Εκεί, λοιπόν, που καθόμουν ανέμελος και εν ευθυμία τελών –όσο επιτρέπεται, τέλος πάντων, στην ηλικία μου και στους χαλεπούς καιρούς μας– σε παραλιακό εστιατόριο της Πόλης της Ύδρας («Χώρα» δεν ταιριάζει με τίποτα εν προκειμένω), με συνάντησε η ευκαιρία για «viral»ανάρτηση πολλαπλώς εξωφρενικής σημειολογίας, εγώ όμως την άφησα να περάσει, αφού αμφιταλαντεύτηκα για κάποιες στιγμές.


Η σκηνή που διαδραματιζόταν λίγα μέτρα μπροστά μου έμοιαζε σουρεάλ, σαν απόσπασμα από (κακό μάλλον ή παράξενο σίγουρα) όνειρο, από το οποίο ξυπνάς και αναρωτιέσαι τι σκατά συμβαίνει στο υποσυνείδητό σου και βλέπεις στα βάθη του ύπνου τέτοιους ανόσιους συνδυασμούς προσώπων, σκηνικών και πλαισίων.


Ήταν ο Κωνσταντίνος Γλύξμπουργκ που μεταφερόταν διακριτικά και με μικρή συνοδεία εν μέσω της νυκτός στη θαλαμηγό που τον είχε φέρει πριν από λίγες ώρες στο νησί για να παρακολουθήσει φιλανθρωπική συναυλία κλασικής μουσικής στον προαύλιο χώρο της Μητρόπολης του νησιού, ο κωδωνοκρούστης της οποίας έχει τη μανία να βαράει τις καμπάνες του μαγαζιού ακατάπαυστα και συχνά ασχέτως ώρας και περίστασης.


Ψυχοπονιά για την κατάσταση της υγείας του ανδρός; Συνειδητοποίηση φθαρτότητας, θνητότητας και ματαιότητας; Ηθικοί ενδοιασμοί; Έντονη ξαφνική δυσανεξία στην κανιβαλική υπόσταση των σύγχρονων media; «Ζήσε κι άσε τους άλλους να ζήσουν, διακοπές κάνουμε»; Όλα αυτά μαζί μάλλον.


Δεν ήταν η πρώτη φορά που πετύχαινα τον «τέως» στην Ύδρα. Τέτοιες μέρες ήταν και τις άλλες φορές και για την ίδια αυτή ετήσια εκδήλωση. Τότε είχε μαζί και μέλη της οικογένειας, καθώς και κάποιου τύπου κουστωδία. Φέτος ήρθε μόνος του, υποβασταζόμενος, και έφυγε φυγαδευμένος σχεδόν, για να μην τον δει και πολύς κόσμος, υποθέτει κανείς.

 

Και το πιο τραγικό –ούτε με χειρουργείο δεν μου φεύγει αυτή η εικόνα– ήταν ότι επιβιβάστηκε σε μια μαύρη θαλαμηγό, το όνομα της οποίας, όπως αναγραφόταν στο πίσω μέρος με φωτεινά, νέον γράμματα, ήταν «Libido».

 

Δηλαδή, έλεος θεέ της διεστραμμένης πολυσημίας, γιατί μας δοκιμάζεις έτσι; Μπορούσα να τραβήξω φωτογραφία το στιγμιότυπο χωρίς να καρφωθώ, αλλά άφησα τη στιγμή να περάσει και το παπαρατσικό δαιμόνιο να καταλαγιάσει. Σε λίγα λεπτά το σκάφος είχε αναχωρήσει και ευτυχώς ούτε τράβηξα και, κυρίως, ούτε πόσταρα τίποτα – κάποια δήθεν νόστιμη, παρασιτική και σαρκαστική μαλακία κατά πάσα πιθανότητα.


Ψυχοπονιά για την κατάσταση της υγείας του ανδρός; Συνειδητοποίηση φθαρτότητας, θνητότητας και ματαιότητας; Ηθικοί ενδοιασμοί; Έντονη ξαφνική δυσανεξία στην κανιβαλική υπόσταση των σύγχρονων media; «Ζήσε κι άσε τους άλλους να ζήσουν, διακοπές κάνουμε»; Όλα αυτά μαζί μάλλον. Συν τη σκέψη ότι ο ίδιος μπορεί να μη γνώριζε καν το όνομα του σκάφους που τον μετέφερε και, αν το γνώριζε, να ήταν το τελευταίο πράγμα που τον απασχολούσε, αντίθετα μ' εμάς, τους ανώμαλους, που δεν μπορούσαμε να το χορτάσουμε ως μπόνους σκηνή διακοπών.

 

 


Και, επίσης, αντίθετα με προηγούμενες χρονιές, δεν υπήρξε έντονη κινητοποίηση των Αρχών του νησιού εξ αφορμής της επισκέψεώς του. Ούτε, βέβαια, είχα και καμιά όρεξη να κάνω πρόχειρο επιτόπιο ρεπορτάζ για να μάθω τον ιδιοκτήτη του Libido. «Εντάξει, ρε παιδιά, λίγη συμπόνια» άκουσα τον εαυτό μου να λέει στην παρέα, που είχε σαφώς πιο κυνική και εχθρική προδιάθεση, «φανταστείτε να ερχόταν ο Πάκης τι θα τραβάγαμε – πουθενά δεν θα μπορούσαμε να σταθούμε».


Ας μην εκληφθεί αυτό ως λανθάνουσα μοναρχοφιλία –ειδικά για τον γιο της Φρ(ειδερ)ίκης‒, παρά μόνο ως αντιδραστικής έμπνευσης τρολάρισμα που επιστρατεύεται καμιά φορά προκείμενου να τονιστεί μια αντιπάθεια προς τις νυσταλέες θεσμικές γλάστρες που ενσαρκώνουν κατά καιρούς την ιδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

Και του δίνω πάντα κι ένα ελαφρυντικό, εμμέσως και πλαγίως, ενθυμούμενος μια συνέντευξη που είχε δώσει κάποτε ο (σπουδαίος) συνθέτης Γεράσιμος Λαβράνος στο περιοδικό «Jazz & Τζαζ» και σε κάποιο σημείο κλήθηκε διακριτικά να απολογηθεί για την μποσανόβα με τίτλο «Άννα Μαρία» που είχε γράψει στα μέσα των '60s. Η απάντησή του ήταν (μεταφέρω από μνήμης το νόημα) ότι μέσα στη βαριά και ασήκωτη μετεμφυλιακή συνθήκη, η Δανέζα έφερνε έναν αέρα μοντέρνας ανεμελιάς.


Κατανοητό μου φαίνεται, αν αναλογιστεί κανείς και τις μαρτυρίες νεαρών «φλώρων» της εποχής που έτρωγαν καρπαζιές και από Δεξιά και από Αριστερά για τις ξενόφερτες ποπ και ροκ λαχτάρες τους.


Είναι κι αυτή η αίσθηση τζετ σετ μασονίας που κουβαλά ακόμα το νησί –παρά τις έντονες μεταλλάξεις της σύνθεσης του τουριστικού πληθυσμού και την εξάλειψη της μποέμικης κάστας που υπο-εκπροσωπείται πλέον από το σύγχρονο εικαστικό κύκλωμα– και προστατεύει την ιδιωτικότητα του σελέμπριτι πάσης φύσεως (χρήμα, τέχνη, μόδα, οτιδήποτε).


Λίγες ώρες πριν, καθόταν δίπλα μου ο Ντέιβιντ Γκίλμορ και έκανα, φυσικά, ότι δεν τον αναγνώρισα ‒αυτός είναι ο κώδικας‒, παρότι μου είναι με διαφορά ο πιο συμπαθής επιζών Floyd (εντάξει, κι ο Νικ Μέισον δεν είναι αντιπαθής, η μαλακία όμως του Ρότζερ Γουότερς σπάει βιτρίνες, γκρεμίζει τοίχους και φωτίζει σαν αδιάκριτος προβολέας ολόκληρη τη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού).


Λίγο πιο πέρα καθόταν ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, αλλά όταν το υπέδειξα διακριτικά, η αντίδραση των νεαρότερων της παρέας ήταν αδιαφορία και ερωτηματικό: «Και ποιος είναι αυτός δηλαδή;».