«ΑΝΕΒΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΕΞΕΔΡΑ
σκυφτός, σχεδόν σέρνοντας τα βήματά του, λες κι είχε όλο τον χρόνο μπροστά του και όλον δικό του και τον διέθετε όπως ήθελε. Άρχιζε πάντα "Λοιπόν παιδιά, θα έχουμε μια πρέζα ζόρια κάτω στην πόλη. Εγώ απ' τη μια και οι Νομοθετηκάριοι από την άλλη, ναι, αυτούς λέω, που 'χουν κεφάλια σαν της ύαινας, τους σκυλομούρηδες, τις σαπιοκοιλιές (...) Τέλος πάντων, τους είχα τόσο καιρό φάτσα-κάρτα, που σκέφτηκα να κάνω ένα ταξιδάκι ίσαμε εδώ να δω φάτσες ανθρώπινες, προτού τις ξεχάσω ολωσδιόλου. Τι να σας πω, όλοι σας άνθρωποι μου φαινόσαστε. Λογικοί άνθρωποι. Δε πα' να λένε ό,τι θέλουν όλοι αυτοί στο Νομοθετικό, που τσιμπάνε κι από πάνω πέντε δολάρια τη μέρα απ' τους φόρους που πληρώνετε απ' την τσέπη σας, για να 'χουνε να λένε. Λένε πως δεν έχετε κουκούτσι μυαλό, πως η κρίση σας δεν ξεπερνάει του διάνου, αφού πήγατε και ρίξατε σ' εμένα την ιερή σας ψήφο και με βγάλατε Κυβερνήτη τούτης της Πολιτείας. Μπορεί και να μην είχατε μυαλό. Μη με ρωτάτε εμένα, είμαι προκατειλημμένος. Όμως (...) θέλω να σας κάνω μια ερώτηση. Και θέλω απάντηση (...) Σας έχω απογοητεύσει; Μιλήστε! (...) Σταθείτε. Μην απαντήστε προτού κοιτάξτε στα βάθη της καρδιάς σας και δείτε την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια βρίσκεται εκεί. Όχι στα βιβλία. Όχι στα βιβλία των δικηγόρων. Ούτε σε κανένα χαρτί. Μέσα στην καρδιά σας».


Ο Γουίλι Σταρκ είναι ο ήρωας στο μεγάλο μυθιστόρημα του Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη χώρα μας. Είναι το «Αφεντικό», που περιοδεύοντας και στις πιο απόμερες γωνιές της Πολιτείας όπου έχει εκλεγεί κυβερνήτης, στήνει στη σκηνή ένα θέατρο διχασμού για να βεβαιώσει τον δεσμό με το κοινό του, με τον δικό του λαό. Από τη μια τοποθετεί τους Νομοθετηκάριους, την ολιγαρχία των δικηγόρων, των άσχημων κι αποξενωμένων ανθρώπων. Από την άλλη τις ανθρώπινες φάτσες και τις καρδιές τους. Την απλή, χωριάτικη καρδιά απέναντι στους έρημους κι απρόσωπους εκπρόσωπους, για να θυμηθούμε τον δικό μας βάρδο.

 

Ο Γουίλι Σταρκ, αυτοδημιούργητος πολιτικός από την αγροτική Λουιζιάνα, πάλλεται στο «μουγκρητό του πλήθους». Θέλει να συντονίζεται με την καρδιά του καθενός, εκεί κάτω. Ανακατεύει βιβλικά ρητά και ευφάνταστες βρισιές, ζητώντας προς το τέλος έναν «μπαλτά» για να πάει στη μάχη με τις ύαινες της πολιτικής.


Φυσικά, ο ήρωας του μυθιστορήματος του Γουόρεν έχει ευρηματικό λεξιλόγιο και αποδεικνύεται πιο σύνθετος από τη στερεότυπη εικόνα του δημεγέρτη λαϊκιστή. Δεν απεικονίζεται συναισθηματικά κενός αλλά σαν ένας αινιγματικός έως τέλους συνδυασμός θυμικού και υπολογισμένης ματιάς στα πράγματα. Άραγε, αν ήταν εν ζωή σήμερα, θα έβλεπε σε όσους όρμησαν στο Καπιτωλίου αυτές τις ανθρώπινες φάτσες της ανόθευτης χώρας του, τους μαχητές κατά των Νομοθετηκάριων;

 

Η ήττα του Τραμπ και η τωρινή απομόνωσή του από θεσμικές προσωπικότητες και έντυπα της συντηρητικής δεξιάς, πάντως, δεν πρέπει να γεννήσει αυταπάτες. Το κάλεσμα στη βία, οι ψηφιακοί πολιτοφύλακες και οι δίαυλοι του αναγεννημένου φασισμού έχουν ισχυρά ερείσματα.


Όμως εδώ πρέπει να πούμε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ένας Γουίλι Σταρκ της εποχής μας. Όχι μόνο επειδή ξεκίνησε πλούσιος και μέρος της νεοϋορκέζικης ελίτ (ό,τι πιο μακρινό από τους αγροτικούς λαϊκισμούς του Νότου) αλλά για έναν άλλο λόγο: υπάρχει κάτι σημαντικό που χωρίζει τη λαϊκιστική φαντασία των χρόνων του Μεσοπολέμου –όπως την αναπλάθει το μυθιστόρημα του Γουόρεν– από τα πλήθη που είδαμε να βγαίνουν από τα μεσαιωνικά σπήλαια των social media για να ορμήσουν προς το Καπιτώλιο, όπως τα ζόμπι στην ταινία του Ρομέρο.

 

Στο μυθιστόρημα Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά, ο Σταρκ, παρά τα αμφιλεγόμενα μέσα που χρησιμοποιεί και την ηθική διάβρωση που τον περιστοιχίζει, ονειρεύεται να χτίσει ένα μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο για όλους τους πολίτες της Πολιτείας του. Η ματαιοδοξία και ο ναρκισσισμός του ψάχνουν ακόμα ίχνη του κοινού καλού, μια κοινωνική προσφορά, κάτι που εν πάση περιπτώσει θα μείνει στον χρόνο για να τον μνημονεύουν. Μπορεί να δει κανείς ότι ο λαϊκισμός του αναδύεται μέσα στη σφαίρα της «κοινωνικής ελπίδας», όπως την αποκαλούσε εκείνη την εποχή ο φιλόσοφος Τζον Ντιούι.

 

Υπάρχει κάτι ανάλογο στη σφαίρα του τραμπισμού; Πρώτα απ' όλα, ο ίδιος ο Τραμπ εκπροσωπεί την κουλτούρα του εφήμερου, του flashy, μιας τυχοδιωκτικής βουλιμίας που αδιαφορεί για οποιοδήποτε σύστημα σκοπών. Δεν βλέπει κανείς πάνω του καμιά αγωνία υστεροφημίας, ούτε «οικοδόμησης» μιας προσφοράς. Η παρέμβαση του ίδιου και του περιβάλλοντός του στον χώρο της αμερικανικής δεξιάς ήταν μηδενιστική και ολικά διαβρωτική.

 

Από χρόνια, άλλωστε, άνθρωποι με καταγωγή από το κόμμα των Ρεπουμπλικάνων (από το Mεγάλο Παλαιό Κόμμα, Grand Old Party) στέκονται στα συμπτώματα μιας πολιτισμικής αποσύνθεσης: εκρηκτική διασπορά μιας πολύχρωμης συνωμοσιολογικής κουλτούρας που στο κέντρο της έχει μια φαντασίωση βίας, την περιφρόνηση σε κανόνες και όρια και τέλος τη νοσταλγία μιας λευκής κυριαρχίας που τρέχει να κρυφτεί πίσω από πραγματικές κοινωνικές πληγές και ταξικά παράπονα των φτωχών λευκών. Όπως αναρωτιόταν πριν από δυο χρόνια ο πρώην αξιωματούχος του Κογκρέσου και συγγραφέας Μάικ Λόφγκρεν, ο συντηρητισμός θα καταλήξει στον μηδενισμό;


Κάποια συστατικά τα συναντούμε φυσικά και σε παλαιότερα στρώματα της αμερικανικής πολιτικής. Το κλασικό δοκίμιο του Ρίτσαρντ Χοφστάτερ (Richard Hofstadter) για το «παρανοϊκό στυλ στην αμερικανική πολιτική» (1964) αναλύει ήδη το πεδίο της συνωμοσιολογικής ακρότητας σε πρόσωπα και σχήματα της πατριωτικής και χριστιανικής δεξιάς των δεκαετιών του '50 και του '60.

 

Το κείμενο του Χοφστάτερ αρχίζει άλλωστε με μια ισχυρή φράση: «Η αμερικανική πολιτική έχει υπάρξει συχνά αρένα για θυμωμένα μυαλά» (angry minds). Ζούμε, λοιπόν, απλώς τη μεταβίβαση αυτών των παλιών θυμών στις τεχνολογίες των πολιτικών και πολιτισμικών πολέμων του εικοστού πρώτου αιώνα; Ή αυτές οι τεχνολογίες υποβάλλουν μια καινούργια πραγματικότητα που υπερβαίνει τα κληρονομημένα σχήματα; Πιστεύω πως πάνω σε αυτό το ερώτημα θα βασανιζόμαστε για καιρό.

 

Η ήττα του Τραμπ και η τωρινή απομόνωσή του από θεσμικές προσωπικότητες και έντυπα της συντηρητικής δεξιάς, πάντως, δεν πρέπει να γεννήσει αυταπάτες. Το κάλεσμα στη βία, οι ψηφιακοί πολιτοφύλακες και οι δίαυλοι του αναγεννημένου φασισμού έχουν ισχυρά ερείσματα.

 

Και αν η «ακτιβιστική πρωτοπορία» είναι πάντα μικρή και συχνά συγκεντρώνει συγκεκριμένους ανθρώπινους τύπους στα όρια του γραφικού, υπάρχει το βαθύ εκκολαπτήριο αντιδραστικών παθών που διαθέτει πλήθος οπαδών και ευρύ εθνικό ακροατήριο: σημαντικό μέρος της βάσης των Ρεπουμπλικάνων έχει προσχωρήσει από καιρό στον τραμπικό «ριζοσπαστισμό». Αρκεί να δει κανείς τα εξαιρετικά εχθρικά σχόλια κάτω από τις αναρτήσεις του Τζορτζ Μπους ή άλλων «αποστατών» που κατηγορούνται (και αυτοί!) ως προδότες, σοσιαλιστές ή συνωμότες.


Αυτό που παίχτηκε στο Καπιτώλιο είναι εν τέλει απόδειξη ότι ο τυφλωμένος τραμπισμός φιλοξενεί φασιστικές προκλήσεις. Δεν είναι μια απλή προέκταση ενός λαϊκισμού που χειρίζεται με αλλοπρόσαλλο τρόπο μια κοινωνική ή εθνικιστική υπόσχεση αλλά ένας συνασπισμός αντιδραστικών παθών. Τα αντιδραστικά πάθη δεν στρέφονται μόνο εναντίον του «σοσιαλισμού» ή όσων χαρακτηρίζονται «φιλελεύθερες ελίτ»: ο εχθρός τους είναι εξίσου και μάλλον περισσότερο εκείνος ο συντηρητικός ρεαλισμός που σκεφτόταν πάντα τις ισορροπίες ενός πολύπλοκου συστήματος εξουσίας. Η γλώσσα των ισορροπιών και της θεσμικής συγκράτησης, όπως και οι κανόνες της επιστήμης ή τα πρωτόκολλα για την πανδημία, έχουν μετατραπεί σε σύμβολα του Κακού.

 

Αν όμως για έναν πιο παραδοσιακό λαϊκισμό η παράκαμψη των συνταγματικών θεσμών αναζητούσε έναν υπέρτατο στόχο (τη λαϊκή κυριαρχία, για παράδειγμα), πάνω στην τάφρο που έχει ανοίξει ο τραμπισμός οι αντιθεσμικές στάσεις είναι πολύ πιο κοντά στην ιδέα του πραξικοπήματος και στην αποθέωση της αυθαιρεσίας. Δεν είναι έτσι τυχαίο που απ' όλες τις ηγεσίες στον κόσμο ο τελευταίος πιστός στον Τραμπ είναι ο Μπολσονάρο, δηλαδή αυτός που προσεγγίζει περισσότερο αισθητικά και πολιτικά την εκτροπή.


Θα μπορέσει ο Μπάιντεν και κυρίως οι πολιτικές και πνευματικές εφεδρείες της δημοκρατικής Αμερικής να κάνουν κάτι; Θα κατορθώσουν να αποτρέψουν, πάνω απ' όλα, την πορεία προς έναν εμφύλιο πόλεμο ταυτοτήτων και συμβόλων, που είναι πιθανό να μοιάζει όλο και περισσότερο με τους θρησκευτικούς πολέμους στην Ευρώπη του δέκατου έκτου αιώνα;


Είναι τόσο σύνθετη εξίσωση, γιατί δεν ξέρουμε ποιοι απ' όλους τους παράγοντες μπορεί να μετρήσουν περισσότερο. Πολλοί, φυσικά, θεωρούν ότι η παρακμή του αμερικανικού καπιταλισμού είναι αναπότρεπτη και θα συνεχιστεί έως το σταυροδρόμι μιας οριακής απόφασης ανάμεσα σε αλλαγή συστήματος ή ενός νέου αυταρχικού τεχνολογικού καπιταλιστικού παραδείγματος.

 

Μέχρι να φτάσουμε σε τέτοια διλήμματα, όμως, θα ήταν εξαιρετικής σημασίας να τρέξουν κάποια άλλα γεγονότα: να λογοδοτήσει ο αρχιτυχοδιώκτης, να ανακοπεί η αυτοκαταστροφική πορεία του αμερικανικού συντηρητισμού και να αναδυθεί κυρίως ένα νέο ήθος διακυβέρνησης. Από τις κινήσεις που δείχνουν προς μια τέτοια κατεύθυνση (ή που γλιστρούν σε άγονες τακτικές και μικροπολιτική) θα φανεί και αν υπάρχουν ελπίδες.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.