ΣTHN ΠΡΩΤΗ ΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΔΗΜΙΑΣ το καμπανάκι για τη χώρα μας χτύπησε εγκαίρως. Οι αποφάσεις ελήφθησαν γρήγορα και η Ελλάδα αποτέλεσε παράδειγμα καλής διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης. Η συσπείρωση της ελληνικής κοινωνίας ήταν εντυπωσιακή. Πέραν της επικοινωνιακής και ψυχολογικής προετοιμασίας (καμπάνια ευαισθητοποίησης, διαγγέλματα, καθημερινή ενημέρωση κ.ά.), υπήρξε αίσθηση ετοιμότητας του κράτους, κάτι που οδήγησε σε αύξηση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς της ελληνικής πολιτείας μετά από μια μακρά περίοδο απονομιμοποίησής τους τα χρόνια της οικονομικής κρίσης.

 

Σήμερα η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί αρκετά. Η ψυχολογία των πολιτών έχει επηρεαστεί αρνητικά και τα σημάδια κόπωσης είναι ορατά. Οι επιπτώσεις της (αναπόφευκτης) οικονομικής ύφεσης έχουν αρχίσει να φαίνονται. Το ποσοστό που αντιδρά στο δεύτερο lockdown δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο, ειδικά στις νέες ηλικίες, ενώ τόσο οι συνωμοσιολόγοι όσο και οι υποστηρικτές του «μια γρίπη είναι» έχουν αυξηθεί.

 

Αλλά και στο πεδίο της διαχείρισης, οι αυξημένες προσδοκίες μετά την πρώτη φάση, τα μπρος-πίσω στη λήψη κάποιων αποφάσεων, η πολυφωνία μεταξύ επιστημόνων, αντικειμενικές δυσκολίες, αλλά πρωτίστως η ίδια η επιδείνωση της κατάστασης υγειονομικά, άρχισαν να θολώνουν την απόλυτα πετυχημένη αρχική εικόνα. Ο βαθμός αποδοχής της κυβέρνησης, παρά την κάμψη της, παραμένει ικανοποιητικός, αλλά αν η κατάσταση επιδεινωθεί, αυτό πιθανότατα θα αποτυπωθεί και στο πεδίο των πολιτικών συσχετισμών.

 

Ο πειρασμός αυτός φαίνεται ήδη ότι είναι έντονος για κάποια στελέχη της αντιπολίτευσης, τα οποία επιχειρούν να μετατρέψουν την υγειονομική κρίση και τις οικονομικές επιπτώσεις της σε ένα νέο, «αντιμνημονιακού» τύπου καταλύτη, υιοθετώντας ύφος και ρητορική που παραπέμπει στις πρώιμες ημέρες της αντιμνημονιακής περιόδου. 

Η συγκυρία αυτή δημιουργεί έναν πολιτικό πειρασμό. Να μετατραπεί η πανδημία, αντί για πεδίο συνεννόησης και επίδειξης εθνικής και κοινωνικής ευθύνης, σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Ένα πεδίο σύγκρουσης των πιο φανατισμένων (στην κεντρική πολιτική και στα ολοένα πιο επιδραστικά social media) που θα προσπαθούν να εκφράσουν όχι την πλειοψηφία αλλά το πιο θορυβώδες προσωπικό τους ακροατήριο και την ψηφιακή τους «φούσκα».

 

Ο πειρασμός αυτός φαίνεται ήδη ότι είναι έντονος για κάποια στελέχη της αντιπολίτευσης, τα οποία επιχειρούν να μετατρέψουν την υγειονομική κρίση και τις οικονομικές επιπτώσεις της σε ένα νέο, «αντιμνημονιακού» τύπου καταλύτη, υιοθετώντας ύφος και ρητορική που παραπέμπει στις πρώιμες ημέρες της αντιμνημονιακής περιόδου.

 

Ανάλογος είναι ο πειρασμός ορισμένων κυβερνητικών να ανταποδώσουν τις καταγγελίες, ανατροφοδοτώντας μια σύγκρουση, από την οποία δεν έχουν να κερδίσουν πολλά. Η δημοτικότητα του κ. Μητσοτάκη παραμένει υψηλή και το δημοσκοπικό του προβάδισμα ευρύ, επειδή όλο αυτό το διάστημα στάθηκε πάνω από την πολιτική σύγκρουση και απευθύνθηκε στους «συμπολίτες» του ως πρωθυπουργός και όχι ως κομματάρχης. Το τελευταίο που θέλουν οι ψηφοφόροι είναι μια κομματική κλοτσοπατινάδα πάνω από κρεβάτια ΜΕΘ και αναβίωση της τοξικής ρητορικής μιας περιόδου που έχει παρέλθει. Κάτι τέτοιο θα ήταν και πολιτικά ατελέσφορο, καθώς οι διαφορές με την περίοδο 2010-15 είναι σημαντικές.

 

Ας επισημάνουμε τρεις: πρώτον, η θεμελιώδης διάκριση «καλοί-κακοί» τώρα δεν υφίσταται. Τότε οι «κακοί» είχαν ονοματεπώνυμο: τα παλιά κόμματα, η «go back, κυρία Μέρκελ», οι αγορές. Τώρα είναι ξεκάθαρο ότι η κρίση είναι εξωγενής και παγκόσμια. Όλες οι χώρες έχουν νεκρούς, περιοριστικά μέτρα και, φυσικά, οικονομική ύφεση. Οι δε «καλοί» του τότε σήμερα έχουν δοκιμαστεί.

 

Δεύτερον, τώρα δεν υπάρχουν «μαγικές» λύσεις. Δεν υπάρχει «ένας νόμος και ένα άρθρο». Ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι ζούμε μια δύσκολη άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στην υγειονομική επιδείνωση και την οικονομική κατάρρευση. Υπάρχει δυσφορία, αλλά η πλειονότητα έχει επίγνωση της κατάστασης. Γι' αυτό, εξάλλου, ούτε η αντιπολίτευση αντιτάχθηκε στα περιοριστικά μέτρα, καθώς βλέπει τη στάση και των δικών της ψηφοφόρων. Η κριτική της περιορίζεται στο διαχειριστικό πεδίο, με μια αναμενόμενη δόση αντιπολιτευτικής πλειοδοσίας. Κάτι που είναι στρατηγικά ορθό, αλλά για να είναι και αποτελεσματικό, πρέπει να μην υπονομεύεται από ακρότητες και λάθος μηνύματα.

 

Τρίτον, ο χρονικός ορίζοντας της κρίσης, στο υγειονομικό σκέλος τουλάχιστον, μοιάζει προσδιορισμένος. Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, με την ολοκλήρωση των εμβολιασμών, η περιπέτεια θα έχει τελειώσει. Οι οικονομικές συνέπειες θα μας ακολουθούν για καιρό, αλλά η αλλαγή ψυχολογίας θα είναι θεαματική. Σε ένα περιβάλλον αισιοδοξίας και διάθεσης για επανεκκίνηση των ζωών μας, μια πολωτική-συγκρουσιακή ρητορική θα μοιάζει παράταιρη. Και αν αυτό οδηγεί κάποιους στο να πιστεύουν ότι τώρα είναι το ιδανικό timing για να θεμελιώσουν ένα αντικυβερνητικό κλίμα, κάνουν λάθος. Γιατί κανείς δεν πάει να κόψει ξύλα σε δάσος που καίγεται...

 

Οι πολιτικές εκτιμήσεις εν μέσω μιας τέτοιας περιπέτειας είναι άχαρες και προόωρες. Εξάλλου, όλα θα κριθούν στην πορεία. Από τον τελικό απολογισμό, τη σύγκριση με άλλες χώρες, την αποτελεσματικότητα και το σχέδιο για την οικονομία την επόμενη μέρα. Και, πάνω απ' όλα, την ενσυναίσθηση που θα έχει επιδείξει ο καθένας σε αυτήν τη δοκιμασία.

 

Να κλείσουμε με μια γνωστή ιστορία. Στις εκλογές της Βρετανίας μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, ο Κλέμεντ Άτλι κέρδισε τον «πατέρα» της νίκης Ουίνστον Τσώρτσιλ. Τα κατάφερε επειδή εξέφρασε καλύτερα τα αιτήματα της μεταπολεμικής περιόδου. Δεν θα τα είχε καταφέρει, όμως, αν την περίοδο του πολέμου δεν ήταν συμμέτοχος στην εθνική μάχη. Η στάση του την περίοδο εκείνη ήταν που του έδωσε την απαραίτητη αξιοπιστία, ώστε να επιλεγεί ως καλύτερη διαχειριστική λύση μετά το τέλος του πολέμου. Αν την περίοδο της μάχης επένδυε στην αποτυχία της χώρας του, θα είχε και ο ίδιος συντριβεί.

 

Ένα κόμμα ωριμάζει όταν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να κερδίσει τις εκλογές. Τώρα θα φανεί αν έχουν όντως όλοι ωριμάσει. Και αν στα δύσκολα μιλάει το μυαλό ή ο πειρασμός των ορμέμφυτων.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.