Την επομένη του θανάτου του Κερκ Ντάγκλας, μια φίλη, η οποία ισχυρίζεται ότι διαρκώς γκρινιάζω –ενεργοποιώντας κάποιον αμυντικό μηχανισμό– περίπου από τα 30 και μετά ότι είμαστε πλέον «γέροι», μου έστειλε, εν όψει και των γενεθλίων μου, μια περσινή-προπέρσινη φωτογραφία του αιωνόβιου σταρ με τη νύφη του Κάθριν-Ζέτα Τζόουνς. «Κοίτα την καλά την εικόνα», μου έγραφε, «για να δεις τη διαφορά ανάμεσα στα πενήντα και στα εκατό».


Εντάξει, χαίρω πολύ. Κανείς δεν είπε ποτέ ότι είναι το ίδιο σε κανένα επίπεδο τα βαθιά γεράματα –είτε αυτά αποτυπώνονται εμφανισιακά ως μια θάλασσα από ρυτίδες είτε ως το απόκοσμο πορσελάνινο προσωπείο του Κερκ Ντάγκλας– με την αποκαλούμενη «μέση ηλικία». Όσο κι αν τεχνικά αποτελεί ευφημισμό ο όρος «μέση ηλικία» στα πενήντα και πάνω, υπό την έννοια ότι ελάχιστοι άνθρωποι φτάνουν τα εκατό.


Κανείς δεν θέλει να αποκαλείται γέρος, μέχρι τα 75 τουλάχιστον. Θυμάμαι, μια φορά στην καταραμένη Μύκονο, προ δεκαπενταετίας τουλάχιστον, είχα βρεθεί σε μια ετερόκλητης και αλλοπρόσαλλης σύνθεσης παρέα, όπου κάποια στιγμή συζητούσαν μπροστά μου δυο-τρεις «ώριμες» κυρίες για μια γνωστή τους που είχε φύγει από τη ζωή εκεί, λίγο μετά τα 70 της, «τόσο νέα», όπως χαρακτηριστικά αναφώνησαν εν χορώ.

 

Δίπλα μου ακριβώς καθόταν ο (πολύ νεότερος από εκείνη) μόνιμος συνοδός της μίας, ο οποίος δεν δίστασε να με σκουντήσει με νόημα και να μου ψιθυρίσει διακριτικά το πιο αδιάκριτο σχόλιο: «Ακούς, φίλε; "Τόσο νέα" λένε. Αυτές νομίζουν ότι θα πιάσουν τα διακόσια».

 

Δεν μπορεί, κάποτε φτάνει το πλήρωμα του χρόνου και είναι κανείς πλέον γέρος, ηλικιωμένος, άτομο μεγάλης ηλικίας, «ώριμος», «σιτεμένος»...


Διάβαζα τις προάλλες ότι σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση στην Αμερική τέθηκε το ερώτημα αν κάποιος/-α στα 65 «καταγράφεται» ως γέρος ή ηλικιωμένος τέλος πάντων. Το 60% των νεότερων από τους ερωτηθέντες –μεταξύ 18 και 29 χρονών– απάντησε εμφατικά «ναι», ενώ μόλις το 16% στις ηλικίες από 60 και πάνω συμμερίστηκε το ίδιο (θλιβερό) συμπέρασμα. Λογικό, ακόμα κι αν δεν είναι.


«Γιατί να με παρεξηγήσει ο κύριος Αγησίλαος που τον είπα γέρο;» έλεγε ο Δημήτρης Χορν στο «Αλίμονο στους νέους». «Σάμπως είπα τίποτα κακό; Έτσι είναι αυτά τα πράγματα, βρε αδερφέ – έτσι είναι η κλίμαξ δηλαδή: νέος, μεσόκοπος, γέρος, τέζα».

 

Δεν μπορεί, κάποτε φτάνει το πλήρωμα του χρόνου και είναι κανείς πλέον γέρος, ηλικιωμένος, άτομο μεγάλης ηλικίας, «ώριμος», «σιτεμένος»... Υπάρχουν άπειροι σχετικοί ευφημισμοί που αμβλύνουν κάπως τον «ηλικιακό ρατσισμό», σε κάθε γλώσσα και σε κάθε κουλτούρα (στην Αμερική εσχάτως δοκιμάζεται ο μάλλον άγαρμπος «συγκριτικός» όρος «μεγαλύτερος ενήλικας»).

 

Ποιο είναι το όριο όμως; Ή μήπως να την κοπανάμε προτού φτάσει αυτό το αδιαπραγμάτευτο όριο; Κάτι τέτοιο μοιάζει να ενστερνίζεται ο επιφανής Αμερικανός ογκολόγος και σημαίνων εκπρόσωπος της επιστήμης της βιοηθικής Εζέκιελ Ιμάνουελ, ο οποίος, καίτοι υγιέστατος και ακμαιότατος στα 62 του, υπέγραψε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες μέρες στο «Atlantic» με τον σαφέστατο τίτλο «Γιατί ελπίζω να πεθάνω στα 75», όπου σημειώνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής:


«Εβδομήντα πέντε χρόνια είναι το όριό μου – τόσο θέλω να ζήσω. Θέλω να γιορτάζω τη ζωή μου όσο βρίσκομαι ακόμα στην ακμή μου. Οι κόρες μου και οι αγαπητοί μου φίλοι θα εξακολουθούν να προσπαθούν να με πείσουν ότι έχω άδικο και ότι μπορώ να κρατηθώ αξιοπρεπώς στη ζωή για πολύ περισσότερα χρόνια. Διατηρώ κι εγώ το δικαίωμα, πάντως, να αλλάξω γνώμη όταν φτάσω στο όριο που έχω θέσει και να γράψω ένα κείμενο υπέρ του να ζει κανείς όσο γίνεται περισσότερο. Κάτι τέτοιο, εξάλλου, θα σημαίνει ότι μπορώ να παραμένω δημιουργικός και μετά τα 75...».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO