Στις 28 Φεβρουαρίου, η αναλογία κρουσμάτων προς 100.000 κατοίκους στην Ιταλία ήταν ίδια με την σημερινή στη χώρα μας. Ήταν κατά σύμπτωση η μέρα που οι επιδημιολόγοι της γείτονος μίλησαν ανοιχτά για καραντίνα ολόκληρων περιοχών. Έβλεπαν προφανώς τα επιδημιολογικά μοντέλα να επιβεβαιώνονται και την εκθετική αύξηση των κρουσμάτων να ακολουθεί επακριβώς το παράδειγμα της Γουχάν. Συνειδητοποιούσαν ότι η διάδοση του ιού στην κοινότητα εξελισσόταν ήδη σιωπηλά επί τουλάχιστον 3-4 εβδομάδες.

 

Αυτό δηλαδή που συμβαίνει τώρα στη Γερμανία, την Ισπανία, την Ελβετία και πολλές ακόμη χώρες. Αυτό που πιθανότατα συμβαίνει με δύο εβδομάδες καθυστέρηση στη χώρα μας.


Καταστηματάρχες, ξενοδόχοι, εστιάτορες και οικονομικοί παράγοντες πίεσαν τότε την ιταλική κυβέρνηση να μη λάβει τα αυστηρά μέτρα που εισηγούνταν γιατροί και επιδημιολόγοι. Ακυρώθηκε το καρναβάλι της Βενετίας, τι άλλο να κάνουμε; έλεγαν. Εντάξει, θα αραιώσουμε τα τραπέζια στα εστιατόρια. Σιγά, μια γρίπη είναι, θα την περάσουμε στο πόδι. Τι είναι άλλωστε 600 κρούσματα σε μια χώρα 60 εκατομμυρίων;

 

Και η κυβέρνηση συμφώνησε. Τα μέτρα δεν λήφθηκαν. Ο κόσμος συνέχισε να κυκλοφορεί κανονικά, να ψωνίζει, να πηγαίνει στα θέατρα και τους παιδότοπους, να βγαίνει για ποτά, φαγητά και καφέδες. Η χώρα δεν κλείνει, έλεγαν. Λέμε όχι στην τρομολαγνεία. Είμαστε χώρα αισιόδοξη.

 

Είναι ένα σκληρό, πρωτοφανές, άγριο μέτρο που θα έχει βαρύτατες συνέπειες, οικονομικές και όχι μόνο. Όλοι όμως οι ειδικοί συμφωνούν ότι δεν γίνεται αλλιώς. Ότι είναι η μοναδική λύση για να ανακοπεί η εξάπλωση του ιού. Αλλά και ότι αργά ή γρήγορα θα εφαρμοστεί. Και λέγοντας αργά, εννοούμε σε δέκα το πολύ 15 ημέρες.

 

Σήμερα, μόλις 12 ημέρες μετά, όλη η Ιταλία είναι έρημη. Όλοι (τέλος πάντων, σχεδόν όλοι, γιατί η βλακεία θριαμβεύει ακόμη και σε περιόδους κρίσης) μένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, παρακολουθούν τον αριθμό κρουσμάτων και θυμάτων να ανεβαίνει εκθετικά. Μαθαίνουν για τους φίλους τους που νοσούν βαριά από πνευμονίες, γιατί τελικά δεν είναι μια απλή γριπούλα. Πληροφορούνται τους θανάτους των γονιών τους από το τηλέφωνο, γιατί δεν επιτρέπεται να πάνε στο νοσοκομείο. Δεν μπορούν καν να τους θάψουν, γιατί απαγορεύτηκαν και οι κηδείες.

 

Και είμαι βέβαιος ότι σήμερα δεν θα βρεθεί ούτε ένας ή μία απ’ όλους αυτούς τους αισιόδοξους που να ισχυρίζεται ότι αυτές οι δέκα κρίσιμες μέρες στην Ιταλία, δεν θα μπορούσαν να έχουν αξιοποιηθεί για να ανακοπεί το κύμα της εξάπλωσης. Ότι δεν θα θυσίαζαν αυτούς τους εσπρέσο, τις πίτσες και τα κρασιά για να ήταν σήμερα η κατάσταση κάπως πιο ελεγχόμενη.


Πλέον, δεν είναι αισιόδοξοι. Πλέον φοβούνται.

 

Όπως φοβούνται πολλοί από μας. Όπως φοβάμαι κι εγώ. Όχι από ένστικτο ή διαίσθηση, αλλά γιατί πέρασα τις τελευταίες τρεις μέρες μιλώντας με επιδημιολόγους και διαβάζοντας αναλύσεις δεδομένων, επιστημονικά papers και απόψεις ειδικών. Καταλήγω σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: δεν υπάρχει άλλη λύση από το να μπει η χώρα σε προληπτική καραντίνα. ΤΩΡΑ.

 

Είναι ένα σκληρό, πρωτοφανές, άγριο μέτρο που θα έχει βαρύτατες συνέπειες, οικονομικές και όχι μόνο. Όλοι όμως οι ειδικοί συμφωνούν ότι δεν γίνεται αλλιώς. Ότι είναι η μοναδική λύση για να ανακοπεί η εξάπλωση του ιού. Αλλά και ότι αργά ή γρήγορα θα εφαρμοστεί. Και λέγοντας αργά, εννοούμε σε δέκα το πολύ 15 ημέρες. Μέχρι όμως να εφαρμοστεί επίσημα, ας αυτοπεριοριστούμε. Όχι κλειστά σχολεία και τα μικρά παιδιά στις κούνιες και τα μεγαλύτερα στα καφέ. Όχι ηλικιωμένοι στις εκκλησίες. Όχι τριαντάρηδες στα τσιπουράδικα και σαραντάρηδες στα θέατρα.

 

Μακάρι να πέφτουν έξω όλοι οι ειδικοί, οι γιατροί, οι επιδημιολόγοι. Μακάρι να αποδειχθούμε τόσο πιο ώριμοι, προετοιμασμένοι και επαγγελματίες στη διαχείριση της κρίσης από τους Ιταλούς. Μακάρι να αποδειχθούν όλα αυτά τρομολαγνικά σενάρια και η ζημιά να περιοριστεί σε λίγους καφέδες που δεν ήπιαμε, σε λίγες παραστάσεις που δεν είδαμε, σε λίγες βόλτες που δεν κάναμε.


Μακάρι.

 

_______

Ανάρτηση του Γιάννη Γορανίτη. Αναδημοσιεύεται με την άδειά του. Ο Γ.Γ. αρθρογραφεί στο Inside Story