ΤΟ ΝΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΕΙ κανείς με την εφαρμογή των κανόνων φυσικής απόστασης και να θρηνεί την απώλεια της νυχτερινής ζωής εκεί έξω (που δεν σημαίνει μόνο εκτόνωση και είναι σημαντική για την οργανική λειτουργία μια μητρόπολης όπου υποτίθεται ότι η κοινωνική ζωή δεν σταματά ποτέ), δεν σημαίνει ότι αμφισβητεί τη θανάσιμη σοβαρότητα της πανδημίας. Ούτε και την αναγκαιότητα των μέτρων, ασχέτως αν κάποια απ' αυτά μοιάζουν αποσπασματικά, αυθαίρετα ή ακόμα και ύποπτα στην αντίληψη τους και στον τρόπο με τον οποίον εφαρμόζονται.

 

Είμαστε μεγάλα παιδιά όμως και πρέπει να κάνουμε υπομονή. Το ζαρωμένο ή το υψωμένο φρύδι δεν ταιριάζουν με τη μάσκα από κάτω.

 

Δεν είναι τόσο ότι έχει καταργηθεί η «έξοδος» όπως την ξέραμε, είναι ότι σώζονται οι επιλογές και ότι ακυρώνεται η ιδέα της πόλης με τις χιλιάδες ιστορίες που ξεκινάνε μέσα στη νύχτα, που λέγανε και τα κλασικά νουάρ μυθιστορήματα. Μοιραία σχεδόν, έρχονται στο μυαλό (και στην επικαιρότητα) κομμάτια του Κ. Παπαγιώργη όπως αυτό:


«Η άποψη ότι τα καλύτερα πράγματα συμβαίνουν έξω, στο δρόμο, στα κέντρα, στα γήπεδα, στις αλλοπρόσαλλες μαζώξεις έχει βάση. Η ζωή κατ' οίκον ταιριάζει σε μωρά, σε γέρους, σε άρρωστους ή σε ηλικίες που ξεκαθάρισαν τους λογαριασμούς τους με την αυθόρμητη κοινωνικότητα. Ειδικά στη ζωή της πρωτεύουσας, η πολυκέφαλη και παράταιρη συντροφιά που παίρνει σβάρνα ταβερνεία, μπαρ, ξενυχτάδικα, κωλάδικα και τραβάει το διάβολο από την ουρά έχει αναδειχτεί σε μεγάλο παιδαγωγό. Η διασκέδαση κρατάει το νόημα της από το σκόρπισμα κι αν δεν σκορπίσεις το εγώ σου και τον χρόνο σου μέσα στην νυχτερινή πόλη, πού άλλου θα βρεις να το σπείρεις...» («Οδός Έσλιν, πρώην "Κάψες"», περιοδικό «Άρδην», Ιούλιος 2003)

 

O προσεχής χειμώνας προβλέπεται να συρθεί μεταξύ παράλυσης και κινητοποιήσεων: είτε θα βράζουμε στο ζουμί μας είτε θα βγαίνουμε στους δρόμους διεκδικώντας τα πρώην αυτονόητα και επιχειρώντας να επηρεάσουμε με κάποιον τρόπο τις δυσμενείς περιστάσεις.


Το Σάββατο που μας έρχεται (μαζί με την απειλητική έλευση στα μέρη μας ενός σπάνιου μεσογειακού κυκλώνα, σύμφωνα με τους μετεωρολόγους), έχει προγραμματιστεί από το συντονιστικό όργανο του Κύκλου Επαγγελματιών μεταμεσονύκτια συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος. Κάτι σαν εκείνες τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κάποτε ενάντια στον νόμο Παπαθεμελή, αλλά στο πιο λυπητερό και στο πιο νηφάλιο και στο πιο επείγον.

 

Πέρα από διάφορες ρυθμίσεις, επιδοτήσεις και επιχορηγήσεις που απαιτούνται για να μην βάλουν οριστικό λουκέτο, οι μαγαζάτορες ζητούν καταρχάς «την κατάργηση του οριζόντιου μέτρου του ωραρίου: η αρχή της αναλογικότητας καταστρατηγείται δραματικά με αυτό το μέτρο και αναγκάζει τον κόσμο που είναι προστατευμένος στα μαγαζιά μας, που τηρούνται όλοι οι υγειονομικοί κανόνες και οι αποστάσεις, να συνωστίζεται στις πλατείες μετά τις 00:00».


Λογικό μοιάζει το τελευταίο σημείο και όλοι το έχουμε σκεφτεί και το έχουμε συζητήσει τον τελευταίο καιρό, αναλογιζόμενοι τις προοπτικές εσωστρέφειας και απομόνωσης που διαγράφονται για τον προσεχή χειμώνα, ο οποίος προβλέπεται να συρθεί μεταξύ παράλυσης και κινητοποιήσεων: είτε θα βράζουμε στο ζουμί μας είτε θα βγαίνουμε στους δρόμους διεκδικώντας τα πρώην αυτονόητα και επιχειρώντας να επηρεάσουμε με κάποιον τρόπο τις δυσμενείς περιστάσεις.


Η παραίτηση καραδοκεί πάντα βεβαίως και ειδικά σε μια τέτοια συνθήκη όπου ενθαρρύνεται, όταν δεν επιβάλλεται, το κλείσιμο του καθενός στο καβούκι του.

 

Στο αντίθετο άκρο του πνεύματος που εκφράζει ο Παπαγιώργης, βρίσκεται ίσως το «Εγκώμιο της Σιωπής», ένα φουλ πεσιμιστικό (και αντιδραστικό, όπως ίσως θα βιάζονταν κάποιοι να προσθέσουν) κείμενο που είχε γράψει ο Αιμίλιος Χουρμούζιος το 1968 (δημοσιεύτηκε όμως το 1975, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, στο περιοδικό «Ευθύνη») και αναφερόταν στις «απογοητεύσεις και τις αλλεπάλληλες οδυνηρές διαψεύσεις παλαιών ιδεολογικών πίστεων που έχουν οδηγήσει τον ταλαιπωρημένο θηρευτή του ιδεώδους στη θέση της εκουσίας παραίτησης». Και συνεχίζει με μια φράση που φέρει τη διαύγεια και το βάρος διάσημου αποφθέγματος και απορεί κανείς πώς δεν έχει γίνει σλόγκαν πολλαπλών χρήσεων και εφαρμογών εδώ και τόσα χρόνια: «Ο αναχωρητής ανήκει στους θλιμμένους desperados της ιδέας».