Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
Αλίκη Βουγιουκλάκη - Α' Μέρος: όλα τα κουσούρια και οι αρετές των Ελλήνων, σε light συσκευασία του ενός
Σαν Σήμερα

Αλίκη Βουγιουκλάκη - Α' Μέρος: όλα τα κουσούρια και οι αρετές των Ελλήνων, σε light συσκευασία του ενός

16.000 λέξεις, χωρίς εξωραϊσμούς και αποσιωπήσεις, για το κορυφαίο κινηματογραφικό είδωλο της Ελλάδας ― Α' ΜΕΡΟΣ

Η εικόνα της δεν έχει πάψει να στοιχειώνει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τη ζωή μας από τη δεκαετία του '50 μέχρι σήμερα, είκοσι ένα χρόνια από τον θάνατό της. Οι ταινίες της εξακολουθούν να παίζονται στην τηλεόραση, μία ακόμα γενιά παιδιών μεγαλώνει μαζί της, ο Τύπος δεν έχει πάψει να ασχολείται μαζί της. Μία προσωπικότητα-σύμβολο διαχρονικό που ένωνε έναν λαό, που εξέφραζε την ανάτασή του μετά τη λαίλαπα της Κατοχής και του Εμφυλίου και την επιμονή του να καταφέρει να ορθοποδήσει. Ένα πρόσωπο που, καθώς περνούσαν τα χρόνια, μας συνέδεε όλο και περισσότερο με την αθωότητα και τη νοσταλγία μιας εποχής: η Αλίκη των Ελλήνων.


Η Αλίκη, για σχεδόν σαράντα χρόνια, εξέφραζε απόλυτα την ιδιοσυγκρασία ενός λαού. Ξεπέρασε την ηθοποιό και τη σταρ κι έγινε το είδωλο που αντανακλούσε όλα τα κουσούρια και τις αρετές των Ελλήνων και των Ελληνίδων. Η Αλίκη υπήρξε, για ολόκληρη τη μεταπολεμική Ελλάδα, η ανάσα της και το πιο φωτεινό της χαμόγελο, η επιβεβαίωση ότι το παραμύθι της Σταχτοπούτας είναι εφικτό, ότι ο πρίγκιπας του παραμυθιού κάποτε έρχεται, ακόμα και για το πιο ταπεινό κλοτσοσκούφι. Η ηθοποιός που πορεύτηκε παράλληλα και σχεδόν ταυτίστηκε με την πρόσφατη Ιστορία μας. Ένα κορίτσι, ιδανικός τύπος νύφης για κάθε μάνα, μια γυναίκα συγκρατημένου ερωτισμού, μια δαιμόνια θεατρίνα της σκηνής και της δημόσιας ζωής.


Η ταυτότητά της, την οποία βέβαια εξέδωσε το 1963, έλεγε ότι γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1937. Αυτή είναι η ημερομηνία που ήθελε και η ίδια να κατοχυρώσει, καθώς σε μια ιδιαίτερα εξομολογητική συνέντευξή της τον Ιανουάριο του 1993 στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου «Ενώπιος ενωπίω» του Mega ισχυρίστηκε ότι μπήκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το φθινόπωρο του 1952, 16 και μισό χρονών. Από την άλλη, σύμφωνα με τα αρχεία της σχολής, είναι γεννηθείσα το 1934, ενώ κάποια άλλα βιογραφικά σημειώματα αναφέρουν ως χρονιά γέννησής της ακόμα και το 1931. Σήμερα αυτό έχει ελάχιστη σημασία, οπότε ας παραμείνει η ηλικία της μέρος της μυθολογίας της.

 

Τα ψεύτικα δάκρυα, λοιπόν, τα είχε ψωμοτύρι, ήταν το κλειδί που άνοιγε όλες τις πόρτες, όπως και τα θέλγητρά της, αφού ήξερε ότι ενθουσίαζε τους συμμαθητές και τους καθηγητές της. Ήξερε από πολύ νωρίς πώς να φλερτάρει, ρίχνοντας ναζιάρικα βλέμματα, σαν εκείνα με τα οποία σύντομα θα παγίδευε έναν ολόκληρο λαό.


Τα παιδικά χρόνια και η απόδραση μέσα από το θέατρο

Ο πατέρας της Ιωάννης Βουγιουκλάκης, με καταγωγή από τη Λάγεια της Μάνης, υπήρξε δικηγόρος και νομάρχης στην Τρίπολη το διάστημα 1941-1943, ενώ η μητέρα της Αιμιλία (Έμμυ) ήταν από τη Μεσσηνία, δισέγγονη του πρωθυπουργού, επί βασιλείας Γεωργίου Α', Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Ως παιδί η Αλίκη μεγάλωσε σε ένα ευκατάστατο περιβάλλον, με γαλλικά και πιάνο, μέχρι που ο έφυγε ο πατέρας. Εκτελέστηκε κατά τα Δεκεμβριανά, παραμονές Πρωτοχρονιάς του 1944, στην Κυνουρία, από αντάρτες του ΕΛΑΣ. Έτσι, η Έμμυ Βουγιουκλάκη έμεινε χήρα σε νεαρή ηλικία, με μόνη συντροφιά την πρωτότοκη κόρη της και τους δύο μικρότερους γιους της, Αντώνη και Τάκη.

 

Η Αλίκη μωρό.
Η Αλίκη μωρό.
Μία σπάνια φωτογραφία απεικονίζει όλη την οικογένεια της Αλίκης, τη μητέρα της Έμυ και τον πατέρα της Γιάννη, αλλά και τα μικρότερα αδέλφια της Αντώνη και Τάκη. Στα αριστερά η Αλίκη κρατάει το μπράτσο της μητέρας της
Μία σπάνια φωτογραφία απεικονίζει όλη την οικογένεια της Αλίκης, τη μητέρα της Έμυ και τον πατέρα της Γιάννη, αλλά και τα μικρότερα αδέλφια της Αντώνη και Τάκη. Στα αριστερά η Αλίκη κρατάει το μπράτσο της μητέρας της


Το γεγονός αυτό υπήρξε καθοριστικό για την τετραμελή οικογένεια σε μια εποχή σημαντικών πολιτικών εξελίξεων και μεγάλης ένδειας, επηρεάζοντας τον χαρακτήρα της μικρής Αλίκης, η οποία, σ' εκείνη την τρυφερή ηλικία, ήθελε να την φωνάζουν Μαρίνα! Έχοντας από πολύ νωρίς ηγετικό χάρισμα, τα χρόνια της εφηβείας της σταδιακά πήρε τη θέση του κηδεμόνα τόσο για τα δύο μικρότερα αδέλφια της όσο και για τη μάνα, με την οποία συζητούσε τα πάντα πριν πάρουν από κοινού πολλές από τις αποφάσεις που αφορούσαν την οικογένεια.


Η μικρή μονοκατοικία της οδού Πανός στο Μαρούσι όπου ζούσαν, σε μια πάροδο της Δημητρίου Ράλλη κοντά στην πλατεία Κασταλίας, ήταν ανοιχτή στους γείτονες, όπως όλα τα σπίτια εκείνα τα χρόνια, που οι άνθρωποι μοιράζονταν ακόμα χαρές και λύπες, γιορτές και καταστροφές, σαν μια μεγάλη οικογένεια. Η μικρή Αλίκη είχε από την αρχή το μικρόβιο του θεάτρου και συχνά σκαρφιζόταν παραστάσεις στη μικρή τους βεράντα μαζί με τα αδέλφια και τους φίλους της, χρησιμοποιώντας σεντόνια για αυλαία και τα ρούχα της μαμάς για κοστούμια.


Στη Σχολή Σαλβάνου, όπου πήγε δημοτικό, ήταν το πειραχτήρι της τάξης αλλά και μια ιδιαίτερα επιμελής μαθήτρια. Συνέχισε στο Γυμνάσιο Αμαρουσίου, όπου ξεχώριζε σε όλες τις κοινωνικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες του σχολείου. Ήταν αγαπητή σε όλους και όλες (ή σχεδόν σε όλες, γιατί αρκετές ήταν οι συμμαθήτριές της που τη ζήλευαν και την κατηγορούσαν για βεντετισμό), καθώς το Γυμνάσιο ήταν μεικτό λόγω έλλειψης μαθητριών. Συμπαραστέκονταν ο ένας στον άλλον με μια άμιλλα συγκινητική, χαρακτηριστική μιας εποχής κατά την οποία οι άνθρωποι ήξεραν τι θα πει ανέχεια, ορφάνια, πείνα.


Το κλάμα το είχε εύκολο όταν ήθελε να τραβήξει την προσοχή των άλλων και συχνά το επιστράτευε για να εκμεταλλευτεί την αγάπη που της έτρεφαν οι γύρω της, πετυχαίνοντας αυτό που ήθελε, π.χ. μια φορά την έβαλαν οι συμμαθητές τη να κλαφτεί και να ζητήσει από τον γυμνασιάρχη να πάνε εκδρομή αντί να κάνουν μάθημα. Τα ψεύτικα δάκρυα, λοιπόν, τα είχε ψωμοτύρι, ήταν το κλειδί που άνοιγε όλες τις πόρτες, όπως και τα θέλγητρά της, αφού ήξερε ότι ενθουσίαζε τους συμμαθητές και τους καθηγητές της. Ήξερε από πολύ νωρίς πώς να φλερτάρει, ρίχνοντας ναζιάρικα βλέμματα, σαν εκείνα με τα οποία σύντομα θα παγίδευε έναν ολόκληρο λαό.
Η Αλίκη πρωτοστατούσε και πρωταγωνιστούσε σε όλες τις μαθητικές παραστάσεις που συνήθως δινόντουσαν στο τέλος κάθε ακαδημαϊκού έτους. Έτσι, όταν, ως τελειόφοιτοι, παρουσίασαν τους «Βραχνάδες» του Σωτήρη Σκίπη, ο συγγραφέας του έργου ενθουσιάστηκε μαζί της, τη φίλησε μετά την παράσταση και ήταν ο πρώτος που προφήτευσε ότι θα γινόταν ηθοποιός. Μετά από λίγο καιρό, μισοφανερά μισοκρυφά (κρυφά κυρίως από τους Μανιάτες συγγενείς από την πλευρά του πατέρα), έδωσε εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το ότι η κυρία Έμμυ την προτιμούσε οδοντογιατρό ή δικηγόρο λίγο την ένοιαζε. Σιγά μην δεν περνούσε το δικό της...


Ένας τυφώνας στο Εθνικό Θέατρο

Όταν, λοιπόν, ολοκλήρωσε το οκτατάξιο Γυμνάσιο Αμαρουσίου, τον Ιούλιο του 1952, με βαθμό 16 και 5/11 (να η σκανδαλιά που έκανε με την ηλικία στον Χατζηνικολάου), πήγε αμέσως να δώσει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, χωρίς να έχει πάρει τη σύμφωνη γνώμη της μητέρας της. Εκεί, στο πίσω μέρος της Αγίου Κωνσταντίνου, όπου βρισκόταν η είσοδος της σχολής, ανάμεσα σε δεκάδες υποψηφίους, αγόρια και κορίτσια, περίμενε κι ένα Πειραιωτάκι που επίσης έδινε εξετάσεις – ήταν ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ.


Η Αλίκη έδωσε κατατακτήριες εξετάσεις με τη Φρόσω από τον «Χορό του Ζαλόγγου» που είχε παίξει στο Γυμνάσιο, τη Βιόλα από τη «Δωδεκάτη νύχτα» του Σαίξπηρ κι ένα στιχάκι του Κατηχητικού. Μέλος της επιτροπής ήταν και ο Αλέξης Σολομός, ο οποίος της ζήτησε να κάνει έναν αυτοσχεδιασμό: «Φαντάσου ότι έρχεται ο ταχυδρόμος και σου φέρνει ένα τηλεγράφημα, και το τηλεγράφημα γράφει ότι ο πατέρας σου πέθανε. Πώς θα αντιδράσεις;». Ακαριαία ήρθε στη μνήμη της το πραγματικό περιστατικό, τότε που η γιαγιά της τής ανακοίνωσε τον θάνατο του δικού της πατέρα − η σχολική τσάντα της έπεσε από τα χέρια χωρίς να το καταλάβει και η ίδια έμεινε άφωνη και σοκαρισμένη. Πήρε, λοιπόν, το χαρτί του τηλεγραφήματος, το διάβασε, κοίταξε γύρω της με έκπληξη και απορία, και το άφησε να πέσει κάτω. «Από μικρή ήξερα ότι ο μεγάλος πόνος είναι βουβός» έλεγε κάθε φορά που διηγιόταν πώς κατάφερε να περάσει πρώτη στη Δραματική Σχολή.


Όταν τηλεφώνησαν στο σπίτι της για να της ανακοινώσουν το νέο, η μητέρα της, που απάντησε στο τηλέφωνο, έπεσε από τα σύννεφα, αν και το είχαν συζητήσει επανειλημμένα. Η αγωνία της ήταν πώς θα το ανακοίνωνε στους συγγενείς του άντρα της. Οι Μανιάτες δεν θα δεχόντουσαν καθόλου εύκολα να γίνει η μικρή Αλίκη θεατρίνα. Από την άλλη, αφού τόσο πολύ το ήθελε η κόρη της και είχε περάσει με επιτυχία στο Εθνικό, δεν μπορούσε να της κόψει την τύχη.

 

Τα μαθήματα στη σχολή ξεκίνησαν στις 15 Οκτωβρίου. Το διδακτικό δυναμικό της Δραματικής του Εθνικού εκείνη την εποχή αποτελούνταν από κορυφαίες προσωπικότητες από τον χώρο του θεάτρου και των γραμμάτων, όπως ο Αλέξης Σολομός, που όχι μόνο την προστάτευε και την στήριζε αλλά αποτέλεσε και τον πρώτο σοβαρό δεσμό της. Χάρη σ' εκείνον πήρε τον μικρό ρόλο της Λουιζόν στον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου, δευτεροετής φοιτήτρια ακόμα.

 

Χριστόφορος Νέζερ (Αργκάν), Αλίκη Βουγιουκλάκη (Λουίζα), Ο κατά φαντασίαν ασθενής (1954), Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή
Χριστόφορος Νέζερ (Αργκάν), Αλίκη Βουγιουκλάκη (Λουίζα), Ο κατά φαντασίαν ασθενής (1954), Εθνικό Θέατρο: Κεντρική Σκηνή


Οι κριτικές για την παρθενική της εμφάνιση υπήρξαν ιδιαίτερα ενθαρρυντικές: «Σχεδόν ώριμη, έδωσε πολλές, πάρα πολλές υποσχέσεις» έγραψε ο θρυλικός Άλκης Θρύλος. «Έπαιξε με όλη τη δροσιά και το θέλγητρο της ηλικίας της. Έχει μέλλον» δήλωσε ο Μενέλαος Λουντέμης. Η μητέρα της είχε πια πειστεί και για χάρη της μετακόμισαν οικογενειακώς από το Μαρούσι στον Άγιο Παύλο, σε μια ιδιόκτητη μονοκατοικία επί της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, όχι μακριά από το κτίριο της σχολής.

 

Τα χρόνια εκείνα οι σχέσεις της με τον Παπαμιχαήλ ήταν αδιάφορες, με κάποιες προστριβές και καθόλου έρωτα. Σε γενικές γραμμές, όλα ξεκίνησαν καλά όσον αφορά τις σχέσεις της με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριές της. Κατακτούσε όποιον ήθελε με την έμφυτη γοητεία της, αλλά σύντομα διαφάνηκε η υπέρμετρη φιλοδοξία της. Μετά από χρόνια, μία από τις πιο στενές της φίλες εκείνης της εποχής και ιδιαιτέρως ταλαντούχα ηθοποιός, η Άννα Πολυτίμου, είπε στον Αλκίνοο Μπουνιά με αφορμή το βιβλίο του «Η Αλίκη και οι... άλλοι»: «Είχαμε γίνει αχώριστες, πάρα πολύ φίλες. Η Αλίκη ήταν τσαχπίνα κι είχε φοβερό χιούμορ. Η παρέα της σκλάβωνε τους πάντες και τα πάντα. Κι αυτή κι εγώ είχαμε μια διάθεση ν' αρέσουμε, να σκλαβώσουμε και τους συμμαθητές μας και τους καθηγητές μας. Στα έργα που παίζαμε στο πρώτο έτος είχαμε πολλές σκηνές μαζί. Βέβαια, οι αντιζηλίες πάντα υπάρχουν. Και στο πρώτο έτος, αλλά ιδιαίτερα στο τρίτο, όλοι στην τάξη είχαμε γίνει εχθροί... Ε, η Αλίκη έκανε τα δικά της... Η αλήθεια είναι πως γινόντουσαν πολλές αδικίες στη διανομή των ρόλων». Αντίθετα, με μια άλλη σπουδάστρια της προηγούμενης φουρνιάς, την Τζένη Καρπούζη, μετέπειτα Τζένη Καρέζη, συνδέθηκαν με μια φιλία που θα έμενε για πάρα πολλά χρόνια δυνατή − κι ας βρεθήκαν αργότερα ανταγωνίστριες σε επαγγελματικό επίπεδο. Εκείνα τα άγουρα χρόνια ήταν τόσο δεμένες, που όταν έβγαιναν βόλτα ντυμένες με τα ίδια ρούχα τις περνούσαν για αδελφούλες. Μάλιστα, τους άρεσε να προκαλούν τον αντρικό πληθυσμό. Έμπαιναν στους κινηματογράφους, που εκείνα τα χρόνια ήταν κατάμεστοι, π.χ. στο Σινέ Βικτώρια, και επίτηδες κάθονταν στην τελευταία σειρά για να βλέπουν πόσο αρέσουν. Οι άντρες μαγνητίζονταν από τις δύο όμορφες νέες κοπέλες και «αφού άρχιζε το έργο, γύριζε η μισή πλατεία και κοιτούσαν αυτά τα δύο κορίτσια», όπως είπε η ίδια γελώντας πονηρά στο «Ενώπιος ενωπίω».


Το 1954, η εταιρεία παραγωγής ταινιών Ανζερβός, μετά από πρόταση του Πέλου Κατσέλη, της ανέθεσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία «Το ποντικάκι», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Νίκου Τσιφόρου. Έπαιζε μια χαριτωμένη ανήλικη κλέφτρα, την οποία ένας αστυνόμος προσπαθούσε να επαναφέρει στον σωστό δρόμο. Ήταν τόσο κακοφωτισμένη η ταινία, που όταν είδε τον εαυτό της στο πανί, αποφάσισε ότι δεν ήθελε να ξαναπαίξει στον κινηματογράφο. Άλλωστε, η ταινία ήταν αποτυχία και απέκτησε αξία μόνο αργότερα, επειδή ήταν το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Αλίκης.

 

Το Ποντικάκι ήταν αποτυχία και απέκτησε αξία μόνο αργότερα, επειδή ήταν το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Αλίκης
Το Ποντικάκι ήταν αποτυχία και απέκτησε αξία μόνο αργότερα, επειδή ήταν το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Αλίκης


Όταν στα μισά του καλοκαιριού του '54 η Άννα Συνοδινού έπρεπε να εγκαταλείψει το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ, στο οποίο πρωταγωνιστούσε στον Εθνικό Κήπο, για να ξεκινήσει πρόβες σε άλλο έργο με τον Ροντήρη, κλήθηκε επειγόντως η Αλίκη για να την αντικαταστήσει. Χρειάστηκε να δοθεί ειδική άδεια από το Εθνικό κι εκείνη να μάθει τον απαιτητικό ρόλο μέσα σε τέσσερα μερόνυχτα. Η επιτυχία της ήταν αξιοσημείωτη, συμπληρώνοντας ηθοποιούς του βεληνεκούς του Νίκου Χατζίσκου, του Γιώργου Παππά και της Χριστίνας Καλογερίκου.

 

Στις πτυχιακές εξετάσεις, αρχές Ιουνίου του 1955, έπαιξε με τον Παπαμιχαήλ στο έργο «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ. Ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής ήταν και ο Δημήτρης Χορν. Όλοι της έβαλαν άριστα εκτός εκείνον, ο οποίος τη μηδένισε και απείλησε ότι θα αποχωρούσε από το θέατρο αν της έδιναν άδεια ηθοποιού! Το αποτέλεσμα ήταν να αποφοιτήσει με «Λίαν καλώς». Προς στιγμήν, έμοιαζε σαν όλα της τα όνειρα να γκρεμίζονται. Με αυτό τον βαθμό ήταν αμφίβολο αν θα την προσλάμβαναν στο Εθνικό Θέατρο και, το κυριότερο, δεν θα έπαιρνε πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η όλη ιστορία έφερε αναστάτωση στη νεαρή ηθοποιό. Δήλωνε εδώ κι εκεί ότι θα εγκατέλειπε το θέατρο και προξένησε το πρώτο της δημοσίευμα στον Τύπο με τον τίτλο: «Φεύγει από το θέατρο η Αλίκη Βουγιουκλάκη;». Αρκετοί αναρωτήθηκαν πώς δήλωνε ότι το άφηνε, αφού καλά-καλά δεν είχε πατήσει ακόμα στο σανίδι. Και πώς θα το άφηνε, όταν ευθαρσώς είχε δηλώσει στους συμμαθητές της: «Πρέπει να το καταλάβετε! Ήρθατε όλοι στη σχολή για να υπηρετήσετε εμένα, το μεγάλο ταλέντο». Άλλωστε, ήδη έχτιζε το μέλλον της. Το 1955 εμφανίστηκε μια διαφήμιση της μπίρας ΦΙΞ με την Αλίκη να ποζάρει μ' ένα ποτήρι κι ένα μπουκάλι της γνωστής ζυθοποιίας στα δυο της χέρια, ενώ τον Δεκαπενταύγουστο της ίδιας χρονιάς φιγουράριζε ως μοντέλο στο εξώφυλλο του τεύχους 145 της «Γυναίκας». Ήταν το πρώτο από εκατοντάδες που θα ακολουθούσαν τις τέσσερις επόμενες δεκαετίες.

 

Η Αλίκη στη διαφήμιση της μπύρας ΦΙΞ
Η Αλίκη στη διαφήμιση της μπύρας ΦΙΞ
Η Αλίκη στο εξώφυλλο του τεύχους 154 της Γυναίκας
Η Αλίκη στο εξώφυλλο του τεύχους 154 της Γυναίκας


Αποφασισμένη για την πρωτιά

Τρεις εκδοχές του «Αγαπητικού της βοσκοπούλας», του δημοφιλούς κωμειδυλλίου του Δημήτριου Κορομηλά, γυρίστηκαν εκείνη τη χρονιά. Εκείνη με σκηνοθέτη τον Ντίμη Δαδήρα και την Αλίκη στον ρόλο της Κρυστάλλως έκοψε περισσότερα εισιτήρια από εκείνη της Φίνος Φιλμ. Ταυτόχρονα, συμμετείχε στον θίασο του Νίκου Χατζίσκου που ανέβαζε το έργο του Νίκου Τσιφόρου «Πινακοθήκη των ηλιθίων». Υποδυόταν μια Κινεζούλα, αλλά η παράσταση απέτυχε και κατέβηκε γρήγορα, για να αντικατασταθεί από το «Ηθοποιός Κιν» του Αλέξανδρου Δουμά. Πρωταγωνίστρια ήταν η Άννα Συνοδινού κι εκείνη έπαιζε έναν μικρό ρόλο σαραντάρας κόμησσας, κάτι που την απογοήτευσε. Στις πρόβες έκανε υπομονή, αλλά όταν άρχισαν οι παραστάσεις σκαρφίστηκε έναν τρόπο να τραβήξει όλη την προσοχή επάνω της. Μια βραδιά, αντί να βγει με το κανονικό της κοστούμι, βγήκε με ένα στράπλες, αποσπώντας την προσοχή ολόκληρου του κοινού. Ο θίασος στράφηκε εναντίον της και ο επιχειρηματίας την κατήγγειλε στην Άδεια, ένα είδος θεατρικού δικαστηρίου που υπήρχε τότε. Η Αλίκη επιστράτευσε για μία ακόμη φορά όλη της τη χάρη και όλα της τα δάκρυα για να πείσει ότι δεν έφταιγε εκείνη αλλά ο ρόλος που δεν της ταίριαζε. Τελικά, αν και της αναγνώρισαν κάποιο δίκιο, αναγκάστηκε να ολοκληρώσει τις παραστάσεις. Είχε δημιουργήσει το πρώτο της επαγγελματικό σκάνδαλο.


Χωρίς να έχει πετύχει ακόμη κάποια αξιομνημόνευτη θεατρική ερμηνεία από τον καιρό της αποφοίτησής της, τον χειμώνα του 1956 επέστρεψε δυναμικά στον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στο «Κορίτσι με τα παραμύθια» με συμπρωταγωνιστή τον Αλέκο Αλεξανδράκη, ο οποίος δέχτηκε να μπει το όνομά του μετά το δικό της. Πώς θα μπορούσε σε έργο με τέτοιο τίτλο να είναι άντρας ο πρωταγωνιστής; Στο θέατρο, ο Δημήτρης Μυράτ την αγκαζάρισε για έναν ρόλο ενζενί, για να πλαισιώσει τη Βούλα Ζουμπουλάκη σε έργο με διπλή διανομή, που όμως κατέβηκε αμέσως. Στο επόμενο, που ανέβασε αμέσως ο ίδιος θίασος, το «Ντούο Σεμπαστιάνι», της έδωσαν τον ρόλο μιας γυναίκας με πέντε παιδιά. Δύο καψόνια από το καλλιτεχνικό ζεύγος Μυράτ-Ζουμπουλάκη, οι οποίοι, συν τοις άλλοις, της χρέωσαν τις αποτυχίες του θιάσου, φορτώνοντάς της τον χαρακτηρισμό της κατσικοπόδαρης.


Όταν έληξε η συνεργασία της μαζί τους βρέθηκε υπό τη σκέπη της σπουδαίας πρωταγωνίστριας κυρίας Κατερίνας σε ένα έργο στο οποίο θα διέπρεπε και θα αποτελούσε ορόσημο για την καριέρα της, στη «Θεατρίνα» των Σόμερσετ Μομ και Γκάι Μπόλτον, με σκηνοθέτη τον Μάριο Πλωρίτη, με τον οποίο αμέσως συνδέθηκε ερωτικά. Η παράσταση κράτησε γεμάτο το θέατρο Ιντεάλ όλη τη χειμερινή σεζόν 1956-1957 και η Αλίκη είχε πάρει την εκδίκησή της. Η οποία ολοκληρώθηκε στις 25 Μαρτίου 1957, όταν κυκλοφόρησε το θρυλικό πια τεύχος των «Εικόνων» της Βλάχου, με το πιο γλυκό χαμόγελο που είχε δει ποτέ η Ελλάδα στο εξώφυλλο. Μια εξαιρετική, φωτεινή φωτογραφία του Βάσου Μίγκου με την Αλίκη με ανοιχτόχρωμα μαλλιά, έναν καταγάλανο ουρανό στο φόντο και το κλαδί μιας αμυγδαλιάς. Ήταν, λένε, μια μουντή μέρα κι εκείνο το πρόσωπο κυριολεκτικά έφερε την άνοιξη. Αρχές καλοκαιριού, η Αλίκη πέταξε για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη, τάχαμου για έναν παρ' ολίγον γάμο με γόνο εφοπλιστικής οικογένειας. Ο πραγματικός σκοπός του ταξιδιού παραμένει ανεξιχνίαστος. Εκείνη την περίοδο, πάντως, με νέα μυτούλα, γύρισε ταυτόχρονα τη φουστανέλα «Μαρία Πενταγιώτισσα» με συμπρωταγωνιστή τον γόη Ανδρέα Μπάρκουλη, την κωμωδία «Χαρούμενοι Αλήτες» του Ντίμη Δαδήρα, ο οποίος την ερωτεύτηκε τρελά, το δραματικό «Έρωτας στους αμμόλοφους» του σπουδαίου σκηνοθέτη Κώστα Μανουσάκη, τα «Θολά Νερά» με τον Γιώργο Φούντα και το «Διακοπές στην Αίγινα» του Ανδρέα Λαμπρινού, μια χαριτωμένη καλοκαιρινή κομεντί, στην οποία τον ρόλο του πατέρα της κράτησε ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, ο οποίος, μετά από αυτή την πρώτη τους συνεργασία, θα καθιερωνόταν ως ένας από τους σταθερούς κινηματογραφικούς της μπαμπάδες. Όταν η ταινία βγήκε στις αίθουσες, τον Μάρτιο του 1958, αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία της Αλίκης. Ήταν, άλλωστε, σε αυτή την ταινία που, χάρη στον σκηνοθέτη Λαμπρινό, απέκτησε τα ξανθιά μαλλιά με τα οποία οι Έλληνες την λάτρεψαν και την αποθέωσαν. Σαν μια Ελληνίδα Μπριζίτ Μπαρντό, η οποία ακριβώς την ίδια εποχή μεσουρανούσε στη Γαλλία και την οποία η Αλίκη αναμφισβήτητα είχε ως πρότυπο, σε μια πιο συγκρατημένη εκδοχή.

 

Διακοπές στην Αίγινα με τον Ανδρέα Μπάρκουλη
Διακοπές στην Αίγινα με τον Ανδρέα Μπάρκουλη


Η συνεργασία της με την κυρία Κατερίνα συνεχίστηκε, ενώ παράλληλα ανέβαινε όλο και ψηλότερα στο κινηματογραφικό στερέωμα. Όταν προσγειώθηκε στην Κρήτη για την πρεμιέρα της ταινίας «Χαρούμενοι Αλήτες» την περίμενε πλήθος κόσμου, νομίζοντας ότι ήταν Κρητικιά. Αυτή η παρεξήγηση θα κρατούσε μια ζωή.


Τον χειμώνα του 1958 ήρθε και η ώρα του Μουσούρη, του θιασάρχη που εγγυόταν την εξέλιξη κάθε ηθοποιού που τύγχανε της εύνοιάς του. Από το θέατρό του είχαν περάσει όλες οι σημαντικές πρωταγωνίστριες της ελληνικής σκηνής και η Αλίκη δεν θα αποτελούσε εξαίρεση. Την έκλεισε για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του «Ωραία μου κυρία» («Πυγμαλίωνας») του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, έναν ρόλο κομμένο-ραμμένο στα μέτρα της, με τον οποίο θριάμβευσε από εκείνη την πρώτη φορά και θα επαναλάμβανε αρκετές φορές στο υπόλοιπο της καριέρας της. Έτσι, εκείνη τη σεζόν έλαμψε στον πιο επιφανή θίασο της Αθήνας ως η λουλουδού Ελίζα Ντουλίτλ που γίνεται κυρία του καλού κόσμου. Από τον Μουσούρη παρέλασε, όπως ήταν φυσικό, ολόκληρο το ελληνικό κατεστημένο και η Αλίκη γνωρίστηκε με πολλά σημαντικά πρόσωπα. Η κριτική δεν ήταν ιδιαίτερα κολακευτική για εκείνη. Ο Μ. Καραγάτσης, θέλοντας να την πάρει υπό την προστασία του και να την στηρίξει, της είπε: «Μη διαβάζεις ποτέ κριτικές. Είσαι ένα πλάσμα με ειδική αύρα. Θα πρέπει να κάνεις παραχωρήσεις ή, αν δεν τις κάνεις, θα μας έχεις εναντίον σου». Έκτοτε, η Αλίκη, κρατώντας τη συμβουλή του σπουδαίου λογοτέχνη, δεν ξαναδιάβασε αρνητική κρητική. Τουλάχιστον, έτσι ισχυριζόταν.


Η πορεία από εδώ κι εμπρός φάνταζε μόνο ανοδική και οι κινηματογραφικές προτάσεις έπεφταν βροχή. Εκτιμώντας σωστά, η επόμενη συμμετοχή της ήταν στο σκετς «Το ραντεβού της Κυριακής» της σπονδυλωτής ταινίας «Ερωτικές Ιστορίες» σε σενάριο της Λούλας Αναγνωστάκη και σκηνοθεσία του Σωκράτη Καψάσκη. Εκεί συναντήθηκε για πρώτη φορά κινηματογραφικά με τον Νίκο Κούρκουλο. Επίσης ήταν και η πρώτη της ταινία στην οποία τη μουσική υπέγραφε ο Μάνος Χατζιδάκις.

 

Ο Μιμίκος και η Μαίρη
Ο Μιμίκος και η Μαίρη
Με τον Μάνο Χατζιδάκι
Με τον Μάνο Χατζιδάκι


Τον Νοέμβριο του 1958 βγήκε στις αίθουσες και μια άλλη ταινία που είχε γυριστεί το προηγούμενο καλοκαίρι, ο «Μιμίκος και η Μαίρη», σε σκηνοθεσία Γρηγόρη Γρηγορίου, με συμπρωταγωνιστή, για μία ακόμα φορά, τον Μπάρκουλη. Επειδή η παραγωγή δεν είχε κατορθώσει να πάρει άδεια για τα γυρίσματα της αυτοκτονίας από την Ακρόπολη, η Αλίκη ανέβηκε στον ιερό βράχο με το κρινολίνο κρυμμένο σε σάκο και οι σκηνές γυρίστηκαν κρυφά από τους φύλακες. Το δραματικό ρομάντζο του 19ου αιώνα άρεσε στους Αθηναίους και η ταινία έγινε επιτυχία. Τότε την κάλεσε για πρώτη φορά ο Φιλοποίμην Φίνος για να της προτείνει να παίξει στη «Θεία από το Σικάγο». Η πρώτη της αντίδραση ήταν: «Δεν είμαι κάπως μικρή για θεία;». Εξοργισμένος, της έδειξε την πόρτα, λέγοντας στους συνεργάτες του: «Πάρτε την από δω και να μην την ξαναδώ». Αλλά για την Αλίκη ήταν πια αυτονόητο ότι στον κινηματογράφο θα έπαιζε μόνο πρωταγωνιστικούς ρόλους.


Χάρη σ' εκείνην και στο αλάνθαστο ένστικτό της ο Γιάννης Δαλιανίδης σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία. Ενώ τα σενάριά του θεωρούνταν επιτυχημένα, στην πραγματικότητα αυτό που ήθελε διακαώς ήταν να σκηνοθετήσει. Η Αλίκη το ήξερε αυτό και, προκειμένου να εξασφαλίσει τον ρόλο στο σενάριό του της «Μουσίτσας», πρότεινε στην εταιρεία Ρωμύλος Φιλμ να αναλάβει ο ίδιος και τη σκηνοθεσία. Έτσι κι έγινε. Στην ταινία είπε κι ένα τραγούδι που έγινε τεράστια επιτυχία, το «Ρι-κο-κο» του Τάκη Μωράκη, το οποίο πούλησε εκατό χιλιάδες «σινγκλάκια». Παρ' όλα αυτά, με τον Δαλιανίδη ήρθαν σε ρήξη, η οποία κράτησε πολλά χρόνια.


Ο Φίνος δεν μπόρεσε ν' αντισταθεί τελικά στο φαινόμενο Βουγιουκλάκη κι έτσι της πρόσφερε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην «Αστέρω» του Παύλου Νιρβάνα με σκηνοθέτη τον Ντίνο Δημόπουλο. Αλλά η Αλίκη ήταν πια μια σταρ ολκής. Δέχτηκε τον ρόλο, ωστόσο απαίτησε ποσοστά από τις εισπράξεις, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στον ελληνικό κινηματογράφο. Συγκεκριμένα, αφού ζήτησε για αμοιβή το εξωφρενικό για την εποχή ποσό των εκατό χιλιάδων δραχμών, το οποίο ο Φίνος αρνήθηκε να της δώσει, συμφώνησαν ότι για κάθε εκατομμύριο εισπράξεων −που θα ξεπερνούσαν τα επτά, το κόστος παραγωγής−, εκείνη θα έπαιρνε είκοσι χιλιάδες παραπάνω από την αρχική της αμοιβή. Τέτοια αυτοπεποίθηση! Συμπρωταγωνιστής της ήταν ο συμμαθητής της από το Εθνικό Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Για να του τη βγει, μάλιστα, του είπε: «Μπορεί εσύ να πήρες το άριστα, εγώ όμως μπαίνω τώρα πρώτο όνομα».


Με τον τίτλο της «Εθνικής Α.Β.» που της είχε απονείμει η παντοδύναμη τότε εκδότρια Ελένη Βλάχου σε σχόλιό της, τον Φεβρουάριο του 1959, στις σελίδες της «Καθημερινής», η Αλίκη και η «Αστέρω» πήραν το διαβατήριο για να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ενώ την πρεμιέρα της έσπευσε να παρακολουθήσει το βασιλικό ζεύγος.

 

Η Αλίκη στο ρόλο της Αστέρως
Η Αλίκη στο ρόλο της Αστέρως


Καλπάζοντας προς την κορυφή

Με τον Μάνο Χατζιδάκι πρωτογνωρίστηκαν στις εκδόσεις Ίκαρος των Αλέκου Πατσιφά, Νίκου Καρύδη και Μάριου Πλωρίτη, το γνωστό βιβλιοπωλείο της οδού Βουλής, στέκι διανοουμένων, όπου η Αλίκη ήταν καλοδεχούμενη και αγαπητή λόγω της σχέσης της με τον Πλωρίτη. Τέλη της δεκαετίας του '50 το «Έθνος» δημοσίευσε σε συνέχειες τα απομνημονεύματά της. Αυτά τα συγκέντρωσαν και τα εξέδωσαν ως αυτοβιογραφικό βιβλίο, έξω από το γενικότερο πνεύμα του εκδοτικού οίκου, με τον τίτλο «Εδώ Αλίκη». Με το που την συνάντησε ο Μάνος, την συμπάθησε αμέσως. Προέρχονταν και οι δύο από τον ίδιο επαγγελματικό χώρο κι επιπλέον εκείνη είχε το όνομα της μητέρας του. Την έπεισε ότι μπορούσε να τραγουδήσει, λέγοντάς της ότι είναι πριμαντόνα κολορατούρα, και ότι θα έπρεπε να δοκιμάσει κλασικό τραγούδι. Έκαναν μαζί λίγα μαθήματα σολφέζ, αλλά κατέληξε ότι του άρεσε η γνησιότητα της φωνής της, οπότε ας έμενε όπως ήταν. Έτσι ξεκίνησε μεταξύ τους μια εκλεκτή και ιδιαίτερα δημιουργική φιλία, η οποία στο μέλλον θα απέδιδε τα γνωστά και αξεπέραστα τραγούδια.


Η πρώτη κοινή επιτυχία της Αλίκης και του Χατζιδάκι δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ένας θρίαμβος. Με την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», βασισμένη σε ένα παλιότερο θεατρικό έργο του ίδιου που το είχε πρωτοπαίξει εν έτει 1944 η Μαρία Καλουτά, ήταν σαν να φύσηξε από τη μία άκρη της Ελλάδας έως την άλλη ένα αναπάντεχο αεράκι αισιοδοξίας. Ο ρόλος τού κακομαθημένου πλουσιοκόριτσου Λίζας Παπασταύρου ανέδειξε όλη τη φρεσκάδα και το μπρίο της Αλίκης. Τριάντα πέντε χρόνια από το καλοκαίρι του 1959 που γυρίστηκε η ταινία, στις 15 Ιουνίου 1994, σε ραδιοφωνική εκπομπή του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, την ημέρα που έφυγε ο μεγάλος συνθέτης, η Αλίκη είπε: «Χρωστάω στον Μάνο Χατζιδάκι την επιτυχία μου σ' αυτή την ταινία. Ο ρόλος μου ήταν πολύ μικρός – φαίνεται μεγάλος γιατί κάνει εντύπωση. Είναι πρώτος ρόλος μεν, αλλά δεν είναι επάνω μου η ταινία, δεν είχα "καπιτάλε" σκηνή. Όταν είδαμε την προβολή, λέει ο Μάνος "θα το διορθώσουμε αυτό, μη μου στενοχωριέσαι...". Και μίλησαν με τον Φίνο να μπουν δύο τραγούδια. Λέει, μάλιστα, ο Σακελλάριος: "Έτσι κολλητά, δύο μαζί;". Και απαντάει ο Μάνος: "Ναι, έτσι κολλητά, είναι πολύ όμορφη, δροσερή η Αλίκη και της πάνε". Και μπήκαν αυτά τα δύο τραγούδια, που νομίζω ότι απογείωσαν τον δικό μου ρόλο».

 

Νιάου νιάου βρε γατούλα ( Το γκρίζο γατί ) - Το Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο

 

Η διανομή συμπεριλάμβανε μερικούς από τους πιο δημοφιλείς κωμικούς, όπως ο Ορέστης Μακρής, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Γιώργος Γαβριηλίδης και ο Χρήστος Τσαγανέας στον ρόλο του γυμνασιάρχη που έμεινε για την ατάκα του «Βεβαίως, βεβαίως», ενώ ανάμεσα στις συμμαθήτριές της ήταν η Κατερίνα Γώγου και η Άννα Μαντζουράνη. Για τον ρόλο του ωραίου νεαρού καθηγητή Πάνου Φλωρά ο Σακελλάριος ήθελε τον Χορν, ο οποίος τον απέρριψε μετά βδελυγμίας, λέγοντας: «Δεν θα δεθώ εγώ στο άρμα της Βουγιουκλάκη σαν τον Μουσούρη». Έτσι επιλέχτηκε ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, που έτσι κι αλλιώς ταίριαζε περισσότερο στον ρόλο ηλικιακά. Η σχέση της Αλίκης με τον σκηνοθέτη ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, αλλά κατέληξε σε μεγάλους καβγάδες. Καθώς ο Σακελλάριος προσπαθούσε να αναδείξει μία από τις συμμαθήτριες της Λίζας, την ηθοποιό Μπέμπη Κούλα (δηλαδή τη Νίκη Λινάρδου), με την οποία διατηρούσε δεσμό, η κάμερα στρεφόταν συχνά προς εκείνη. Δεν άργησε να έρθει η σύγκρουση μεταξύ τους. Ο Σακελλάριος αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αλλά της το κράτησε. Γύρισε ξανά και ξανά τη σκηνή με τα χαστούκια, ισχυριζόμενος ότι το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό. Τελικά η Αλίκη έφαγε πολύ ξύλο για να βγει το αποτέλεσμα που ξέρουμε. Μια Αλίκη-Λίζα χαριτωμένη, σκανδαλιάρα, αξιολάτρευτη, που της συγχωρούσες τα πάντα. Η σκηνή της εκδρομής όπου χορεύει και τραγουδάει το «Νιάου, νιάου, βρε γατούλα» χρειάστηκε τρεις μέρες για να γυριστεί. Μια ανέμελη και δροσερή ταινία που έκανε τον κόσμο να ξεχάσει την όχι και τόσο ευχάριστη καθημερινότητα εκείνης της γκρίζας εποχής. Βγήκε στις αίθουσες πρώτης προβολής τον Νοέμβριο του '59 και πέτυχε τον αξιομνημόνευτο αριθμό των 239.530 εισιτηρίων, ενώ στην επαρχία έκοψε τόσα, που αριθμητικά ξεπέρασαν τον πληθυσμό της χώρας. Ο δίσκος των 45 στροφών με τα τραγούδια έγινε το απόλυτο σουξέ, πουλώντας πάνω από 75.000 αντίτυπα, και ανακηρύχτηκε ο πρώτος χρυσός δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας.


Με το «Ξύλο» η Αλίκη απέδειξε ότι είχε κατακτήσει επάξια τον τίτλο της εθνικής σταρ. Κι ενώ εξακολουθούσε να μένει με τη μητέρα της στον Άγιο Παύλο, ήταν πια αδύνατον να κυκλοφορεί στον δρόμο. Ο κόσμος, με το που την αντίκριζε, δεν κρατιόταν, εκδήλωνε τη λατρεία του, που σε αρκετές περιπτώσεις άγγιζε την υστερία. Ακριβώς την ίδια περίοδο στο θέατρο πρωταγωνιστούσε στο «Τόπος στα νιάτα» με τον Μουσούρη, όπου επίσης φορούσε ποδιά. Ένα από τα πλέον θρυλικά φωτογραφικά ντοκουμέντα που έχουμε από την παράσταση εκείνη της χειμερινής περιόδου 1959-1960 είναι με την Αλίκη ντυμένη μαθητριούλα δίπλα στον διάδοχο Κωνσταντίνο: αντί να κοιτάζει τον φακό, που ήταν το σύνηθες για εκείνη, κοιτούσε, δήθεν με συστολή, εκείνον.

 

Η ίδια η Βουγιουκλάκη, στην περίφημη συνέντευξη στο «Ενώπιος ενωπίω», άφησε να εννοηθεί ότι υπήρξε μεν αίσθημα ανάμεσά τους αλλά ότι η ίδια ένιωθε ήδη βασίλισσα και δεν είχε ανάγκη το πριγκιπόπουλο. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι «το πριγκιπόπουλο της ζωής μου είμαι εγώ», παραφράζοντας μια άλλη γνωστή της ατάκα.


Ο Κωνσταντίνος πήγε να δει την παράσταση μαζί με τις αδελφές του Ειρήνη και Σοφία, αλλά είχε προ πολλού εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την Αλίκη. Ο Τύπος άρχισε να το μυρίζεται και σύντομα όλη η Ελλάδα μιλούσε για το ειδύλλιο των δύο, όπως και η υπόλοιπη Ευρώπη. Το θέμα έφτασε σε διεθνή περιοδικά, όπως το γαλλικό «Paris Match» και το ιταλικό «Oggi», για το οποίο η Αλίκη πόζαρε μπροστά στο Ερέχθειο. Το τελευταίο άφηνε να εννοηθεί ότι η επόμενη βασίλισσα της Ελλάδας θα ήταν μια κοινή θνητή. Μέχρι και σήμερα το ρομάντζο αυτό δεν έχει φωτιστεί πλήρως. Το ότι συναντιόντουσαν κρυφά με τη συνδρομή φίλων του Κωνσταντίνου σε διάφορες επαύλεις, παρακάμπτοντας τη στενή παρακολούθηση της Φρειδερίκης, που ήταν εξοργισμένη με όλα όσα της μετέφεραν, μάλλον είναι αλήθεια. Μάλιστα, εξαιτίας των δημοσιευμάτων, λένε ότι χάλασε το προξενιό του Κωνσταντίνου με την πριγκίπισσα Ντεζιρέ της Σουηδίας. Κατά τα άλλα, το κατά πόσο το ειδύλλιο έπρεπε όντως να τρομάζει τη Φρειδερίκη δεν είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε. Η ίδια η Βουγιουκλάκη, στην περίφημη συνέντευξη στο «Ενώπιος ενωπίω», άφησε να εννοηθεί ότι υπήρξε μεν αίσθημα ανάμεσά τους αλλά ότι η ίδια ένιωθε ήδη βασίλισσα και δεν είχε ανάγκη το πριγκιπόπουλο. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι «το πριγκιπόπουλο της ζωής μου είμαι εγώ», παραφράζοντας μια άλλη γνωστή της ατάκα.


Ο επίσημος αγαπημένος της περιόδου εκείνης ήταν ο εκδότης Νάσος Μπότσης των εφημερίδων «Ακρόπολις» και «Απογευματινή». Όπως ήταν αναμενόμενο, και οι δύο εφημερίδες είχαν τεθεί στην υπηρεσία της Αλίκης. Λέγεται ότι μέχρι και το περιοδικό «Πρώτο» ο Μπότσης το άνοιξε για να προωθήσει εκείνη. Αν και, για να είμαστε ειλικρινείς, μάλλον εκείνη προωθούσε το περιοδικό, όπως και κάθε περιοδικό που αποφάσιζε να την κάνει εξώφυλλο από δω και μπρος.


Όταν τη σεζόν 1960-1961 έπαιξε στο θέατρο, δίπλα στον Μουσούρη, τον ρόλο που είχε ερμηνεύσει η Μέριλιν Μονρόε στον κινηματογράφο στο «Ο πρίγκηψ και η χορεύτρια» με τον Λόρενς Ολίβιε, ο τίτλος έδενε μια χαρά διαφημιστικά με τα κουτσομπολιά της εποχής. Τον Μάρτιο του 1960 βγήκε στους κινηματογράφους το «Κλοτσοσκούφι» σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου. Στα γυρίσματά του είχε παρευρεθεί και ο Κωνσταντίνος. Συμπρωταγωνιστής της ήταν ο Αλέκος Αλεξανδράκης, στον ρόλο του πλούσιου που ερωτεύεται το χαμίνι της φτωχογειτονιάς.

 

Κλωτσοσκούφι
Κλωτσοσκούφι
Μανταλένα
Μανταλένα


Το καλοκαίρι του 1960 ο διάδοχος έλαβε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο στους ιστιοπλοϊκούς αγώνες. Η Αλίκη ήταν εκεί, απολαμβάνοντας μαζί του ρωμαϊκές βόλτες και συχνάζοντας στα αριστοκρατικά στέκια της ιταλικής πρωτεύουσας, πάντα υπό τη στενή παρακολούθηση της ελληνικής πρεσβείας που κατέγραφε όλες τις κινήσεις τους σε αναφορές, οι οποίες φυσικά κατέληγαν στο παλάτι.


Τον ίδιο καιρό βρισκόταν στα σκαριά και η «Μανταλένα» που γυρίστηκε στην Αντίπαρο σε σενάριο του Γιώργου Ρούσου και σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου. Στην ταινία, η Αλίκη-Μανταλένα χάνει τον πατέρα της και αναλαμβάνει να μεγαλώσει τα ορφανά αδελφάκια της, κάνοντας δρομολόγια με την οικογενειακή τους βάρκα. Οι νησιώτες όμως δεν εμπιστεύονται μια νέα γυναίκα και προτιμούν τη βάρκα του ανταγωνιστή της Παπαμιχαήλ, μέχρι που πλέκεται μεταξύ τους ειδύλλιο. Η Αλίκη ταυτίστηκε απόλυτα με την ηρωίδα. Γραμμένη επάνω της, θύμιζε την προσωπική της ιστορία, που, έχοντας χάσει τον πατέρα της, πήρε από πολύ νωρίς τα ηνία της οικογένειας, κατευθύνοντας τη ζωή των αδελφών της. Η φιγούρα της όμορφης νησιωτοπούλας με τα στυλάτα, λαϊκότροπα φορεματάκια, ραμμένα από τον μόδιστρο Φιλήμωνα, η αφίσα με το μαύρο μαντίλι από το οποίο ξεμυτίζουν οι ξανθές της μπούκλες −για την οποία ο Φίνος είχε αντιρρήσεις, αλλά πέρασε το αλάθητο ένστικτο εκείνης− και, πάνω απ' όλα, η μουσική του Μάνου οδήγησαν την ασπρόμαυρη «Μανταλένα» σε μια ακόμα μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Τα δύο εμβληματικά τραγούδια που λέει η Αλίκη σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, το «Θάλασσα πλατιά» και το «Μες σ' αυτήν τη βάρκα είμαι μοναχή», είναι από τα ωραιότερα σε ολόκληρη την καριέρα της. Η Αλίκη, στη ραδιοφωνική συνέντευξη στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη για τον Μάνο, περιέγραψε πώς γυρίσανε τις σκηνές των τραγουδιών: «Η φωνή που χρησιμοποιήθηκε κατά τα γυρίσματα της σκηνής ήταν της Νάνας Μούσχουρη τότε, γιατί δεν μπορούσα να αφήσω την Αντίπαρο και να πάω στην Αθήνα. Το καράβι περνούσε μία φορά την εβδομάδα και είχα δουλειά. Έτσι, ο Μάνος μού έστειλε το playback με τη φωνούλα της Νάνας. Γι' αυτό, αν προσέξεις την ταινία, δεν είναι συγχρονισμένο. Στέλναμε τις κόπιες στη Φίνος Φιλμ για να γίνουμε ένα με τη μουσική του».

 


 

Θάλασσα Πλατιά / Μες σ' αυτή τη βάρκα - Μανταλένα


Η «Μανταλένα» επιλέχτηκε να διαγωνιστεί στην πρώτη Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, δηλαδή στο 1ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου που έλαβε χώρα υπό την αιγίδα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, το φθινόπωρο του 1960. Εκεί η Αλίκη απέσπασε το πρώτο βραβείο ερμηνείας με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον Στρατή Μυριβήλη, ενώ την απονομή έκανε η Κατίνα Παξινού. Η φωτογραφία της βραδιάς της απονομής παραμένει ιστορική: ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Τάκης Κανελλόπουλος, ο Νίκος Κούνδουρος, η Παξινού και ο Μυριβήλης, η Αλίκη να κρατάει το χέρι του τελευταίου, ο Παντελής Ζερβός με το δεύτερο βραβείο αντρικού ρόλου για τη «Μανταλένα», ο Γιώργος Ρούσσος με το βραβείο σεναρίου, ο Αριστείδης Καρύδης-Φουξ, και ο Μάνος Χατζιδάκις με το βραβείο μουσικής, επίσης για τη «Μανταλένα». Όσο η Αλίκη έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου παρευρισκόταν, γινόταν πανδαιμόνιο. Το φαινόμενο Βουγιουκλάκη έπαιρνε ανεξέλεγκτες διαστάσεις...

 

Οι συντελεστές της ταινίας Μανταλένα, Παντελής Ζερβός, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Μάνος Χατζιδάκις, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος και η Καίτη Λαμπροπούλου (1960)... Φωτό: Ψηφιακό Αρχείο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ©/ LIFO
Οι συντελεστές της ταινίας Μανταλένα, Παντελής Ζερβός, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Μάνος Χατζιδάκις, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, ο σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος και η Καίτη Λαμπροπούλου (1960)... Φωτό: Ψηφιακό Αρχείο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ©/ LIFO


Κι ενώ ανακηρύχτηκε ο πιο φωτογραφημένος άνθρωπος για το 1960, με τη Μελίνα, τον Κωνσταντίνο και τον Καραμανλή να ακολουθούν, οι ουρές έξω από το θέατρο Μουσούρη στην πλατεία Καρύτση συναντούσαν πια τις ουρές του Αττικόν για την «Αλίκη στο ναυτικό». Ο κόσμος που συνέρρεε στο καμαρίνι της για αυτόγραφο έγινε ένας ασφυκτικός κλοιός που τα χρόνια που ακολούθησαν θα καταντούσε σχεδόν ρόγχος. Αλλά είχε κάνει την επιλογή της. Θέλησε και πέτυχε να είναι όχι απλώς η πρώτη των πρώτων αλλά και η άτυπη βασίλισσα των Ελλήνων, χωρίς να παντρευτεί το πριγκιπόπουλο, με κάθε τίμημα!


Η «Αλίκη στο ναυτικό» ήταν η πρώτη της έγχρωμη ταινία, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, με συμπρωταγωνιστή τον Παπαμιχαήλ, με τον οποίο εξακολουθούσαν να τσακώνονται με κάθε ευκαιρία στο πλατό, και στον ρόλο του πατέρα τον Κωνσταντάρα. Η απολαυστική μουσική ήταν για μια ακόμα φορά του Χατζιδάκι. Ήταν η πρώτη φορά που η Αλίκη μεταμφιέστηκε σε αγόρι, συγκεκριμένα σε ναυτάκι, ακολουθώντας εν πλω τον αγαπημένο της. Το ζεύγος πλαισίωναν νέοι κωμικοί, όπως ο Κώστας Βουτσάς, ο Γιάννης Γκιωνάκης, ο Γιάννης Μαλούχος και ο Σταύρος Παράβας. Η ταινία, γεμάτη τραγούδι, χαρά και αισιοδοξία, όταν βγήκε τον Φεβρουάριο του 1961 συναγωνίστηκε σε εισιτήρια το «Ξύλο».


Αμέσως μετά ακολούθησε η «Λίζα και η άλλη», με την Αλίκη στον διπλό ρόλο της Μίτσης, σνομπ κόρης βιομηχάνου που σκηνοθετεί την απαγωγή της για χάρη ενός αμόρε που απορρίπτει ο μπαμπάς, και της σωσία της, Λίζας, ενός χαμινιού που παίρνει τη θέση της πρώτης μετά από σχέδιο του πατέρα, προκειμένου να αιφνιδιάσει τους απαγωγείς. Ζεν πρεμιέ αυτήν τη φορά ήταν ο Γιώργος Πάντζας. Εκεί η Αλίκη τραγούδησε το «Σύννεφο έφερε βροχή». Η ταινία βγήκε στους κινηματογράφους τον Νοέμβριο του 1961, ενώ έναν μήνα πριν η Αλίκη, ως θιασάρχισσα, ξεκινούσε την πρώτη της περιοδεία ανά την Ελλάδα, με πρώτο σταθμό τη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησε μια θριαμβευτική τουρνέ σε ολόκληρη την ελληνική περιφέρεια, κατά τη διάρκεια της οποίας γέμιζαν θέατρα από τους θαυμαστές της που έσπευσαν να την δουν από κοντά, να την αγγίξουν, να την αποθεώσουν.

 

Στιγμιότυπο από την Αλίκη στο Ναυτικό
Στιγμιότυπο από την Αλίκη στο Ναυτικό

 

Λίγο πριν την απόλυτη επιβεβαίωση

Αλλά τι απέγινε το πολύκροτο ειδύλλιο με τον διάδοχο; Καταπώς φαίνεται, η Φρειδερίκη, μη έχοντας άλλη επιλογή, έστειλε τον Κωνσταντίνο σε «δυσμενή μετάθεση» να επιθεωρεί τον στρατό και την ελληνική επικράτεια στα βόρεια σύνορα του κράτους, εκεί όπου παραμόνευε άλλωστε και ο κομμουνιστικός κίνδυνος. Η Αλίκη, κατά τη διάρκεια της περιοδείας της, βρέθηκε στις Σέρρες, όπου είχε κανονιστεί ομιλία του διαδόχου από το μπαλκόνι κεντρικού κτιρίου της πόλης. Δεν είχε προλάβει να βγει στο μπαλκόνι ο νεαρός πρίγκιπας κι εκείνη, ξέροντας πολύ καλά τη δύναμη της εικόνας της, βγήκε σε ένα παρακείμενο μπαλκόνι. Το αποτέλεσμα ήταν ο λαός από κάτω να παρατήσει τον μέλλοντα βασιλιά του για την παρ' ολίγον βασίλισσά του.


Οι δυο τους θα ξανασυναντιόντουσαν λίγους μήνες αργότερα, στις 14 Ιουνίου 1962, στην πρεμιέρα της «Όμορφης Πόλης» των Χατζιδάκι, Σολομού, Καστρινού. Η θρυλική επιθεώρηση, στην οποία πρωταγωνιστούσαν ο Τάκης Χορν και η Ρένα Βλαχοπούλου στο θέατρο Μετροπόλιταν της λεωφόρου Αλεξάνδρας, συγκέντρωσε όλη την κοσμική Αθήνα και διασημότητες όπως η Τζέιν Φόντα. Η Αλίκη συνοδευόταν από τον Νάσο Μπότση και μόλις μπήκε ο Κωνσταντίνος σηκώθηκαν άπαντες για να τον τιμήσουν, ως είθισται, εκτός από εκείνη. Εκείνος δεν θίχτηκε, αντιθέτως υποκλίθηκε μπροστά της, σκύβοντας να της φιλήσει το χέρι. Την επομένη όλες οι εφημερίδες μιλούσαν για το νέο σκάνδαλο που δημιούργησε το Αλικάκι. Πολλά χρόνια μετά θα έλεγε ότι ήταν θυμωμένη μαζί του.


Ο Χατζιδάκις, για να διαφημίσει την «Όμορφη Πόλη», σκαρφίστηκε έκτατες εμφανίσεις δημοφιλών καλλιτεχνών και η πρώτη που κλήθηκε ήταν η Βουγιουκλάκη, η οποία ανταποκρίθηκε αμέσως. Καθώς ο συνθέτης έπαιζε πιάνο, εκείνη περίμενε κρυμμένη πίσω από ένα παραβάν σε μια καρέκλα με το κεφάλι σκυμμένο. Σηκωνόταν ο Μάνος, έλεγε στο κοινό «Σας έχω μια έκπληξη», τραβούσε το παραβάν, της έλεγε «Σήκωσε το κεφάλι σου» και το κοινό παραληρούσε από ενθουσιασμό. Μετά τραγουδούσε, με τη συνοδεία του συνθέτη στο πιάνο, αγαπημένες τους επιτυχίες. Εμφανίστηκε δύο φορές και, όλως περιέργως, εκείνες τις δύο φορές ο Χορν δεν έπαιξε.

 

Το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» ήταν μια ιδιαίτερα πρωτοποριακή δουλειά για την Αθήνα του 1962. Στο τέλος κάθε παράστασης πήγαιναν να της ζητήσουν αυτόγραφο και ρωτούσαν την ίδια, η οποία φορούσε μαύρη περούκα, πού βρισκόταν το καμαρίνι της κυρίας Βουγιουκλάκη.


Παράλληλα, ο Φίνος, θέλοντας να ανοίξει τον δρόμο στην Αλίκη για διεθνή καριέρα, έφερε στην Ελλάδα τον παλαίμαχο κινηματογραφιστή Ρούντολφ Ματέ, τον διευθυντή φωτογραφίας της «Ζαν ντ' Αρκ» του Ντράγιερ και της «Τζίλντα» του Βιντόρ, για να γυρίσει το «Aliki, my love» ως σκηνοθέτης. Το σενάριο ήταν μια ανανεωμένη αγγλόφωνη εκδοχή της «Μανταλένας», με συμπρωταγωνιστή τον Τζες Κόνραντ και το φυσικό σκηνικό της Ίου. Ο βετεράνος Ματέ αφέθηκε στη γοητεία της Αλίκης, της είπε ότι είχε το πιο εκφραστικό πρόσωπο που είχε αντικρίσει ποτέ του και την άφησε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να σκηνοθετήσει την ταινία. Καθώς μάλιστα η Αλίκη συνδεόταν ερωτικά και με τον διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη-Φουξ, εξασφάλισε μερικά υπέροχα πλάνα. Και όπως είπε χρόνια μετά, ήταν το μόνο που όφειλε στον τελευταίο. Η ταινία, η οποία έκανε πρεμιέρα έναν χρόνο αργότερα στο Λονδίνο, δεν είχε καμία τύχη.

 

Η Αλίκη και πλήθος θαυμαστών που την ακολουθεί στην Ίο ενώ γυρίζει το «Aliki my love»
Η Αλίκη και πλήθος θαυμαστών που την ακολουθεί στην Ίο ενώ γυρίζει το «Aliki my love»
Στην πρεμιέρα της ταινίας «Το Ταξίδι» το κοινό χαζεύει την Αλίκη
Στην πρεμιέρα της ταινίας «Το Ταξίδι» το κοινό χαζεύει την Αλίκη


Δυστυχώς, ούτε το «Ταξίδι» του 1962 πήγε καλύτερα, παρόλο που είναι μία από τις ωραιότερες ταινίες της, στην οποία πέτυχε την καλύτερη ίσως κινηματογραφική ερμηνεία της. Η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Δημόπουλου, η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και συμπρωταγωνιστούσαν οι Νίκος Κούρκουλος, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Ελένη Ζαφειρίου και Σμάρω Στεφανίδου. Ενώ η Αλίκη έδειξε αξιομνημόνευτη ωριμότητα ως ηθοποιός, ο κόσμος δεν ανταποκρίθηκε. Μάλιστα οι θεατές απέτρεπαν άλλους να μπουν, λέγοντάς τους: «Μην το δείτε, στο τέλος η Αλίκη πεθαίνει». Δεν της επέτρεπαν ούτε καν να πεθάνει λοιπόν!


Αλλά και η θεατρική σεζόν θα έδειχνε πόσο παγιδευμένη ήταν από ένα κοινό απαίδευτο και ανώριμο. Κάνοντας στο Ρεξ την πρώτη της εμφάνιση ως θιασάρχισσας στην Αθήνα από κοινού με τον Χατζιδάκι, με το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, φάνηκε περισσότερο από ποτέ το αδιέξοδο στο οποίο την είχε οδηγήσει η δημοτικότητά της. Η σκηνοθεσία ήταν του Αλέξη Σολομού, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Νίκου Εγγονόπουλου, στον ρόλο του Καίσαρα ο σπουδαίος Τζαβάλας Καρούσος, κι ένας θίασος σαράντα έξι ηθοποιών επί σκηνής. Ενώ για πρώτη φορά αποδείκνυε το σημαντικό ταλέντο της και την ακαδημαϊκή της παιδεία, ο κόσμος αδυνατούσε να κατανοήσει τη σημασία του εγχειρήματος. Ούτε τα πλούσια κοστούμια ούτε το τολμηρότατο μπούστο, που έγινε εξώφυλλο στον «Ταχυδρόμο», ούτε η κοσμική πρεμιέρα, ούτε η εξαιρετική μουσική του Χατζιδάκι έσωσαν την παράσταση. Ήταν μια ιδιαίτερα πρωτοποριακή δουλειά για την Αθήνα του 1962. Στο τέλος κάθε παράστασης πήγαιναν να της ζητήσουν αυτόγραφο και ρωτούσαν την ίδια, η οποία φορούσε μαύρη περούκα, πού βρισκόταν το καμαρίνι της κυρίας Βουγιουκλάκη. Το έργο έπρεπε επειγόντως να κατέβει. Σε λιγότερο από έναν μήνα επιστρατεύτηκε ο Αλέκος Σακελλάριος, με τον οποίο ήταν ψυχραμένοι, ώστε να βρει μια λύση. Και ποια καλύτερη λύση από την «ποδιά»! Πήρε ο μάγος των επιτυχιών μια ουγγαρέζικη κωμωδιούλα, τη διασκεύασε στα μέτρα της Αλίκης, ονομάζοντάς την «Χτυποκάρδια στα θρανία», και το Ρεξ επιτέλους γέμισε χαρωπές φωνούλες, επάνω αλλά και κάτω από τη σκηνή.

 

Η Αλίκη δίνει ένα φιλί στον Μάνο στα καμαρίνια του «Καίσαρ και Κλεοπάτρα»
Η Αλίκη δίνει ένα φιλί στον Μάνο στα καμαρίνια του «Καίσαρ και Κλεοπάτρα»


Στον κινηματογράφο η εισπρακτική αποτυχία του «Ταξιδιού» οδήγησε επίσης σε μια επανασύνδεση. Απελπισμένη καθώς ήταν και νιώθοντας επιτακτική την ανάγκη για μια επιτυχία, ζήτησε από τον Φίνο να μεσολαβήσει για να τα ξαναβρεί με τον Δαλιανίδη. Ο σκηνοθέτης των μιούζικαλ συμφώνησε, αλλά σενάριο δεν υπήρχε έτοιμο. Ο Πλωρίτης βρήκε μια ξένη ρομαντική κομεντί και ο Δαλιανίδης την διασκεύασε κάνοντας την αισθηματική κωμωδία «Η ψεύτρα», με πολύ χορό και μουσική του Μίμη Πλέσσα. Κλήθηκαν να συνδράμουν οι Αλεξανδράκης, Βουτσάς και Παπαγιαννόπουλος. Πλούσια κόρη, θέλοντας να ρίξει έναν γλύπτη, πιάνει δουλειά ως μοντέλο του. Οι πόζες της Αλίκης μπροστά στον γοητευτικό Αλεξανδράκη ήταν πέρα για πέρα τολμηρές και υπήρξε τουλάχιστον μία σκηνή στην οποία εμφανιζόταν για δευτερόλεπτα γυμνή, την οποία η λογοκρισία φυσικά έκοψε. Όταν η ταινία βγήκε στις αίθουσες, το Πάσχα του 1963, εκτίναξε τις εισπράξεις και πάλι στα ύψη.


Παράλληλα, η επιτυχία στο θέατρο έκανε τον Σακελλάριο να μεταφέρει τα «Χτυποκάρδια» και στην οθόνη. Μόνο που τώρα επανήλθε στον ρόλο του ζεν πρεμιέ ο Παπαμιχαήλ. Καθώς υπήρχαν σκηνές στην Κωνσταντινούπολη, η ταινία γυρίστηκε παράλληλα σε δύο βερσιόν, μία ελληνική και μία τουρκική, η δεύτερη με πρωταγωνιστή τον σούπερ σταρ της Γείτονος Ορχάν Γκιουσεράρ. Αυτός κάθε πρωί την περίμενε κάνοντάς της χειροφίλημα, σε αντίθεση με τον Δημήτρη, που την περίμενε με βρισίδι. Οι ταινίες της Αλίκης ήταν εξίσου δημοφιλείς στο τουρκικό κοινό, το οποίο ένιωσε ιδιαίτερα κολακευμένο που η Ελληνίδα σταρ μίλησε σε μια ταινία της τη γλώσσα του.


Όλα αυτά τα χρόνια, η παλιά της φίλη από το Εθνικό, η Τζένη Καρέζη, είχε μια εξίσου σημαντική και παράλληλη πορεία στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Τα εισιτήρια που έκοβαν οι ταινίες της δεν ήταν βέβαια όσα της Αλίκης αλλά θεωρούνταν περίπου το αντίπαλο δέος, η απόλυτη ανταγωνίστρια της «γατούλας» − εκείνη ήταν, υποτίθεται, πιο σοβαρή και δραματική. Ο Τύπος, πάντως, καλλιεργούσε μια αντιπαλότητα που εν μέρει ήταν ψευδής, ενίοτε όμως αληθής, τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια της νιότης και του σκληρού ντέρμπι μεταξύ τους. Έτσι, όταν τον Μάιο του 1962 η Καρέζη παντρεύτηκε τον Χατζηφωτίου δεν την κάλεσε στον σούπερ κοσμικό γάμο της, λέγοντας ότι αν ερχόταν η Αλίκη, ήταν ικανή να τα διαλύσει όλα. Στην πραγματικότητα, οι θαυμαστές ήταν εκείνοι που θα τα διέλυαν όλα. Πού να χωρούσε και τις δύο το προαύλιο μιας εκκλησίας;

 

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τη Τζένη Καρέζη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τη Τζένη Καρέζη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση

 

Όλοι στα πόδια της

Όταν την ρώτησε η δημοσιογράφος Νατάσσα Μπακογιαννοπούλου αν θα ήθελε να πάει στο Χόλιγουντ, εκείνη απάντησε «Στο Χόλιγουντ; Χα! Δεν πάω, που να με παρακαλάνε. Δεν μ' ενδιαφέρουν ούτε τα λεφτά ούτε η δόξα, όπως νομίζουν. Προτιμώ την Ελλαδίτσα, την αγαπώ την Ελλαδίτσα», ενώ στην ερώτηση «Με ποιους σημερινούς διάσημους σκηνοθέτες θα ήθελες να συνεργαστείς;», είπε «Με τον Φελίνι και τον Αντονιόνι. Θέλω έναν μεγάλο σκηνοθέτη για να με βοηθήσει να βγάλω αυτό που έχω μέσα μου. Μεγάλο σαν τον Ρενέ Κλεμάν, ας πούμε. Όχι! Σβήσε τον Κλεμάν. Σαν τον Ρενέ Κλερ, τον Χίτσκοκ, τον Ουάιλερ. Γράψε ότι μου άρεσαν το "Χιροσίμα, αγάπη μου", η "Καμπίρια" και η "Νύχτα"». Τάδε έφη Αλίκη, τον καιρό που γύριζε το «Ταξίδι». Ήξερε, λοιπόν, πολύ καλά τις αξίες στο διεθνές χρηματιστήριο της τέχνης του κινηματογράφου, όπως ήξερε επίσης καλά ότι μόνο η Ελλάδα θα της έδινε τα πρωτεία και ότι το Χόλυγουντ δεν είναι τίποτε άλλο από ένας σκληρός και άνισος αγώνας επιβίωσης. Είχε κανέναν λόγο να πετάξει το θεόσταλτο δώρο που της είχε δοθεί και λεγόταν Ελλάδα; Πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να έχει τόσο καθολική αποδοχή και πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να περνάει τόσο όμορφα, όπως στην ανέμελη και ηλιόλουστη πατρίδα της. Όσον αφορά τους μεγάλους σκηνοθέτες και τις ποιοτικές απόπειρες, οι δύο αποτυχίες του «Ταξιδιού» και της «Κλεοπάτρας» τής είχαν δώσει ένα καλό μάθημα. Σ' αυτό τον τόπο δεν της επιτρεπόταν να είναι τίποτε άλλο από ένα ναζιάρικο και χαριτωμένο κορίτσι!


Η υπέροχη «Σωφερίνα» ήταν η δεύτερη, μαζί με τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο», που η Αλίκη γύρισε εκτός Φίνος Φιλμ. Είχε γυρίσει την πλάτη της στον Φίνο σαν ένα κακομαθημένο κοριτσόπουλο που εκδικούνταν τον πατέρα της. Η ίδια δικαιολογούσε την αποχώρησή της με διάφορους τρόπους, αλλά οι λόγοι ήταν περισσότερο οικονομικής φύσεως και αφορούσαν κυρίως ισορροπίες εξουσίας. Έκανε την επανάστασή της αποφασίζοντας να συνεργαστεί με τον Κλέαρχο Κονιτσιώτη για τη μία, και με την εταιρεία Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης για την άλλη.


Η «Σωφερίνα» του Αλέκου Σακελάριου είναι μια κωμωδία με φόντο τα ήθη της νέας αστικής τάξης της πρωτεύουσας, με μια «αθώα» και γλυκύτατη Αλίκη, η οποία περιβάλλεται από εξαιρετικούς ηθοποιούς: τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τη Μάρω Κοντού, τον Γιώργο Πάντζα, τον Γιώργο Κωνσταντίνου, την Καίτη Λαμπροπούλου, τον Άλκη Γιαννακά και τον Κώστα Χατζηχρήστο. Η σκηνή στο δικαστήριο με τον Διονύση Παπαγιαννόπουλο στον ρόλο του προέδρου και τον Βασίλη Αυλωνίτη στον ρόλο του αλλήθωρου ταβερνιάρη Γύλου είναι τόσο αστεία, που βλέπεται και ξαναβλέπεται, παραμένοντας αναλλοίωτη στον χρόνο. Όπως και η σκηνή στο κελί με το «Τρίο Ατενέ» και τον Γιώργο Ζαμπέτα, όπου η Αλίκη τραγουδάει το «Τιμόνι» του Γεράσιμου Λαβράνου, ενώ η σκηνή που χορεύει χάλι-γκάλι αποτελεί σημείο αναφοράς για όλα τα αφιερώματα που γράφονται για τα ελληνικά '60s.

 

 

Το τιμόνι - Η Σωφερίνα


Η ασπρόμαυρη «Σωφερίνα» βγήκε στις αίθουσες στις 26 Οκτωβρίου 1964, ακριβώς την ίδια μέρα με το έγχρωμο σινεμασκόπ «Το δόλωμα», σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου, και η μία συναγωνιζόταν την άλλη για την πρωτιά των εισιτηρίων. Δηλαδή Βουγιουκλάκη εναντίον Βουγιουκλάκη. Στη δεύτερη (τελευταία συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ), που είναι γυρισμένη στην καλοκαιρινή Ρόδο και όπου υποδύεται μια ντιζέζ που κάνει κονσομασιόν σε κακόφημα μπαρ, εκτελεί την περίφημη χορογραφία με τη δοκό, κοπιαρισμένη από τη Μονρόε και το «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθές». Για πρώτη φορά άφηνε ποδιές και νιαουρίσματα κι έμοιαζε να ενηλικιώνεται. Στη «Σωφερίνα» είναι μια ντάμα και στο «Δόλωμα» ένα pin up girl. Αν και, μ' έναν μοναδικό τρόπο που μόνο η Αλίκη θα μπορούσε να κατορθώσει, και στις δύο περιπτώσεις συνδύαζε αφέλεια και πονηριά.

 

Σκηνή από την ταινία «Το Δόλωμα»
Σκηνή από την ταινία «Το Δόλωμα»


Μόλις δύο εβδομάδες πριν από την προβολή των δύο ταινιών είχε κάνει πρεμιέρα με την «Κολόμπ» του Ζαν Ανούιγ. Συμπρωταγωνιστής της ήταν, για πρώτη φορά στο θέατρο, ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Επρόκειτο για ένα ρομάντζο εποχής, το οποίο απαιτούσε ιδιαίτερα τρυφερές στιγμές μεταξύ των δύο κεντρικών χαρακτήρων. Όσο κρατούσαν οι πρόβες και καθώς πλησίαζε η ώρα της γενικής δοκιμής, ο πρωταγωνιστής γινόταν όλο και πιο θερμός στα φιλιά του με την πρωταγωνίστρια κι εκείνη το εισέπραττε ανάλογα. Εκείνη που δεν το εισέπραττε καθόλου καλά, βλέποντάς το να συμβαίνει μπροστά στα μάτια της, ανήμπορη ν' αντιδράσει, ήταν η Δέσπω Διαμαντίδου, που συμμετείχε στην παράσταση και διατηρούσε δεσμό με τον νεότερό της ηθοποιό. Μάλλον είχε συνειδητοποιήσει ότι είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση της σχέσης τους.

 

Αυτό που δεν πήραν χαμπάρι και πολλά χρόνια αργότερα θα το εξομολογιόταν η ίδια η Αλίκη ήταν ότι εκείνη την πρώτη νύχτα του γάμου τους έφαγε και το πρώτο της ξύλο. Λίγη ώρα αργότερα, πάντως, ο πολλά βαρύς Παπαμιχαήλ έριξε ένα αντρίκιο ζεϊμπέκικο, για να δείξει πόσο πολύ τιμούσε τα παντελόνια του.


Τον ίδιο ακριβώς καιρό είχαν αρχίσει τα γυρίσματα της «Μοντέρνας Σταχτοπούτας» του Σακελλάριου, όπου επίσης συμπρωταγωνιστούσαν οι δύο τους. Ήταν ακριβώς εκείνη την περίοδο, στα γυρίσματα αυτής της ταινίας, όπου, απ' ό, τι έλεγε, άναψε η φλόγα. Μια μεγάλη αντιπάθεια σταδιακά και σταθερά αντικαταστάθηκε από έναν μεγάλο έρωτα. Ένα βράδυ η Αλίκη παρέθεσε δεξίωση στο περίφημο διαμέρισμα της οδού Στησιχόρου 3 που είχε αγοράσει χάρη στην τουρνέ του '62 προς μεγάλη απογοήτευση των σνομπ περίοικων, όπου όμως δεν έμενε. Εξακολουθούσε να μένει στον Άγιο Παύλο με τη μητέρα της, κι εκείνο το χρησιμοποιούσε αραιά και πού, για περιστάσεις όπως εκείνη η δεξίωση, στην οποία ήταν καλεσμένος και ο Παπαμιχαήλ. Χρόνια αργότερα, στην εκπομπή της Σεμίνας Διγενή «Made in Greece», άφησε να εννοηθεί ότι όλα άρχισαν εκείνη τη νύχτα.


Ακολούθησε μια πρόταση γάμου επί σκηνής, όταν ο Παπαμιχαήλ της πέρασε ένα δαχτυλίδι σε κάποιο σημείο που η δράση μεταφερόταν σε άλλους χαρακτήρες και οι δυο τους έμεναν βουβοί. Πριν καλά-καλά το συνειδητοποιήσει, η φίλη δημοσιογράφος του Παπαμιχαήλ Μαρία Καραβία ανακοίνωνε με άρθρο της στο πρωτοσέλιδο της «Μεσημβρινής» της 10ης Νοεμβρίου 1964 ότι «Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ: Παντρεύονται τας εορτάς». Κι όπως έλεγε η ίδια η Αλίκη, «όταν το είδα, μου καλάρεσε». Το πρωτοσέλιδο δεν αιφνιδίασε μόνο τη σταρ αλλά και ολόκληρο το κινηματογραφικό σινάφι. Πολλοί δυσαρεστήθηκαν και πρώτη και καλύτερη η μητέρα της Έμμυ. Αρκετοί πλούσιοι και ισχυροί ήθελαν αν την κάνουν γυναίκα τους όλα αυτά τα χρόνια. Αλλά και το μεγάλο λαϊκό κοινό, που κατά βάθος ήλπιζε ότι θα έπαιρνε το πριγκιπόπουλο του παραμυθιού και της Ελλάδας. Όμως εκείνο παντρεύτηκε μια γαλαζοαίματη πριγκίπισσα από τη μακρινή και κρύα Δανία.

 

Ο γάμος τους στους Δελφούς
Ο γάμος τους στους Δελφούς


Ο γάμος αποφασίστηκε να γίνει στους Δελφούς, για ν' αποφευχθεί η κοσμοσυρροή. Η οποία, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν απεφεύχθη. Έτσι, μετά από τέσσερις κινηματογραφικούς γάμους, αυτήν τη φορά ένας αληθινός έλαβε χώρα, την ηλιόλουστη Δευτέρα της 18ης Ιανουαρίου 1965, στον Άγιο Νικόλαο των Δελφών. Η εθνική σταρ κατέφτασε στον ναό φορώντας νυφικό του οίκου Σιστοβάρη-Dessès, συνοδευόμενη από τ' αδέλφια και τη μητέρα της. Πλήθος χωρικών έσπευσε από τα γύρω χωριά χρησιμοποιώντας κάθε πιθανό και απίθανο μέσο, από τρακτέρ μέχρι γαϊδούρια, για να δει από κοντά το μυθικό ανδρόγυνο, όπως και δεκάδες φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφοι που γέμισαν ασφυκτικά τον ναΐσκο, προξενώντας τη δυσφορία του γαμπρού. Ο Αλέκος Σακελλάριος είχε το γενικό πρόσταγμα, αλλά κουμπάροι ήταν οι παραγωγοί Μιχαηλίδης και Δαμασκηνός και ο θεατρικός επιχειρηματίας Μακρίδης. Τη στιγμή που το ζεύγος δρασκέλισε, νυμφευμένο πια, το κεφαλόσκαλο της εκκλησίας, λευκά περιστέρια απελευθερώθηκαν στον ουρανό, κάνοντας τη νύφη να σκεφτεί «ποια ταινία γυρίζουμε;».


Στο γλέντι που ακολούθησε στο ξενοδοχείο «Βούζα», παρουσία αρκετών κοσμικών φίλων τους και συναδέλφων του θεάτρου που ταξίδεψαν από την Αθήνα, οι νεόνυμφοι άργησαν να εμφανιστούν. Κρατώντας την παράδοση των πλατό, ξεκίνησαν τον έγγαμο βίο με έγγαμη βία, με έναν μεγαλοπρεπή καβγά, τον οποίο όλοι πήραν χαμπάρι. Αυτό που δεν πήραν χαμπάρι και πολλά χρόνια αργότερα θα το εξομολογιόταν η ίδια η Αλίκη ήταν ότι εκείνη την πρώτη νύχτα έφαγε και το πρώτο της ξύλο. Λίγη ώρα αργότερα, πάντως, ο πολλά βαρύς Παπαμιχαήλ έριξε ένα αντρίκιο ζεϊμπέκικο, για να δείξει πόσο πολύ τιμούσε τα παντελόνια του.


Πίσω στην Αθήνα, εγκαταστάθηκαν αμέσως στο διαμέρισμα των δέκα δωματίων της οδού Στησιχόρου, στο οποίο αρχικά ο σύζυγος δεν ήθελε να μείνει, γιατί το έβρισκε μεγάλο. Αρχές Μαρτίου βγήκε και η υπέροχη «Μοντέρνα σταχτοπούτα» και σχεδόν μισό εκατομμύριο Αθηναίοι έσπευσαν να τη δουν σε πρώτη προβολή. Οι αγαπημένοι σταρ, ζευγάρι και στη ζωή πια, ερωτεύονταν με φόντο την Αιώνια Πόλη, και η ασπρόμαυρη, αλλά λαμπερή Σταχτοπούτα έχανε και τα δυο της γοβάκια στη Φοντάνα ντι Τρέβι. Η Αλίκη, ως άνεργη και σεμνή δακτυλογράφος, πάντα με τα έντονα υπογραμμισμένα με eyeliner μάτια (δημιούργημα του προσωπικού της μακιγιέρ Σταύρου Κελεσίδη, που ήθελε να αναδείξει τις «κουμπότρυπες», δηλαδή τα μάτια της, όπως και η ίδια τα χαρακτήριζε), τραγουδάει στη φτωχική της αυλή, στο πλευρό του λαϊκού βάρδου Γρηγόρη Μπιθικώτση το «Υπομονή» του Ξαρχάκου. Σχεδόν σε όλα τα πλάνα της ρίχνει κλεφτές ματιές προς την κάμερα και μετά βίας κρατιέται να μην κλείσει το μάτι στο κοινό. Τα επόμενα χρόνια αυτή της η συνήθεια θα επιδεινωνόταν.

 

Μοντέρνα Σταχτοπούτα
Μοντέρνα Σταχτοπούτα


Μέσα της δεκαετίας του '60 είχε εξασφαλίσει το μεγαλύτερο κασέ που είχε ποτέ Ελληνίδα ή Έλληνας ηθοποιός, εντός ελληνικών συνόρων τουλάχιστον: ένα εκατομμύριο δραχμές την ταινία, χώρια τα ποσοστά, έχοντας πάντα εξασφαλισμένη τη σταθερή προσέλευση του μεγάλου κοινού, που εκδήλωνε ανυπέρβλητη αφοσίωση σ' αυτήν.


Η χειμερινή περίοδος 1966-1967 ξεκίνησε με το έργο του Πολ Όσμπορν «Ο κόσμος της Σούζι Βογκ», όπου συνέβη το ίδιο όπως και τρία χρόνια πριν, και πάλι στη σκηνή του Κοτοπούλη-Ρεξ. Φόρεσε μελαχρινή περούκα, υποδυόμενη την Ασιάτισσα, και δεν άρεσε. Κατέβηκε και πάλι σε λιγότερο από δύο μήνες, για ν' ανέβει η κωμωδία του Αλέκου Σακελλάριου «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια», με μουσική του Γιώργου Ζαμπέτα. Ήταν τέτοια η επιτυχία της, που τελικά μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Κι εκεί έσπασε ταμεία για μια ακόμη φορά. Από τότε οι Έλληνες είχαμε πανηγυριώτικη σχέση με τον σοσιαλισμό...


Την ίδια χρονιά, η εταιρεία παραγωγής Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης έκανε τη δική της απόπειρα να διεθνοποιήσει την Αλίκη. Καθώς τα δύο διεθνή μας box office hits που είχαν προηγηθεί, δηλαδή το «Ποτέ την Κυριακή» και ο «Ζορμπάς», είχαν πολύ μπουζούκι και συρτάκι, πίστεψαν ότι ακόμη μια ελληνική ταινία με μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου θα είχε ανάλογη επιτυχία. Οι «Διπλοπενιές» του Γιώργου Σκαλενάκη προβλήθηκαν, εκτός συναγωνισμού, στο Φεστιβάλ των Καννών τον Μάιο του 1966. Ακολούθησε ένα ελληνικό γλέντι στο «Akou Akou Club», αλλά ο Παπαμιχαήλ πιάστηκε στα χέρια με τον παραγωγό του, επειδή τον κατέβασε από την πίστα για να χορέψει η προστατευόμενή του Ρίκα Διαλυνά, και το πάρτι κατέληξε σε φιάσκο. «Ήταν η μόνη φορά που είχε δίκιο» είπε η Αλίκη για τη χειροδικία του συζύγου της, υπονοώντας ότι εκείνη τραβούσε αδικαιολόγητα τα χειρότερα.


Η δικτατορία των συνταγματαρχών, που εγκαθιδρύθηκε με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, έφερε τη λογοκρισία και την οπισθοδρόμηση σε κάθε μορφή τέχνης. Αν κάτι θα χαρακτήριζε τον εμπορικό κινηματογράφο στο εξής, ήταν μια απύθμενη ελαφρότητα και κακογουστιά. Ταινίες όπως το «Πιο λαμπρό αστέρι», τεράστια επιτυχία με τρομερές εισπράξεις, το «Κορίτσι του λούνα παρκ» και το η «Αγάπη μας», όλες σε σκηνοθεσία του Κώστα Καραγιάννη, είναι αλλοπρόσαλλες και πολύχρωμες αντιγραφές ξένων ταινιών, σεναρίων, ρούχων και στυλ. Η αποθέωση ενός βαλκανικού κιτς άνευ προηγουμένου. Και το Αλικάκι με το ματοτσίνορο κάγκελο, τόσο στην οθόνη όσο και στα αμέτρητα εξώφυλλα λαϊκών περιοδικών. Μόνο ο «Θησαυρός» θρυλείται ότι είχε κάνει περί τα διακόσια εξώφυλλα μαζί της. Παράλληλα, την ίδια εποχή, η εταιρεία παιχνιδιών El Greco έριξε στην αγορά και μια κούκλα «Αλίκη»!

 
Στο σπίτι όμως η κατάσταση δεν ήταν και τόσο ρόδινη. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ ακολουθούσε το μοντέλο του παραδοσιακού άντρα που θέλει τη γυναίκα στη θέση της νοικοκυράς. Πώς ήταν δυνατό η Βουγιουκλάκη να είναι νοικοκυρά; Ήταν σίγουρα δυνατό στις φωτογραφίες που έβγαζαν στο παλατάκι τους για τα μάτια του κόσμου, πότε με φόντο το σαλόνι και πότε με την κουζίνα πάνω από κατσαρόλες. Κι όταν τα φώτα των φωτογράφων έσβηναν, ακολουθούσαν ομηρικοί καβγάδες που συχνά κατέληγαν σε ξυλοδαρμούς. «Δεν μπόρεσε ποτέ του να ξεχάσει πως είναι Πειραιώτης, όχι με την ουσιαστική αλλά με τη γραφική έννοια» θα έλεγε μετά από χρόνια στη φίλη της Μαλβίνα Κάραλη. Το μόνιμο ζήτημα ήταν ποιος ήταν ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, τόσο στη ζωή όσο και στο πανί.


Εκείνον τον ενοχλούσε αφάνταστα που δεν ήταν πρώτος στους τίτλους των ταινιών αλλά δεύτερος, ακολουθώντας την εθνική σταρ, κάτι που τα επόμενα χρόνια θα γιγαντωνόταν, ενώ αρκετές φορές το αστυνομικό τμήμα της περιοχής ειδοποιήθηκε να τη σώσει από το μένος του.


Όλοι ήλπιζαν ότι αυτή την κατάσταση θα την άλλαζε ένα παιδί − η γνωστή ελληνική λανθασμένη αντίληψη για το πώς να κρατηθεί ένας αποτυχημένος γάμος. Αλλά παιδί δεν ερχόταν, κι έφτασε μέχρι την Τήνο για να κάνει τάμα. Είχε τρεις αποβολές και η μία τουλάχιστον από αυτές οφειλόταν σε ξυλοδαρμό. Το κουτσομπολιό έπαιρνε κι έδινε, μέχρι που έγινε επιθεωρησιακό νούμερο από τους φίλους της Σακελλάριο και Τζαβέλλα με τις ευλογίες του κουμπάρου της παραγωγού Μακρίδη στο «Και μη χειρότερα». Το καλοκαίρι του 1968, στο θέατρο Μετροπόλιταν, ο Σταύρος Παράβας έβγαινε ντυμένος Αλίκη, με λαμέ μίνι και ξανθιά περούκα. Το αποτέλεσμα ήταν να μηνύσει η Αλίκη τους υβριστές της και η δίκη που ακολούθησε να πάρει εθνικές διαστάσεις. Οι ιθύνοντες αρχικά καταδικάστηκαν, για ν' αθωωθούν στο Εφετείο. Ωστόσο, η σχέση του ζεύγους με τον αγαπημένο τους κυρ-Αλέκο είχε τραυματιστεί ανεπανόρθωτα.

 

Παπαμιχαήλ και Βουγιουκλάκη στην ταινία «Η αρχόντισσα και ο αλήτης»
Παπαμιχαήλ και Βουγιουκλάκη στην ταινία «Η αρχόντισσα και ο αλήτης»


Ακολούθησε η πανηγυρική της επιστροφή στη Φίνος Φιλμ με την ταινία «Η αρχόντισσα κι ο αλήτης» του Ντίνου Δημόπουλου, όπου η Αλίκη μεταμορφώνεται για δεύτερη φορά σε αγόρι, τον αξιαγάπητο Πίπη, που έχει αποδράσει από το σπίτι του για ν' αποφύγει έναν πλούσιο γάμο. Όταν βγήκε στις αίθουσες στις 30 Δεκεμβρίου του 1968 έκοψε 750.000 εισιτήρια. Την επόμενη βραδιά, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1969, η Αλίκη και ο Δημήτρης έκαναν την πρώτη τους ιστορική τηλεοπτική εμφάνιση στο ΕΙΡΤ και στην εκπομπή του Άλκη Στέα «Η ζωή είναι παιχνίδι». Η επιλογή έγινε ώστε ν' αποφευχθεί να δώσει ευχές εκπρόσωπος της χούντας. Λίγους μήνες πριν, κι ενώ βρίσκονταν στη Μακρυνίτσα για τα γυρίσματα της υπερπαραγωγής «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», έμαθε ότι ήταν έγκυος. Για να μη χάσει το παιδί, η ταινία αναβλήθηκε μέχρι να γεννήσει. Η εγκυμονούσα και καθηλωμένη στο σπίτι Αλίκη υποδεχόταν τον δημοφιλή παρουσιαστή για να ευχηθεί στον κόσμο «Ευτυχισμένο το νέο έτος», ενώ ξαφνικά και «απροειδοποίητα» έμπαινε στο σπίτι και ο Δημήτρης, ο οποίος μόλις επέστρεφε από το θέατρο Αλάμπρα, όπου ανέβαζε την «Ποντικοπαγίδα». Εκείνη, πάντως, ακόμη και ακίνητη, ήξερε πολύ καλά πώς να κινεί τα νήματα της διαφήμισης.


Στις 4 Ιουνίου 1969, στα σαράντα της γέννησης του γιου της φίλης της Τζένης Καρέζη, ήρθε στον κόσμο με καισαρική τομή ο Γιάννης Παπαμιχαήλ. Ο διάδρομος έξω από τον θάλαμο 225 του Μαιευτηρίου Αθηνών ήταν τόσο γεμάτο από γλάστρες και ανθοδέσμες, που έμοιαζε με ανθοπωλείο. Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες, το μεγάλο της κοινό, με κάθε τρόπο εκδήλωναν την αγάπη τους στην εθνική τους Αλίκη, που είχε πια εκπληρώσει το μεγάλο όνειρο της μητρότητας.

 

 

Η Αλίκη στο μαιευτήριο με τον Φρέντυ Γερμανό


Μητέρα και βασίλισσα του κιτς

Με τον Φρέντυ Γερμανό είχαν γνωριστεί το1952 στο Μαρούσι στο πάρτι μιας κοινής τους φίλης. Αργότερα, όταν έγινε διάσημη, ο νεαρός δημοσιογράφος δεν έχανε ευκαιρία να μιλάει μαζί της επί ίσοις όροις − σαν δυο καλοί φίλοι από το παρελθόν. Έτσι, ήταν ο πρώτος που έσπευσε στο μαιευτήριο με την κάμερα της εκπομπής «Αλάτι και πιπέρι» της νεότευκτης τότε τηλεόρασης για να αποσπάσει μια συνέντευξη της μητέρας πια Αλίκης. «Αισθάνομαι ότι έχω κάνει ένα μεγάλο κατόρθωμα, αισθάνομαι σπουδαία. Καμία δόξα, κανένα χειροκρότημα δεν μπορεί να δώσει σε μια γυναίκα ό,τι δίνει η μητρότητα. Κι όταν την ευτυχία την κερδίζεις με δυσκολία, έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία» ομολόγησε στον Φρέντυ. «Πώς είναι ο Δημήτρης σαν σύζυγος;» την ρώτησε εκείνος, ενώ πάνω από το κρεβάτι της διακρινόταν μια φωτογραφία με την Αλίκη να κρατάει τον φασκιωμένο Γιαννάκη και τον Δημήτρη να κοιτάζει περιχαρής το βρέφος . «Ως σύζυγος δεν έχει ελαττώματα, ως άνθρωπος έχει, κι εγώ έχω περισσότερα. Από δω και πέρα όλα θ' αλλάξουν προς το καλύτερο». Η ζωή σύντομα θα την διέψευδε, αλλά τουλάχιστον ήταν ειλικρινής. Κανένας από τους δύο δεν ήταν χωρίς ελαττώματα, κι όπως σε όλους τους χωρισμούς, κανένας δεν θα ήταν περισσότερο ή λιγότερο υπεύθυνος για ό,τι επρόκειτο ν' ακολουθήσει.


Εν τω μεταξύ, δεν υπήρχε λαϊκό έντυπο που να μην κυκλοφορούσε με εξώφυλλο της «εθνικής Α.Β.» με το «εθνικό» βρέφος. Έτσι κι αλλιώς, το ζεύγος Παπαμιχαήλ ήταν πια σε εβδομαδιαία βάση σε κάθε λογής έντυπα και τα πορτρέτα τους δέσποζαν σε όλα τα τουριστικά λεωφορεία, στα ξενυχτάδικα, στα σουβλατζίδικα, όπως και σε κάθε νοικοκυριό της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κώστας Γαβράς έβαλε φωτογραφία της Αλίκης στο «Ζ» ως σημειολογική αναφορά που πιστοποιούσε ότι το πολιτικό θρίλερ (τεράστια διεθνή επιτυχία) αφορούσε την Ελλάδα, όπου, λόγω της δικτατορίας, δεν ήταν δυνατόν να γυριστεί .

 

Την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοί της έτρεχαν να φωτογραφηθούν σε κάθε περίσταση με τους συνταγματάρχες, εκείνη το απέφευγε. Όπως όταν η Δέσποινα, η σύζυγος του Γεωργίου Παπαδόπουλου, παρευρέθηκε στα εγκαίνια των νέων στούντιο της Φίνος Φιλμ, ενώ όλοι πόζαραν δίπλα της, η Αλίκη προφασίστηκε αδιαθεσία.


Ποια ήταν η σχέση της Αλίκης με το χουντικό καθεστώς; Την ώρα που οι περισσότεροι συνάδελφοί της έτρεχαν να φωτογραφηθούν σε κάθε περίσταση με τους συνταγματάρχες, εκείνη το απέφευγε. Όπως όταν η Δέσποινα, η σύζυγος του Γεωργίου Παπαδόπουλου, παρευρέθηκε στα εγκαίνια των νέων στούντιο της Φίνος Φιλμ, ενώ όλοι πόζαραν δίπλα της, η Αλίκη προφασίστηκε αδιαθεσία. Υπάρχει, βέβαια, μια φωτογραφία στην οποία τσουγκρίζει στου Κρικέλλα στη Θεσσαλονίκη με τον Ιωαννίδη, αλλά αυτό ήταν κάτι που μάλλον δεν μπόρεσε να αποφύγει, καθώς βρέθηκαν σε διπλανά τραπέζια. Κάποια άλλη στιγμή, ενώ έκανε γυρίσματα στην Κρήτη, ο Παττακός έκανε τη δική του περιοδεία εκεί και επιδίωξε να την γνωρίσει, ώστε να πάρει λίγη από τη λάμψη της. Γενικώς, εκείνοι είχαν περισσότερη ανάγκη την εύνοιά της παρά η Αλίκη τη δική τους.

 

Η Νεράιδα και το Παλικάρι
Η Νεράιδα και το Παλικάρι


Αμέσως μετά τη γέννα επέστρεψαν με τον Δημήτρη στο πλατό της «Δασκάλας με τα ξανθά μαλλιά», το οποίο είχαν αφήσει στη μέση, και με το που ολοκλήρωσαν τα γυρίσματα, το ίδιο συνεργείο, με τους συνεργάτες της Φίνος Φιλμ, στην οποία πια το ζεύγος είχε επιστρέψει, έφυγε για την Κρήτη για τη νέα ταινία τους «Η νεράιδα και το παλικάρι». Στην ανακοίνωση του ερχομού της Βουγιουκλάκη στο νησί έγινε πανδαιμόνιο. Δεν υπήρξε γύρισμα στο οποίο να μη συνωστίστηκαν μιλιούνια για να την δουν από κοντά. Επρόκειτο για μία ακόμη κωμωδία, με πολύ κρητικό φολκόρ και ακόμη περισσότερες μίνι φούστες. Η Αλίκη, κόρη μεγάλης φαμίλιας που την αποκαλούν όλοι νεράιδα λόγω της ομορφιάς και της μακριάς ξανθιάς κόμης της, είναι μια καπάτσα κοπέλα που μετράει όσο δέκα κοπέλια στις απαιτήσεις του αγρού και του καπηλειού. Βγαίνει στ' ανοιχτά με το καΐκι για ψάρεμα, φορώντας μίνι Emilio Pucci, λιλά κορδέλα στο κεφάλι και μαύρες μπότες, με άλλο μίνι και κόκκινο καπέλο πάει στο αμπέλι, με μαύρο μοντελάκι και τεράστια ματοτσίνορα πουλάει ψάρια στην ψαραγορά. Επίσης, για μια ακόμη φορά μεταμφιέζεται σε αγόρι, με βράκα κρητικιά και μουστακάκι. Ο Δημήτρης, γιος της αντίπαλης φαμίλιας, έχει βάλει μεν αρκετά κιλά, αλλά παραμένει αρκούντως γοητευτικός, ώστε να τον ερωτευτεί κι έτσι να διαλυθεί η προαιώνια βεντέτα των Φορτουνάκηδων και τον Βροντάκηδων. Όταν βγήκε στους κινηματογράφους, τον Δεκέμβριο του '69, συναγωνίστηκε σε εισιτήρια τη «Δασκάλα», που μόλις έναν μήνα πριν είχε κάνει ήδη τεράστιες εισπράξεις. Η Αλίκη πια είχε όλη την Ελλάδα –κυριολεκτικά– στα πόδια της.


Εκείνο τον χειμώνα, ο αδελφός της Τάκης, ο οποίος είχε σπουδάσει σκηνοθεσία στη Ρώμη, έκανε μαζί της το ντεμπούτο του με το «Ένα αστείο κορίτσι», όπου ο Νίκος Γαλανός, στον ρόλο ενός νεαρού εφοπλιστή, ερωτεύεται την Αλίκη, μια κλόουν που δουλεύει σε τσίρκο. Στις αίθουσες βγήκε παραμονές της εθνικής γιορτής της 28ης Οκτωβρίου, το 1970, κόβοντας περισσότερα από μισό εκατομμύριο εισιτήρια. Αλλά ήταν η αμέσως επόμενη ταινία που έσπασε όλα τα ρεκόρ. Μια υπερπαραγωγή σε σενάριο και σκηνοθεσία του μάστορα της δράσης και του σασπένς Νίκου Φώσκολου, το αντιστασιακό-αισθηματικό δράμα «Υπολοχαγός Νατάσσα», που βγήκε στις 21 Δεκεμβρίου 1971 και ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Η ταινία ξεκινά από το στρατόπεδο εξόντωσης Νταχάου, έξω από το Μόναχο. Εκεί η ηρωίδα βίωσε τον τελευταίο χρόνο της ναζιστικής θηριωδίας και μετά έζησε στη Γερμανία, όπου για είκοσι χρόνια, έχοντας απολέσει τη μνήμη της, δεν ήξερε ποια ήταν. Μόλις την ανακτά, αν και χωρίς λαλιά, μας αφηγείται μέσω φλασμπάκ, και ενώ επιστρέφει με τρένο στην πατρίδα, την ιστορία της Νατάσας Αρσένη, τραγουδίστριας και πατριώτισσας που βγήκε στην Αντίσταση για χάρη του έρωτά της για την πατρίδα και τον αντιστασιακό Παπαμιχαήλ, την ώρα που τους καταδίωκε ο Ελληνογερμανός ζηλόφθων αξιωματικός των Ες Ες Κώστας Καρράς. Η Νατάσα-Αλίκη είχε, για μια ακόμη φορά, την ευκαιρία ν' αλλάξει ουκ ολίγα μοντελάκια υψηλής ραπτικής που ουδεμία σχέση είχαν με τη μόδα της εποχής του '40, να βάλει στρατιωτική στολή και να χύσει πάρα πολλά δάκρυα. Μαζί της δάκρυσαν περισσότεροι από 750.000 Έλληνες και Ελληνίδες που είδαν την ταινία, καθιστώντας τη «Νατάσα» την εμπορικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών, η οποία πουλήθηκε σε πάρα πολλές χώρες, με ανάλογη επιτυχία. Επιστρέφοντας από περιοδεία στην Αυστραλία, όταν το αεροπλάνο στάθμευσε για λίγες ώρες στη Σιγκαπούρη, την αναγνώρισαν κινεζάκια φωνάζοντάς την «Νατάσα». Είχε κατακτήσει, λοιπόν, και τον παιδικό πληθυσμό της Άπω Ανατολής.

 

Ένα Αστείο Κορίτσι
Ένα Αστείο Κορίτσι
Ξένη αφίσα της ταινίας «Υπολοχαγός Νατάσσα»
Ξένη αφίσα της ταινίας «Υπολοχαγός Νατάσσα»


Στις 4 Ιουνίου 1970, ακριβώς έναν χρόνο μετά τη γέννηση του γιου της, επισκέφτηκε την Τήνο για να εκπληρώσει το τάμα της, το οποίο ήταν να βαφτίσει τον Γιάννη στη Μεγαλόχαρη, ο οποίος έπαιρνε το όνομα του πατέρα της, αλλά και του πατέρα τού Παπαμιχαήλ, και, όπως αποδείχτηκε, και του πατέρα του νονού, Φιλοποίμενα Φίνου. Καθώς ήταν αδύνατον να το αποφύγουν, στα βαφτίσια παρευρέθηκε ολόκληρο το νησί. Πάνω-κάτω την ίδια εποχή το ζεύγος απέκτησε ένα ακόμη σπίτι στον Άγιο Ιωάννη Θεολόγο, τον τόπο που η Αλίκη θα αποκαλούσε «χωριό» και για το υπόλοιπο της ζωής της θ' αποτελούσε το ησυχαστήριό της αλλά και το καλοκαιρινό κέντρο συγκέντρωσης φίλων, καθώς και, όπως ήταν αναμενόμενο, αρκετών περίεργων και θαυμαστών.


Εκείνη τη χρονιά η Αλίκη και ο Δημήτρης έκλειναν επτά χρόνια συμβίωσης και είπαν να το μοιραστούν με όλο τον κόσμο. Έτσι, ανέθεσαν στους Πολύβιο Βασιλειάδη και Λάκη Μιχαηλίδη να τους γράψουν την κωμωδία «Επτά χρόνια γάμου», με την οποία εγκαινίασαν τη χειμερινή σεζόν, στις 10 Οκτωβρίου 1970. Τον ίδιο χειμώνα βγήκε το «Σ' αγαπώ», ταινία βασισμένη στο «Love story», που είχε κάνει διεθνή επιτυχία, με τη διαφορά ότι στην ελληνική βερσιόν δεν πεθαίνει η γυναίκα αλλά ο άντρας που ήταν ο Άγγελος Αντωνόπουλος. Οι εισπράξεις έδειξαν μεγάλη κάμψη. Ακόμη μεγαλύτερη κάμψη, όμως, έδειξε η «Κόρη του ήλιου», με συμπρωταγωνιστές της τον Γαλανό και τον Καρρά. Ο λαϊκός κινηματογράφος έπαιρνε την κατιούσα. Η πρωτοκαθεδρία της τηλεόρασης είχε αρχίσει.


Το 1971 ήταν η χρονιά που το ζεύγος απέκτησε τη θεατρική του στέγη, στην οδό Αμερικής 4, το γνωστό μέχρι και σήμερα Θέατρο Αλίκη. Στις συζητήσεις για τα συμβόλαια μεταβίβασης η ατμόσφαιρα ήταν κάτι περισσότερο από εκρηκτική. Απ' ό,τι λέγεται, ο Παπαμιχαήλ βγήκε επανειλημμένως εκτός εαυτού και τελικά η κυριότητα του θεάτρου κατέληξε σ' εκείνη. Οι φήμες για επικείμενο χωρισμό τους μετά από αυτό έπαιρναν κι έδιναν, ενώ ουσιαστικά βρίσκονταν πια σε διάσταση. Ήταν τόσο οριακή η σχέση τους, ώστε όταν ανακοινώθηκε η διανομή του εναρκτήριου έργου «Βασίλισσα Αμαλία» του Γεωργίου Ρούσσου, ο ρόλος του συνταγματάρχη Καλλέργη ανατέθηκε στον Κώστα Πρέκα. Προτού προχωρήσουν οι πρόβες, εμφανίστηκε ο Δημήτρης, αναλαμβάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο, και ο Πρέκας αποχώρησε.

 

Η Θεατρίνα, 1972
Η Θεατρίνα, 1972


Αρνούμενη να ενδώσει στην τηλεόραση, τόλμησε κάτι στον κινηματογράφο που εν μέσω δικτατορίας μόνο αυτή μπορούσε να το κάνει πραγματικότητα. Γυρίζει το «Η Αλίκη δικτάτωρ», όπου εμφανιζόταν ως Σαρλό-Χίτλερ και έθιγε την έλλειψη ελευθερίας του λόγου, αλλά και την απουσία κοινοβουλευτισμού. Το κοινό, για μια ακόμα φορά, δεν την ακολούθησε. Μετά βίας 282.291 θεατές πήγαν να δουν την Αλίκη να σατιρίζει την πολιτική κατάσταση τον Μάρτη του 1972, που βγήκε στις αίθουσες η ταινία. Αν κάτι σημάδεψε όμως εκείνη την περίοδο, ήταν το περίφημο σκάνδαλο με τον φροντιστή της Φίνος Φιλμ Παντελή Παλιεράκη. Ο τελευταίος ισχυριζόταν ότι σε μια στιγμή εκνευρισμού της η σταρ έσβησε στο πρόσωπό του αναμμένο τσιγάρο. Ο Παλιεράκης, ο οποίος εργαζόταν χρόνια στην εταιρεία, και μάλιστα ήταν ο σοφέρ της Λίζας στο «Ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο», έκανε αμέσως μήνυση στην Αλίκη, με αποτέλεσμα το θέμα να πάρει μεγάλες διαστάσεις στον Τύπο. Η Αλίκη καταδικάστηκε σε πέντε μήνες εφέσιμη ποινή, αλλά στο Εφετείο ο φροντιστής συμβιβάστηκε μόνο με την αμοιβή του δικηγόρου του, την οποία πλήρωσε ο Φίνος.


Η τελευταία κινηματογραφική της απόπειρα ήταν η «Μαρία της σιωπής», για την οποία ο Φίνος έφερε Ελληνοαμερικανό σκηνοθέτη. Σύντομα, όμως, απηύδησε και αποχώρησε, για να κληθεί να σώσει την κατάσταση ο Γιάννης Δαλιανίδης, ο οποίος ήταν ο μόνος που μπορούσε να την τιθασεύσει. Η ταινία έκανε πρεμιέρα την Πρωτοχρονιά του 1973, ήταν πρώτη σε εισπράξεις, αλλά τα νούμερα δεν είχαν καμία σχέση με εκείνα των καλών εποχών.

 

Δείτε μια επιλογή φωτογραφιών από περιοδικά και δίσκους της εποχής

Το εξώφυλλο του δίσκου της Αστέρως
Το εξώφυλλο του δίσκου της Αστέρως
Αστέρω
Αστέρω
Σκηνές από το Δόλωμα
Σκηνές από το Δόλωμα
Το εξώφυλλο του δίσκου από την ταινία "Το πιο λαμπρό αστέρι"
Το εξώφυλλο του δίσκου από την ταινία "Το πιο λαμπρό αστέρι"
 
Γλέντι στον Κόκοτα, 1968
Γλέντι στον Κόκοτα, 1968
Η Αλίκη με τον Σταμάτη Κόκοτα, 1968
Η Αλίκη με τον Σταμάτη Κόκοτα, 1968
Ο Σταμάτης Κόκοτας λούζει την Αλίκη με σαμπάνια, 1968
Ο Σταμάτης Κόκοτας λούζει την Αλίκη με σαμπάνια, 1968
Εξώφυλλο σε τούρκικο περιοδικό
Εξώφυλλο σε τούρκικο περιοδικό
Άρθρο για την Αλίκη σε τούρκικο περιοδικό
Άρθρο για την Αλίκη σε τούρκικο περιοδικό
Φωτογραφημένη για το περιοδικο Harper's Bazaar
Φωτογραφημένη για το περιοδικο Harper's Bazaar
Εξώφυλλο στον Ταχυδρόμο
Εξώφυλλο στον Ταχυδρόμο
 
Περιοδικό Φαντασία
Περιοδικό Φαντασία
Το Δόλωμα
Το Δόλωμα
Καίσαρ και Κλεοπάτρα
Καίσαρ και Κλεοπάτρα
 
 
Η Ψεύτρα
Η Ψεύτρα

 

Η συνέχεια στο Β' Μέρος

 

Ευχαριστούμε τον Νίκο Χαρλαύτη για την παραχώρηση του αρχείου του

 

Βιβλιογραφία

Αργυρόπουλος Μιχάλης, «Βασίλισσα Αλίκη», LIFE&STYLE, Αύγουστος 2005

Δαλιανίδης Γιάννης, Ο κινηματογράφος, τα πρόσωπα κι εγώ, Καστανιώτης, Αθήνα 2005

Δελαπόρτας Μάκης, Αλίκη Βουγιουκλάκη - Λεύκωμα, Περιοδικός Τύπος Α.Ε., Αθήνα 1998

Επανατύπωση σελίδων του «Ρομάντζου» του 1973, OUGH, τεύχος 05, άνοιξη 2013

Κουσουμίδης Μαρίνος, Αλίκη, Κάκτος, Αθήνα 1979

Μιχαηλίδης Ν.Φ., «Αλίκη - Αυλαία», Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 24 Ιουλίου 1996

Μπουνιάς Αλκίνοος, Η Αλίκη και οι Άλλοι, Ευρωπρές, Αθήνα 1984

Πανούση-Παπαδάκη Βίκη, Αλίκη Βουγιουκλάκη - Super Star, Publishing House Spring, Αθήνα 1990

Παυριανός Γιώργος, αφιέρωμα στην Α. Βουγιουκλάκη, ATHENS VOICE, τεύχος 232, 30 Οκτωβρίου 2008

Πολίτη Τίνα, Λάλας Θανάσης, «Το φαινόμενο Α.Β.», Το άλλο Βήμα, Κυριακή 28 Ιουλίου 1996

Πουλάκης Στέλιος, Εξομολογήσεις εκ βαθέων, Καστανιώτης, Αθήνα 1999

Τριανταφυλλίδης Ιάσονας, Βουγιουκλάκη Αλίκη, «Αλίκη Βουγιουκλάκη - Μάνος Χατζιδάκις», Αυλαία 07, ΒΗΜΑGAZINO

Συνέντευξη Α. Βουγιουκλάκη στον Άρη Δαβαράκη, ΠΡΟΣΩΠΑ, τεύχος 9, Ιούλιος 1986

Συνέντευξη Α. Βουγιουκλάκη στον Χρήστο Παρίδη, SL, τεύχος 19, 1992

Συνέντευξη Α. Βουτσινά στον Χρήστο Παρίδη, SL, τεύχος 22, 1993

Χαριτοπούλου Μαλβίνα, Γλυκό κορίτσι, Αστάρτη, Αθήνα 1997

 

 

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα στο Bard College της Νέας Υόρκης θέατρο και κινηματογράφο. Έχω γράψει για τα περιοδικά SL, Πρόσωπα, 01, Εικόνες του Κόσμου, Symbol του Επενδυτή, όπως και για τις σημαντικότερες ελληνικές εφημερίδες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Πώς οι παλιές ταινίες της Φίνος Φιλμ αποκαταστάθηκαν με διαυγή, ολοζώντανη εικόνα
Όλη η φιλμογραφία της Φίνος Φιλμ ξανακυκλοφορεί σε μορφή 4Κ, με ποιότητα που ξεπερνάει ακόμα και την αρχική μορφή των ταινιών.
Η Αλίκη στη χώρα του παντοτινού καλοκαιριού
20 φωτογραφίες της σταρ που αγαπούσε το καλοκαίρι όσο καμία άλλη. Σαν σήμερα θα γινόταν 82 ετών.
Ένα παραμύθι: Ολόκληρη η σπανιότατη ηχογράφηση της Αλίκης Βουγιουκλάκη ως Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων (1959)
Το πάντα μοντέρνο, αλληγορικό και trippy έργο του Λιούις Κάρολ με την Αλίκη σε ένα ρόλο που της ταιριάζει γάντι
Γιατί λογοκρίθηκε η Κόρη μου η Σοσιαλίστρια με τη Βουγιουκλάκη;
Ιστορίες λογοκρισίας κατά την περίοδο της Χούντας - με αφορμή την προβολή του σχετικού ντοκιμαντέρ στο κανάλι της Βουλής
Η αξεπέραστη σαγήνη της Μανταλένας του Χατζιδάκι (+ 30 σπάνιες φωτογραφίες της)
Το ''Θάλασσα πλατιά'', το ''Μεσ' σ' αυτή τη βάρκα'', τα γυρίσματα στην Αντίπαρο
Αλίκη εσύ;
Μικροπράγματα

Αλίκη εσύ;

Σ' ένα βιβλιοπωλείο της Νέας Υόρκης, στο εξώφυλλο ενός βιβλίου, κάναμε μια απίθανη ανακάλυψη!
1992: Πεθαίνει στην Αθήνα η Τζένη Καρέζη
Σαν σήμερα φεύγει από τη ζωή η μελαχρινή με το ακατανίκητο πράσινο βλέμμα: τα παιδικά χρόνια, οι γάμοι, ο δρόμος προς την Τέχνη
Η Ρίκα Διαλυνά στη συνέντευξη της ζωής της στο LIFO.gr
Από τα Καλλιστεία, την Αμερική και τον Φελίνι, μέχρι τις ταινίες με τον Χατζηχρήστο και τις ζηλοτυπίες της Βουγιουκλάκη, η όμορφη, χαλαρή σταρ που έχει γενέθλια σήμερα, είχε εξομολογηθεί τα πάντα (τα πάντα όμως!) στον Αντώνη Μποσκοΐτη
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη στην Σαϊγκόν (κυριολεκτικά)
Ένα EP με υπέροχες «βιετναμέζικες» διασκευές στα κλασικά τραγούδια από τις ταινίες της.
 Ο Μάνος Χατζιδάκις χορεύει τουίστ με την Αλίκη σε μια  φωτογραφία που βλέπετε πρώτη φορά
Στα γυρίσματα της ταινίας Αliki, my love
Δέσποινα Στυλιανοπούλου:  «Θέλω να συγκινηθεί ο κόσμος με τη συνέντευξη αυτή»
Ο απόλυτος θηλυκός μπουφόνος του ελληνικού κινηματογράφου μιλά για όλα: τα πρώτα χρόνια στο θέαμα, ο άτυχος δεσμός με τον Κώστα Καραγιάννη, οι τελευταίες μέρες της Αλίκης Βουγιουκλάκη, ο Τσαρούχης, η Νάνα Μούσχουρη και όλα όσα που σφράγισαν την πορεία της
Ο Δημήτρης Χορν και η Αλίκη Βουγιουκλάκη, μαζί, στο ραδιόφωνο
Ένα μοναδικό στιγμιότυπο από το Δεύτερο Πρόγραμμα
Αγαπημένοι ηθοποιοί σε ξέγνοιαστες στιγμές
Η Τζένη, η Αλίκη, ο Δημήτρης και άλλοι πολλοί σε χαρούμενες στιγμές
Ο εξωστρεφής κύριος Kώστας Βουτσάς
Μια απολαυστική, πηγαία συνομιλία του σπουδαίου Έλληνα κωμικού με τον Αντώνη Μποσκοΐτη

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όταν ο Μένης Κουμανταρέας είχε αφηγηθεί τη ζωή του στη LiFO
«Όταν γράφεις μια ιστορία για την πόλη πρέπει να κοιτάς τους ήρωες από πολύ κοντά και να είσαι αποστασιοποιημένος κιόλας. Η αρχική φωλιά για να τους βρεις είναι πάντα ο εαυτός σου».
Μαργαρίτα Καραπάνου: «Αισθάνομαι ότι ο κόσμος είναι πια χωρίς συμπόνια»
Μια συγκλονιστική συνέντευξη της μεγάλης Ελληνίδας συγγραφέως, που πέθανε σαν σήμερα το 2008
Οι 5 κορυφαίες ηχογραφήσεις της Μαρίας Κάλλας
Σαν σήμερα γεννήθηκε η σημαντικότερη λυρική τραγουδίστρια του 20ού αιώνα
Μηνάς Χατζησάββας: «Να μπορώ να είμαι ευτυχισμένος μέχρι τέλους»
Μικρή αναδρομή στη μεγάλη πορεία του χαρισματικού ηθοποιού, τέσσερα χρόνια μετά τον αιφνίδιο θάνατό του
Η στρατηγική του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι
Αυτό που βασικά ενδιέφερε τον πολυβραβευμένο Ιταλό σκηνοθέτη που πέθανε πέρσι στα 77 του χρόνια ήταν ο άνθρωπος μέσα στη δίνη της Ιστορίας και της πολιτικής, η ψυχή του και οι επιθυμίες του.
41 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου ζωγράφου Τζόρτζιο ντε Κίρικο
Μια δύστροπη και νευρική συνέντευξή του από το 1966, στην οποία μιλάει ελεύθερα, σκληρά, συχνά όμως και με αλήθειες, για τη σύγχρονη ζωγραφική
Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο γίνεται σήμερα 45 και θυμόμαστε 10+1 αγαπημένες ερμηνείες του
Από την προ «Τιτανικού» εποχή μέχρι το (καθυστερημένο) Όσκαρ για το «The Revenant», αυτά είναι τα highlights μιας υπέροχης καριέρας που έχει ακόμα πολλά να δώσει.
Ο πατέρας μου, ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος
Μια παλιότερη συζήτηση με την Έρη Ρίτσου για τις παιδικές της αναμνήσεις, με αφορμή την έκδοση της ποιητικής συλλογής «Υπερώον» του πατέρα της, που πέθανε σαν σήμερα
Κώστας Τσάκωνας: ένας ατόφιος Έλληνας μπουφόνος
Σαν σήμερα, πριν από 4 χρόνια, πέθανε ο κωμικός που έκανε το καλαμπούρι τέχνη ταπεινή και τον πόνο του βορά στις ύαινες των μεσημεριανάδικων
«Ο Κάλβος γεννήθηκε Επτανήσιος, μεγάλωσε ως Ιταλός και πέθανε Έλληνας»
Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, διδάκτωρ Ιστορίας, υπεύθυνος του εκδοτικού προγράμματος του Μουσείου Μπενάκη και των εκδόσεων της βιβλιοθήκης του μουσείου, παραθέτει πολύτιμες γνώσεις γύρω από το πρόσωπο και το έργο του Ανδρέα Κάλβου.
Ο Πιερ Πάολο Παζολίνι μέσα από 10 ταινίες του
Σαν σήμερα πεθαίνει ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου
Γεώργιος Γκουρτζίεφ: βαθυστόχαστος, πρωτοπόρος διανοητής ή ταλαντούχος παραμυθάς;
Μυστικιστής, φιλόσοφος, πνευματικός δάσκαλος, συγγραφέας, μουσικοσυνθέτης, ταξιδευτής, υπήρξε πνεύμα χαρισματικό που επηρέασε κόσμο. Εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του (29/10/1949) πολλά ερωτήματα γι' αυτό τον «γητευτή ψυχών» παραμένουν άλυτα.
27 Οκτωβρίου 1940: Τι συνέβαινε στην Ελλάδα μια μέρα πριν από το «Όχι» του Μεταξά
Θέατρα, Τσελεμεντές, Κύπελλο Πόλεων και γοργές πολεμικές ζυμώσεις: Τα πρωτοσέλιδα και η ύλη των εφημερίδων της εποχής μεταφέρουν το κλίμα της ημέρας
Γερμανός στην Ελλάδα, Έλληνας στη Γερμανία ο Μπουζιάνης υπήρξε η ψυχή του ελληνικού εξπρεσιονισμού
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μουσείου Μπουζιάνη, Φοίβος Κυπραίος, και ο ιστορικός τέχνης Γιώργος Μυλωνάς μιλούν στο LIFO.gr για τον μεγάλο εξπρεσιονιστή που πεθαίνει σαν σήμερα το 1959
Edna St. Vincent Millay: Μια σύντομη ιστορία και επτά ποιήματα
Με αφορμή τον θάνατο της σημαντικής ποιήτριας, σαν σήμερα, στις 19 Οκτωβρίου του 1950, σε ηλικία 58 ετών.
5 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Maggie Maggie 23.7.2017 | 18:10
Δεν τα ειπατε και τοσο εξω απο τα δόντια. Αγιογραφία χωρίς υπερβολες ηταν.
Αν θεωρειτε οτι τα ειπατε εξω απο τα δόντια με ειρωνείες τύπου "την ηξεραν τα παιδιά κινεζακια" κανετε λαθος.
Μια ερωτηση: "εξομολογιόταν" ειναι λέξη;
avatar Elgo7 23.7.2017 | 22:48
..αν θέλουμε να μιλάμε για καριέρα.!
..για Σταρ! ..μιλάω ως ηθοποιός και όχι ως απλά η Αλίκη στην καθημερινότητα της.
...κακά τα ψέμματα, είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο παγκοσμίως και δεν είναι υπερβολή αυτό, άσχετα αν περιορίστηκε εντός της χώρας της.
Υπέροχη, αν και ποτέ δεν ήμουν φαν της.
...ονειρευόμουν ως παιδί με την Έλλη Λαμπέτη, αυτή ήταν το ταξίδι μου.
avatar Γράφων 23.7.2018 | 11:00
Η εθνική μας σταρ είναι η τρανότερη απόδειξη της δύναμης της γυναικότητας (ναι, η λέξη υπάρχει, την έχω διαβάσει εδώνανά) σε τούτη εδώ τη γωνιά του πλανήτη. Η Βουγιουκλάκη δεν υπήρξε ποτέ αρσενική επιλογή/φαντασίωση. Ήταν η ενσάρκωση της φαντασίωσης κάθε νοικοκυράς της διπλανής πόρτας. Η φρενίτιδα της επιτυχίας της οφειλόταν στο κλικ που έκανε στη μέση Ελληνίδα: από ταξιθέτρια, το πιο λαμπρό αστέρι, "πιο-γρήγορα-πιο-γρήγορα" και "ναι κυρ-Στέφανε βάλε και 200 γραμμάρια ΖΖαμπόν".

Μέτρια ηθοποιός, καταδίκασε τον εαυτό της σε μανιερισμούς (πχ πουλάω ψάρια στην ψαραγορά με μια καπελαδούρα μισό στρέμμα που φέρει ανθούς αλλά παραμένω πτωχή πλην τιμία μαζί με το αψεγάδιαστο μανικιούρ μου), έβγαλε τα χειρότερα στοιχεία του νεοέλληνα και τα έκανε μόδα.

Ο εγωισμός πάνω από την πραγματική αξία, η 'γατούλα' πάνω από τη γυναίκα, το πλατινέ ως άποψη ζωής (ακολούθησαν άπειροι πλατινέ φωστήρες που απογείωσαν την πνευματική ζωή του τόπου από τη Ρούλα ως την Τάρια Μπούρα), το νάζι και το παίξιμο της βλεφαρίδας-κάγκελο ως επιλογή έναντι κάθε είδους ποιότητας (ή και αισθητικής).
AllesGoed AllesGoed 23.7.2018 | 12:57
Έκανα κλικ στη συνέντευξη με τον Φρεντυ Γερμανό στο μαιευτήριο και με πήραν τα γέλια. Σκέφτηκα την αφέλεια του κόσμου τότε αλλά και την διαχρονική επιθυμία παραμυθιασματος. Μετά σκέφτηκα τον Τσάκα από το big brother το πρώτο και κάτι άσχετους τραγουδίστριες του fame story και λέω καλύτερα η Βουγιουκλάκη. Μετά σκέφτηκα τους νέους ηθοποιούς και σκηνοθέτες της Ελλάδας τον Μιχάλη Σαράντη και τον Θάνο Παπακωνσταντικου και σκέφτηκα πόσο ανώτεροι αλλά αυτοί είναι πιο πολύ τύπου Χορν. Ενώ η Βουγιουκλάκη πιο Εβελινα Παπουλια. Ίσως να αδικώ μια εκ των δύο. Δεν ξέρω.
:) πάντως όταν δίνουν στο δημοτικό η Βουγιουκλάκη ήταν η αγαπημένη μου by far, τώρα γελάω με την υποκριτική της δεινότητα. Ίσως όλοι πρέπει να περάσουμε από το δημοτικό για να εκτιμήσουμε το Πανεπιστήμιο.
avatar Γράφων 23.7.2018 | 14:04
Αδικείς την Παπούλια. Αυτή ξέρει να χορεύει και να τραγουδάει. Κανονικά. Όχι νιαουριστά.
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή