Αλίκης: «Βλάσση μου, εσύ κι εγώ μαζί θα γεράσεις» υπογραμμίζοντας τον μνημειώδη αυτοσαρκασμό της.


Το καλοκαίρι του 1984, καθώς ανακαίνιζε το εξοχικό της, της έπεσε η ιδέα να επανασυνδεθεί καλλιτεχνικά με τον Παπαμιχαήλ σ' ένα έργο κομμένο και ραμμένο για τους δυο τους, το «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα» του Γουίλι Ράσελ − η μεταμόρφωση μιας λαϊκής κομμώτριας σε καλλιεργημένη γυναίκα από έναν καθηγητή πανεπιστημίου. Ακόμη μια διεθνής κινηματογραφική επιτυχία στα μέτρα της Αλίκης. Σκηνοθέτης του εγχειρήματος, στην πρώτη τους συνεργασία, ο Ανδρέας Βουτσινάς. Στην πρώτη συνάντηση Μπονάτσου-Παπαμιχαήλ, ο Βλάσσης τον αγκάλιασε, λέγοντάς του: «Σε αγαπώ πάρα πολύ... είσαι ο πατέρας του παιδιού μου!». Οι πρόβες πήγαν μια χαρά, με τη δεύτερη σύζυγο του πρωταγωνιστή, Νανά Ειλικρινή, να τελεί χρέη βοηθού σκηνοθέτη, αν και η Αλίκη δεν την πολυχώνευε. Στην πρεμιέρα ο Γιάννης αγκάλιασε τους γονείς του, δηλώνοντας πιο ευτυχισμένος από ποτέ.


Με τα χρόνια η Αλίκη είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σχέση με την πλατεία. Αν τη μια βραδιά ένα της αστειάκι, ένα σκέρτσο, μια φράση, εκτός κειμένου βέβαια, έπιανε, αν δηλαδή άκουγε ένα γέλιο, ακόμη κι αν προερχόταν από την τελευταία σειρά, την επομένη το επαναλάμβανε. Στο τέλος, με τόσες επεμβάσεις, η παράσταση συχνά έμοιαζε εντελώς άλλη από εκείνη της πρεμιέρας. Αυτό παρατήρησε και ο Βουτσινάς όταν επέστρεψε μετά από έναν μήνα που βρισκόταν στο Παρίσι και πήγε να δει την παράσταση που είχε σκηνοθετήσει. Δεν αναγνώρισε το έργο. «Η Αλίκη είναι κάτι σαν σύγχρονη κομέντια ντελ' άρτε» έλεγε στις παρέες του.

 

Με τον Δημήτρη και τον Γιάννη
Με τον Δημήτρη και τον Γιάννη


Η απόφασή της το καλοκαίρι του 1986 να παίξει τη «Λυσιστράτη» σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολομού ήταν αφορμή να ξεκινήσει ένας χορός αρνητικών δημοσιευμάτων, καταρχάς για το αν έπρεπε να της επιτραπεί να παίξει στην Επίδαυρο ή όχι. Αλλά δεν μπορούσαν να απορρίψουν παράσταση του «Προσκηνίου» του Σολομού. Στον πόλεμο προστέθηκε σύντομα και η Λυσιστράτη του νεαρού αζάν προβοκατέρ της εποχής Λάκη Λαζόπουλου, που με συμμάχους τον Ανδρέα Βουτσινά στη σκηνοθεσία και τους Σταμάτη Κραουνάκη και Λίνα Νικολακοπούλου στη μουσική και στα τραγούδια ανακοίνωσε ότι θα υποδυόταν επίσης την πασιφίστρια της αρχαιότητας. Η Αλίκη, βέβαια, είχε συμμάχους της τον πρώτο διδάξαντα του έργου στη σκηνοθεσία και τον Μάνο Χατζιδάκι στη μουσική.


Όλο εκείνο το διάστημα μέχρι την πρεμιέρα, η μία πλευρά εξαπέλυε κακίες για την άλλη. Είχε καταντήσει το αγαπημένο θέμα του κουτσομπολιού. Ο Λαζόπουλος είχε απασχολήσει τον Τύπο αρκετές φορές μέχρι τότε, μετρούσε κάποιες θεατρικές επιτυχίες, αλλά δεν ήταν ακόμα ο τηλεοπτικός σταρ που θα γινόταν αργότερα. Λίγο πριν από την κάθοδο στο αργολικό θέατρο, η Αλίκη πόζαρε στον φακό του Τάκη Διαμαντόπουλου για το θρυλικό ασπρόμαυρο εξώφυλλο του περιοδικού «Πρόσωπα». Kατέβηκε με αυτοπεποίθηση στο αργολικό θέατρο, επιστρατεύοντας όλα της τα ποιοτικά όπλα, το κοινό της συνέρρευσε κατά μιλιούνια, ενώ μέλη της κυβέρνησης έσπευσαν να πάρουν και εκείνα λίγη από τη λάμψη της επιτυχίας.

 

Λυσιστράτη
Λυσιστράτη


Ωριμότητα με τη συντροφιά ενός νεότερου άντρα

Οι αποθεωτικές κριτικές την έκανα να ονειρεύεται «ποιοτική» στροφή. Η «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρντο ντε Φίλιππο, έργο διάσημο διεθνώς από την κινηματογραφική εκδοχή με τους Σοφία Λόρεν και Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, είναι από τους πλέον αβανταβόρικους ρόλους ώριμων γυναικών ηθοποιών. Η Αλίκη δείλιασε, είχε προηγηθεί και η σημαντική ερμηνεία της Λαμπέτη, αλλά όταν δέχτηκε να το σκηνοθετήσει ο Σπύρος Ευαγγελάτος, το πήρε απόφαση. Για χάρη του ρόλου έβαψε για δεύτερη φορά στην καριέρα της τα μαλλιά της καστανά, απέκτησε τρεις θεατρικούς γιους και κέρδισε το στοίχημα.


Το καλοκαίρι που ακολούθησε πήρε μια γλυκιά εκδίκηση. Ο Λαζόπουλος ανέβασε στο θερινό θέατρο «Αθήναιον», μαζί με την Άννα Παναγιωτοπούλου, την επιθεώρηση «Τι είδε ο Γιαπωνέζος», όπου σατίριζε ανελέητα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Χρήστο Σαρτζετάκη. Ένα βράδυ κατέφτασαν στο θέατρο δέκα περιπολικά και συνέλαβαν τον κωμικό ηθοποιό με την κατηγορία της εξύβρισης συμβόλου. Το επόμενο πρωινό, στο αυτόφωρο, η Αλίκη, μετά από παράκληση της παραγωγού Νινέτας Λεμπέση, υπερασπίστηκε τον Λαζόπουλο με τόση γενναιοδωρία, που οποιαδήποτε μεταξύ τους αντιδικία εξανεμίστηκε κι έγινε φιλία ζωής.


Μετά τη «Φιλουμένα», όμως, έπρεπε να επιστρέψει στα γνωστά της τερτίπια για να ισοφαρίσει. Ένα τέτοιο έργο ήταν το γαλλικό μπουλβάρ «Λίγο πιο νωρίς, λίγο πιο αργά», όπου μια σαραντάρα μαμά ερωτεύεται έναν κατά πολύ νεότερό της άντρα, ενώ η κόρη της έναν κατά πολύ μεγαλύτερό της. Ο νεαρός άντρας βρέθηκε ανάμεσα σε τριακόσιους πενήντα υποψήφιους νέους ηθοποιούς. Η Αλίκη, με το που τον είδε, δεν χρειάστηκε τη σύμφωνη γνώμη του σκηνοθέτη Διαγόρα Χρονόπουλου. Ο Κώστας Σπυρόπουλος ήταν απόφοιτος του Εθνικού, ιδιαίτερα ταλαντούχος και ένα πολύ όμορφο αγόρι. Το έργο άνοιξε τη χειμερινή περίοδο 1986-1987 και μέσα σε έναν μήνα από την πρεμιέρα η Αλίκη ζούσε τον ρόλο και στην πραγματική ζωή, τα είχε φτιάξει με τον νεαρό συμπρωταγωνιστή της. Ο Βλάσσης αποτελούσε παρελθόν και είχαν χωρίσει φιλικά, χωρίς δράματα. Ο καινούργιος και τελευταίος της δεσμός θα κρατούσε, με όλα τα σκαμπανεβάσματά του κι έναν τουλάχιστον χωρισμό ενδιάμεσα, δέκα χρόνια. Οι αντιδράσεις ήταν μεγάλες για τη μεγάλη διαφορά ηλικίας απ' όλες τις πλευρές. Οι συνομήλικές της που γέμιζαν το θέατρο στις απογευματινές παραστάσεις συναινούσαν στο ερώτημά της από σκηνής: «Τι λέτε; Να τον πάρω τον παλίκαρο;». «Να τον πάρεις, αμέ, να τον πάρεις!» απαντούσαν εκείνες, κι εκείνη θριαμβευτικά κατέληγε: «Ε, λοιπόν, τρελή είμαι και πολύ καλά κάνω!». Αλλά και στο «Ενώπιος ενωπίω» είπε: «Είμαι ερωτευμένη με έναν νεότερό μου άντρα. Πειράζει; Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα».

 

Η Αλίκη δεν είχε καν ρυτίδες. Τα χρόνια, παρ' όλα αυτά, περνούσαν και όσο και να παρέμενε το πρόσωπο αναλλοίωτο, η ωριμότητα πρόδιδε το επερχόμενο γήρας. Ξορκίζοντας το έλεγε: «Το δίκαιο είναι να πεθάνω νέα».


Το 1989 συνέλαβε την ιδέα να κάνει ακόμα μια τολμηρή, εμπορικά τουλάχιστον, θεατρική κίνηση. Αποφάσισε να παίξει έναν μονόλογο που έκανε θραύση στη βρετανική σκηνή, το «Σίρλεϊ Βαλεντάιν» του Γουίλι Ράσελ, καπαρώνοντας τον Μίνωα Βολανάκη. Πρόκειται για τον ρόλο μιας μικροαστής νοικοκυράς που νιώθει παγιδευμένη στη ρουτίνα της κουζίνας της και αποφασίζει την ηρωική της απόδραση. Ένα έργο όπου δράμα και κωμωδία εναλλάσσονται, ιδανικό για να αποδείξει για μια ακόμη φορά τις υποκριτικές της δυνατότητες. Η μουσική ήταν του Σταμάτη Κραουνάκη και οι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου. Η συνεργασία τους με την εθνική σταρ γέννησε ένα ακόμα πνευματικό παιδί: το «Τραγούδι της Αλίκης». Το τραγούδησε η ίδια ως γκεστ-σταρ στον πρώτο δίσκο του Κώστα Μακεδόνα «Δεν έχω ιδέα», με τον διάσημο πια στίχο: «Πληρώσαμε και πρόστιμο Αλίκη Βουγιουκλάκη, στην ιστορία φύσηξε καινούργιο αεράκι». Στο τέλος της ίδιας χρονιάς συμμετείχε στο εορταστικό πρόγραμμα του Διονύση Σαββόπουλου στην εκπομπή της Κρατικής Τηλεόρασης «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι». Αγκαλιασμένοι τραγούδησαν το «Νιάου, νιάου, βρε γατούλα», παραλλάσσοντας τους στίχους τους με αυτούς της «Συννεφούλας».


Σαν να πήρε θάρρος από τα καλά λόγια που όλο και πιο συχνά άκουγε και αποφάσισαν με τον Βολανάκη να κατέβουν στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 1990 με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Μπορεί να ανέχτηκαν μια αριστοφανική ηρωίδα, αλλά να τολμήσει να παίξει τραγωδία πήγαινε πολύ! Με το που ανακοινώθηκε και πολύ πριν από την πρεμιέρα, ο χορός των αρνητικών σχολίων ξεκίνησε πάλι. Αρχικά, η πρόταση απορρίφθηκε κι εκείνη το πήρε ως πολιτική επίθεση. Τελικά, μπήκαν τα μεγάλα μέσα και η «Αντιγόνη» εντάχθηκε στο πρόγραμμα της Επιδαύρου. Μπορεί να έσπευσε να τη συνδράμει ακόμα και ο Μίκης Θεοδωράκης στη μουσική, ωστόσο όλη η διανοούμενη Αθήνα περίμενε την καταβαράθρωσή της. «Με περιμένουν στημένοι στην Επίδαυρο» έλεγε λίγο πριν από την πρεμιέρα και, δυστυχώς, θα τους δικαίωνε.


Ακολούθησε το «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς με τον Ανδρέα Βουτσινά, ο οποίος δήλωνε σε συνέντευξη: «Στις πρόβες ήταν μια ηθοποιός που μπορώ να τη συγκρίνω με τις καλύτερες ηθοποιούς που έχω δουλέψει μέχρι τώρα. Έζησα στιγμές καταπληκτικές. Δεν θυμάμαι να έχω δει πρόβα, ιδίως της πρώτης πράξης, που να μην έχω δακρύσει. Η Βουγιουκλάκη είναι δεμένη μ' ένα παρελθόν, όπως ένας ναρκομανής που πλέον δεν χρειάζεται ναρκωτικά. Δεν είναι κωμική ηθοποιός. Το κωμικό της στοιχείο είναι φτηνό. Το δραματικό της στοιχείο είναι κάτι φοβερά αυθεντικό. Κάτι που δεν συγχρονίζεται με την εμφάνισή της και το παρελθόν της, κάνοντάς το ακόμα πιο δραματικό και τραγικό. Κι αυτό, βέβαια, δεν θέλει να το χρησιμοποιήσει ποτέ».


Από την παράσταση εκείνος που τελικά βγήκε κερδισμένος ήταν ο Κώστας Σπυρόπουλος στον ρόλο του Τσανς, του ζιγκολό της αποτραβηγμένης σταρ Αλεξάντρα ντελ Λάνγκο. Ήταν λες και ολόκληρη η παράσταση να είχε στηθεί για να αναδειχτεί το ταλέντο του. Κατά τα άλλα, έλειπε η ποίηση του Ουίλιαμς και το δράμα και η αγωνία μιας γυναίκας που τρέμει τις ρυτίδες που κάνουν την εμφάνισή τους στο πρόσωπό της. Η Αλίκη δεν είχε καν ρυτίδες. Τα χρόνια, παρ' όλα αυτά, περνούσαν και όσο και να παρέμενε το πρόσωπο αναλλοίωτο, η ωριμότητα πρόδιδε το επερχόμενο γήρας. Ξορκίζοντας το έλεγε: «Το δίκαιο είναι να πεθάνω νέα».

 

Με τον Κώστα Σπυρόπουλο
Με τον Κώστα Σπυρόπουλο


Η αναπάντεχη αυλαία και οι τίτλοι τέλους

Το χειμώνα του 1991-1992 γιόρτασε τα εικοσάχρονα του θεάτρου «Αλίκη» με το «Κυρία δεν με μέλει», αλλά στο τέλος της σεζόν ένα γεγονός ήρθε να ταράξει την ηρεμία της. Η Καρέζη, η οποία τα τελευταία δύο χρόνια πάλευε με τον καρκίνο, είχε φτάσει στο τέρμα της διαδρομής της. Λίγο πριν από το τέλος, ζήτησε από την καλή της φίλη να πάει να την δει. Έμειναν μόνες για κάποια ώρα και ποτέ κανείς δεν έμαθε τι ακριβώς είπαν. Στις 29 Ιουλίου 1992, την ημέρα της κηδείας της Τζένης, η Αλίκη σπάραξε, τόσο μπροστά στις κάμερες όσο και πίσω από αυτές. Αρκετοί αμφισβήτησαν τον πόνο της. Στους οικείους της είπε: «Πήρα μια γεύση από τη δική μου κηδεία».


Αλλά σύντομα ένας ακόμα φίλος θα έφευγε. Ο ιδιαίτερα σημαντικός, τόσο για την Αλίκη όσο και για την Ελλάδα, Μάνος Χατζιδάκις. Καθώς περνούσε δύσκολες ώρες με την υγεία του, ένα βράδυ καλύφθηκε με ένα μεγάλο καπέλο και γυαλιά και, εισβάλλοντας από την πίσω πόρτα του ιδιωτικού νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν, πήγε να του συμπαρασταθεί. Είπε στον γιο του, Γιώργο Χατζιδάκι: «Δεν χρειάζεται να μάθει κανένας γι' αυτήν τη συνάντηση. Γι' αυτό ήρθα τέτοια ώρα. Ό,τι χρειαστεί ο Μάνος να ξέρεις ότι εγώ είμαι δίπλα σου και ηθικά και υλικά...». Ο μεγάλος συνθέτης έφυγε στις 15 Ιουνίου 1994. Την ίδια μέρα, σε ραδιοφωνική εκπομπή που παραχώρησε στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, είπε για εκείνον: «Ο Μάνος δεν είχε ηλικία, ήταν ο νεότερος απ' όλους, ο πιο πρωτοποριακός, ο πιο μοντέρνος. Είναι πάντα ένα άστρο».

 

Οι πρώτες δυσοίωνες ειδήσεις ήρθαν από εξετάσεις που έκανε στη Γερμανία. Ξέσπασε σε λυγμούς μπροστά στον τηλεοπτικό φακό, λέγοντας ότι το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να γυρίσει πίσω και να σφίξει τον γιο της στην αγκαλιά της. Το επόμενο ταξίδι που της κανονίζουν είναι στη Βοστώνη, όπου εξετάστηκε στο Massachusetts General Boston. Εκεί ενημέρωσαν τους οικείους της ότι είχε μόλις είκοσι μέρες ζωής, κάτι που της απέκρυψαν.


Μετά την πετυχημένη τους συνεργασία με την Πατεράκη στην 5η εκδοχή του «Ωραία μου κυρία», ξαναένωσαν τις δυνάμεις τους για το απαιτητικό εγχείρημα της «Μελωδίας της ευτυχίας». Το κλασικό μιούζικαλ ανέβηκε τον Νοέμβριο του 1994 με την Αλίκη ως εικοσάρα καλόγρια Μαρία που καλούνταν να κάνει τη νταντά των παιδιών του πλοιάρχου Φον Τραπ. Το καλοκαίρι πέρασε άλλη μια φορά ανέμελα στον Θεολόγο, δίπλα στο κύμα, με τους αγαπημένους της συγχωριανούς και με τους πάντα αναρίθμητους καλεσμένους της. Το φθινόπωρο εκείνο παρευρέθηκε στο 36ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εκεί απ' όπου είχε ξεκινήσει τριάντα έξι χρόνια πριν με τη «Μανταλένα». Όταν ανέβηκε να απονείμει το βραβείο ερμηνείας καλύτερου αντρικού ρόλου, ο εξώστης βρήκε την ευκαιρία να την χλευάσει και να την αποδοκιμάσει. Απευθύνθηκε σ' αυτούς: «Θέλω να σας ακούσω ως το τέλος. Μου αρέσει. Διασκεδάζω με σας. Με μένα ονειρευτήκατε από τις οθόνες κι εσείς είστε ακόμα στον εξώστη». Ένα ακόμα χτύπημα κάτω από τη ζώνη από μια κατηγορία ανθρώπων που υποτίθεται ότι εκτιμούν τον πολιτισμό. Επέστρεψε στο κάθισμά της, κουλουριάστηκε μέσα του και άρπαξε το χέρι του Μιχάλη Κακογιάννη που καθόταν δίπλα της για να νιώσει λίγη συμπαράσταση.

 

Η Μελωδία της Ευτυχίας
Η Μελωδία της Ευτυχίας


Οι πρώτες μικροενοχλήσεις άρχισαν τον πρώτο χειμώνα της «Μελωδίας», αλλά δεν έδωσε πολλή σημασία. Ως αρρωστοφοβική, δεν ήθελε νταραβέρια με γιατρούς και εξετάσεις. Τους απέφευγε, και μέχρι τότε το κορμί της δεν την είχε προδώσει. Η «Μελωδία της ευτυχίας» μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, ως είθισται, το Πάσχα του 1996. Η Αλίκη ήταν εμφανώς κουρασμένη. Κάθε βράδυ, σε μια σκηνή που γονάτιζε, χρειαζόταν το χέρι της «ηγουμένης» Μάρθας Βούρτση για να σηκωθεί όρθια. Τα βράδια ήταν αδύνατον να βγει έξω να φάει και έσπευδε να κρυφτεί στη σουίτα-καταφύγιό της σαν λαβωμένο ζωάκι. Την ταλαιπωρούσαν η κοιλιά και τα πνευμόνια της. Έπαιρνε μόνο αντιβίωση και νόμιζε ότι σύντομα θα περνούσε. Ένας φίλος της κανόνισε να κάνει αξονική τομογραφία. Οι γιατροί δεν του έκρυψαν την αλήθεια, ούτε και σ' εκείνη. Ειδοποιήθηκε αμέσως ο αδελφός της Τάκης, ο οποίος, σοκαρισμένος, πήρε την πρώτη πτήση για Θεσσαλονίκη. Με χίλια ζόρια την έπεισαν να διακόψει αμέσως τις παραστάσεις και να επιστρέψει στην Αθήνα για εκτενείς εξετάσεις. Στις 28 Απριλίου 1996 έδωσε την τελευταία παράσταση της «Μελωδίας της ευτυχίας», υποσχόμενη στο θεσσαλονικιώτικο κοινό ότι θα επέστρεφε για να συνεχίσει τις παραστάσεις.


Τις επόμενες ημέρες ξεκινούσε μια σειρά από επισκέψεις σε σπουδαίους γιατρούς. Εν τω μεταξύ, ο Παπαμιχαήλ, χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει, έδωσε συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και την καθύβρισε. Όταν φίλοι της δημοσιογράφοι την έψαχναν για να το σχολιάσει, εκείνη μόλις μάθαινε, μέσες-άκρες, την αλήθεια, ότι δηλαδή είχε καρκίνο στο πάγκρεας. Οι πρώτες δυσοίωνες ειδήσεις ήρθαν από εξετάσεις που έκανε στη Γερμανία. Ξέσπασε σε λυγμούς μπροστά στον τηλεοπτικό φακό, λέγοντας ότι το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να γυρίσει πίσω και να σφίξει τον γιο της στην αγκαλιά της. Το επόμενο ταξίδι που της κανονίζουν είναι στη Βοστώνη, όπου εξετάστηκε στο Massachusetts General Boston. Εκεί ενημέρωσαν τους οικείους της ότι είχε μόλις είκοσι μέρες ζωής, κάτι που της απέκρυψαν. Το αλάνθαστο ένστικτό της όμως της έλεγε ότι αντιμετώπιζε κάτι τρομακτικά σοβαρό. «Παρακαλώ, προσευχηθείτε για μένα» ήταν τα τελευταία της λόγια προς τους δημοσιογράφους.

 

 

Τα τελευταία λόγια της Αλίκης

 

Εισήχθη στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών την επομένη της άφιξής της από την Αμερική. Το όνομα που έδωσε κατά την εισαγωγή της ήταν Λίζα Παπασταύρου. Οι επόμενες εξήντα πέντε ημέρες στη σουίτα 905 του 9ου ορόφου θα περνούσαν με πολλή αγωνία και πολλή στοργικότητα από το άμεσο περιβάλλον της και με πολλούς φίλους που αδημονούσαν για τη δική τους προβολή περισσότερο. Κοκέτα όπως πάντα, την επισκεπτόταν ο προσωπικός της κομμωτής για να της φτιάχνει τα μαλλιά. Είχε την τύχη να μην πονάει, οι μεταστάσεις δεν έφτασαν στα οστά, και γενικά απολάμβανε μια ποιότητα νοσηλείας που της έδινε αισιοδοξία. Στην είσοδο είχαν κατασκηνώσει όλοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί της Αθήνας. Ήταν πια θέμα ημερών.

 

Όταν πλέον η κατάσταση ήταν μη ανατρέψιμη και η Αλίκη σχεδόν σε κώμα, ο Γιάννης έκρινε ότι είχε δικαίωμα και ο πατέρας του να την δει για τελευταία φορά. Η ίδια του το είχε απαγορεύσει, ως αντίδραση στην κατάπτυστη συνέντευξη που είχε δώσει λίγο καιρό πριν. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ πλησίασε το κρεβάτι, έμεινε μετέωρος και απελπισμένος να την κοιτάζει και ψιθύρισε: «Ρε Πίπη, πάμε να φύγουμε από εδώ».

 
Ανήμερα των γενεθλίων της, στις 20 Ιουλίου, αν και εξακολουθούσε να έχει επαφή με το περιβάλλον, βρισκόταν σε λήθαργο. Το πρωί της Τρίτης 23 Ιουλίου, στις 10:15, έσβησε στα χέρια του αδελφού της Τάκη.


Τρεις μέρες κράτησε το λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης. Η πομπή της νεκροφόρας πέρασε μπροστά από το θέατρο «Αλίκη», όπου ακόμα φιγουράριζε η ταμπέλα της «Μελωδίας της ευτυχίας». Η κηδεία ήταν ογκώδης κι έφτανε μέσω τηλεόρασης σε κάθε ελληνικό σπίτι. Όταν άνοιξε το φέρετρο, όλοι είδαν έντρομοι ένα εξωφρενικά μακιγιαρισμένο πρόσωπο, με τα ξανθά μαλλιά απλωμένα σαν Μέδουσας, ένα πρόσωπο που δεν θα ήθελαν να το συνδέσουν με εκείνη. Μια φωτογραφική κάμερα πέρασε αστραπιαία από πάνω του, ζουμάροντας στη νεκρή. «Όταν φύγω, θα γίνει ξαφνικά. Πείτε πως χάσατε μόνο ένα χαμόγελο» είχε πει σε ανύποπτο χρόνο. Η Ελλάδα, εκείνη την ημέρα, όντως αποχαιρετούσε το πιο πλατύ, το πιο γενναιόδωρο, το πιο αισιόδοξο χαμόγελο που φώτισε ποτέ τα γκρίζα αδιέξοδά της.

 

Συγγενείς και φίλοι αποχαιρετούν την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην τελευταία της κατοικία. Η κηδεία της ηθοποιού έγινε την Πέμπτη 25 Ιουλίου 1996. Φωτο: ΑΠΕ/ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΟΓΙΑΝΝΗ
Συγγενείς και φίλοι αποχαιρετούν την Αλίκη Βουγιουκλάκη στην τελευταία της κατοικία. Η κηδεία της ηθοποιού έγινε την Πέμπτη 25 Ιουλίου 1996. Φωτο: ΑΠΕ/ΜΑΡΙΑ ΜΑΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

Δείτε μια επιλογή φωτογραφιών από περιοδικά της εποχής

Φωτογράφηση στο περιοδικό Φαντάζιο
Φωτογράφηση στο περιοδικό Φαντάζιο
 
Εξώφυλλο και θέμα στο Φαντάζιο με τον Βλάσση Μπονάτσο στο Θεολόγο
Εξώφυλλο και θέμα στο Φαντάζιο με τον Βλάσση Μπονάτσο στο Θεολόγο
 
 
 

Ευχαριστούμε τον Νίκο Χαρλαύτη για την παραχώρηση του αρχείου του

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αργυρόπουλος Μιχάλης, «Βασίλισσα Αλίκη», LIFE&STYLE, Αύγουστος 2005

Δαλιανίδης Γιάννης, Ο κινηματογράφος, τα πρόσωπα κι εγώ, Καστανιώτης, Αθήνα 2005

Δελαπόρτας Μάκης, Αλίκη Βουγιουκλάκη - Λεύκωμα, Περιοδικός Τύπος Α.Ε., Αθήνα 1998

Επανατύπωση σελίδων του «Ρομάντζου» του 1973, OUGH, τεύχος 05, άνοιξη 2013

Κουσουμίδης Μαρίνος, Αλίκη, Κάκτος, Αθήνα 1979

Μιχαηλίδης Ν.Φ., «Αλίκη - Αυλαία», Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 24 Ιουλίου 1996

Μπουνιάς Αλκίνοος, Η Αλίκη και οι Άλλοι, Ευρωπρές, Αθήνα 1984

Πανούση-Παπαδάκη Βίκη, Αλίκη Βουγιουκλάκη - Super Star, Publishing House Spring, Αθήνα 1990

Παυριανός Γιώργος, αφιέρωμα στην Α. Βουγιουκλάκη, ATHENS VOICE, τεύχος 232, 30 Οκτωβρίου 2008

Πολίτη Τίνα, Λάλας Θανάσης, «Το φαινόμενο Α.Β.», Το άλλο Βήμα, Κυριακή 28 Ιουλίου 1996

Πουλάκης Στέλιος, Εξομολογήσεις εκ βαθέων, Καστανιώτης, Αθήνα 1999

Τριανταφυλλίδης Ιάσονας, Βουγιουκλάκη Αλίκη, «Αλίκη Βουγιουκλάκη - Μάνος Χατζιδάκις», Αυλαία 07, ΒΗΜΑGAZINO

Συνέντευξη Α. Βουγιουκλάκη στον Άρη Δαβαράκη, ΠΡΟΣΩΠΑ, τεύχος 9, Ιούλιος 1986

Συνέντευξη Α. Βουγιουκλάκη στον Χρήστο Παρίδη, SL, τεύχος 19, 1992

Συνέντευξη Α. Βουτσινά στον Χρήστο Παρίδη, SL, τεύχος 22, 1993

Χαριτοπούλου Μαλβίνα, Γλυκό κορίτσι, Αστάρτη, Αθήνα 1997

 

 

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα στο Bard College της Νέας Υόρκης θέατρο και κινηματογράφο. Έχω γράψει για τα περιοδικά SL, Πρόσωπα, 01, Εικόνες του Κόσμου, Symbol του Επενδυτή, όπως και για τις σημαντικότερες ελληνικές εφημερίδες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

H Aλίκη στο σπίτι της
Η πρώτη φορά που η σταρ φωτογραφήθηκε στην οδό Στησιχόρου για το περιοδικό Γυναίκα
Η Αλίκη στη χώρα του παντοτινού καλοκαιριού
20 φωτογραφίες της σταρ που αγαπούσε το καλοκαίρι όσο καμία άλλη. Σαν σήμερα θα γινόταν 82 ετών.
Ένα παραμύθι: Ολόκληρη η σπανιότατη ηχογράφηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη ως Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων (1959)
Το πάντα μοντέρνο, αλληγορικό και trippy έργο του Λιούις Κάρολ με την Αλίκη σε ένα ρόλο που της ταιριάζει γάντι
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην Σαϊγκόν (κυριολεκτικά)
Ένα EP με υπέροχες «βιετναμέζικες» διασκευές στα κλασικά τραγούδια από τις ταινίες της.
Επτά κηδείες που μετατράπηκαν σε λαϊκό προσκύνημα τα τελευταία τριάντα χρόνια
Έλληνες και Ελληνίδες, σπουδαίοι ή διάσημοι, που οι νεκρώσιμες ακολουθίες τους μετατράπηκαν σε πάνδημο «αντίο»
Ο Δημήτρης Χορν και η Αλίκη Βουγιουκλάκη, μαζί, στο ραδιόφωνο
Ένα μοναδικό στιγμιότυπο από το Δεύτερο Πρόγραμμα
Φιλοποίμην Φίνος: Σαν σήμερα πεθαίνει ο «πατριάρχης» του ελληνικού σινεμά
Σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, ο άνθρωπος πίσω από τις διασημότερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών μιλά για το σινεμά της εποχής του, τους σταρ, την τέχνη και το κοινό
Η αξεπέραστη σαγήνη της Μανταλένας του Χατζιδάκι (+ 30 σπάνιες φωτογραφίες της)
Το ''Θάλασσα πλατιά'', το ''Μεσ' σ' αυτή τη βάρκα'', τα γυρίσματα στην Αντίπαρο
10 χρόνια χωρίς τον Βλάσση Μπονάτσο
Ο Βλάσσης δεν σου έφτανε ποτέ. Ήθελες πάντα λίγο ακόμη.
Η Τζένη Καρέζη και η Αλίκη Βουγιουκλάκη - κάθε μία με το γιο της
Κάποτε...

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όταν ο Μένης Κουμανταρέας είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LiFO
«Όταν γράφεις μια ιστορία για την πόλη πρέπει να κοιτάς τους ήρωες από πολύ κοντά και να είσαι αποστασιοποιημένος κιόλας. Η αρχική φωλιά για να τους βρεις είναι πάντα ο εαυτός σου».
Μαργαρίτα Καραπάνου: «Αισθάνομαι ότι ο κόσμος είναι πια χωρίς συμπόνια»
Μια συγκλονιστική συνέντευξη της μεγάλης Ελληνίδας συγγραφέως, που πέθανε σαν σήμερα το 2008
Οι 5 κορυφαίες ηχογραφήσεις της Μαρίας Κάλλας
Σαν σήμερα γεννήθηκε η σημαντικότερη λυρική τραγουδίστρια του 20ού αιώνα
Μηνάς Χατζησάββας: «Να μπορώ να είμαι ευτυχισμένος μέχρι τέλους»
Μικρή αναδρομή στη μεγάλη πορεία του χαρισματικού ηθοποιού, τέσσερα χρόνια μετά τον αιφνίδιο θάνατό του
Η στρατηγική του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι
Αυτό που βασικά ενδιέφερε τον πολυβραβευμένο Ιταλό σκηνοθέτη που πέθανε πέρσι στα 77 του χρόνια ήταν ο άνθρωπος μέσα στη δίνη της Ιστορίας και της πολιτικής, η ψυχή του και οι επιθυμίες του.
41 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου ζωγράφου Τζόρτζιο ντε Κίρικο
Μια δύστροπη και νευρική συνέντευξή του από το 1966, στην οποία μιλάει ελεύθερα, σκληρά, συχνά όμως και με αλήθειες, για τη σύγχρονη ζωγραφική
Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο γίνεται σήμερα 45 και θυμόμαστε 10+1 αγαπημένες ερμηνείες του
Από την προ «Τιτανικού» εποχή μέχρι το (καθυστερημένο) Όσκαρ για το «The Revenant», αυτά είναι τα highlights μιας υπέροχης καριέρας που έχει ακόμα πολλά να δώσει.
Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος
Μια παλιότερη συζήτηση με την Έρη Ρίτσου για τις παιδικές της αναμνήσεις, με αφορμή την έκδοση της ποιητικής συλλογής «Υπερώον» του πατέρα της, που πέθανε σαν σήμερα
Κώστας Τσάκωνας: ένας ατόφιος Έλληνας μπουφόνος
Σαν σήμερα, πριν από 4 χρόνια, πέθανε ο κωμικός που έκανε το καλαμπούρι τέχνη ταπεινή και τον πόνο του βορά στις ύαινες των μεσημεριανάδικων
«Ο Κάλβος γεννήθηκε Επτανήσιος, μεγάλωσε ως Ιταλός και πέθανε Έλληνας»
Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, διδάκτωρ Ιστορίας, υπεύθυνος του εκδοτικού προγράμματος του Μουσείου Μπενάκη και των εκδόσεων της βιβλιοθήκης του μουσείου, παραθέτει πολύτιμες γνώσεις γύρω από το πρόσωπο και το έργο του Ανδρέα Κάλβου.
Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι μέσα από 10 ταινίες του
Σαν σήμερα πεθαίνει ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου
Γεώργιος Γκουρτζίεφ: βαθυστόχαστος, πρωτοπόρος διανοητής ή ταλαντούχος παραμυθάς;
Μυστικιστής, φιλόσοφος, πνευματικός δάσκαλος, συγγραφέας, μουσικοσυνθέτης, ταξιδευτής, υπήρξε πνεύμα χαρισματικό που επηρέασε κόσμο. Εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του (29/10/1949) πολλά ερωτήματα γι' αυτό τον «γητευτή ψυχών» παραμένουν άλυτα.
27 Οκτωβρίου 1940: Τι συνέβαινε στην Ελλάδα μια μέρα πριν από το «Όχι» του Μεταξά
Θέατρα, Τσελεμεντές, Κύπελλο Πόλεων και γοργές πολεμικές ζυμώσεις: Τα πρωτοσέλιδα και η ύλη των εφημερίδων της εποχής μεταφέρουν το κλίμα της ημέρας
Γερμανός στην Ελλάδα, Έλληνας στη Γερμανία ο Μπουζιάνης υπήρξε η ψυχή του ελληνικού εξπρεσιονισμού
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μουσείου Μπουζιάνη, Φοίβος Κυπραίος, και ο ιστορικός τέχνης Γιώργος Μυλωνάς μιλούν στο LIFO.gr για τον μεγάλο εξπρεσιονιστή που πεθαίνει σαν σήμερα το 1959
Edna St. Vincent Millay: Μια σύντομη ιστορία και επτά ποιήματα
Με αφορμή τον θάνατο της σημαντικής ποιήτριας, σαν σήμερα, στις 19 Οκτωβρίου του 1950, σε ηλικία 58 ετών.
2 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
avatar Faceless 23.7.2017 | 15:50
Συγχαρητήρια κε Παρίδη
SMURFakos SMURFakos 24.7.2018 | 18:01
Είχε παίξει το BBC την «Υπολοχαγό Νατάσα»????????
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή