Στις αρχές του 2020 υπάρχουν ειδήσεις στις οποίες θα μπορούσε να εστιάσει κανείς και να πει ότι η Ελλάδα δεν έχει βγει ακόμα από τον φαύλο κύκλο της κρίσης, της μνησικακίας, της βίας. Οι εικόνες του αιμόφυρτου δημοσιογράφου της Deutsche Welle Θωμά Ιακόμπι, θύματος τραμπουκισμού ακροδεξιών μετά από διαμαρτυρία τους για το μεταναστευτικό, είναι μία από αυτές. Όπως και το καραούλι με βόμβες μολότοφ και καδρόνια που έστησαν αντιεξουσιαστές σε αστυνομικούς στη Νομική. Εστίες πολέμου συνεχίζουν να καίνε στην ελληνική επικράτεια και δύσκολα φαίνεται ότι θα σβήσουν, ειδικά εάν υποτιμηθεί η εξτρεμιστική δυναμική που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια, η οποία δεν μπορεί να εξαφανιστεί σε μια μέρα.


Υπάρχουν όμως κι άλλες «ειδήσεις» που ουσιαστικά δεν καταγράφονται ως τέτοιες, οι οποίες δείχνουν μια χώρα όχι απλώς «παραδόξως νεωτερική» (για να δανειστούμε τον τίτλο του πρόσφατου βιβλίου του Γιάννη Βούλγαρη) αλλά που στρέφεται σιωπηλά εναντίον της μέχρι πρότινος «κανονικότητάς» της. Αναφέρομαι κυρίως στο γεγονός της επιτυχημένης μέχρι τώρα εφαρμογής των αντικαπνιστικών μέτρων στους δημόσιους χώρους.

 

 

Η αλλαγή που έχει συμβεί με σχετικά αναίμακτο τρόπο σε όλους τους χώρους δημόσιας συνάθροισης τους τελευταίους μήνες είναι απίστευτη. Όχι μόνο μπορείς να αναπνεύσεις μέσα σε ένα εστιατόριο, όχι μόνο μπορείς να δεις και να φλερτάρεις με τους συνδαιτυμόνες στην απέναντι πλευρά ενός μπαρ, όχι μόνο δεν χρειάζεται να βάλεις τα ρούχα σου σε κλίβανο μετά τη βραδινή σου έξοδο αλλά και κανείς δεν νιώθει μειωτικά επειδή δεν μπορεί να καπνίσει, εκεί όπου μέχρι πρότινος ο μη καπνιστής ήταν ο παράξενος της υπόθεσης.

 

 

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να βλέπεις τους καπνιστές να κάθονται αυτές τις μέρες στο κρύο για να μην παραβούν όχι μόνο έναν νόμο αλλά και τον κανόνα ευγένειας που παραγνώριζαν για δεκαετίες.


Πολλοί θα πουν ότι γι' αυτή την εξέλιξη ευθύνονται τα αυστηρά πρόστιμα. Ο λόγος της βιο-εξουσίας που έχει αρχίσει να ποτίζει και την ελληνική «αντάρτικη» κοινωνία. Η κυριαρχία της πολιτικής ορθότητας που αρχίζει σιγά-σιγά να αφορά και τους ανορθόδοξους Έλληνες. Φυσικά και έχουν δίκιο, όλα αυτά παίζουν κρίσιμο ρόλο, όμως δεν είναι επαρκή για να εξηγήσουν την πλήρη μετάλλαξη της καπνιστικής συμπεριφοράς σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Η υπακοή σε έναν νόμο που ισχύει καθολικά σε όλο τον κόσμο δεν ήταν καθόλου αυτονόητη στην Ελλάδα του 2020. Άλλωστε, πολλές από τις συμπεριφορές των Ελλήνων στον δημόσιο χώρο (βλ. κανόνες οδήγησης) δεν έχουν ακόμη κανονικοποιηθεί στον ίδιο βαθμό με το κάπνισμα.

 

Η αντικαπνιστική στάση της ελληνικής κοινωνίας και ιδίως ο σεβασμός των καπνιστών στην υγεία των άλλων είναι μια τεράστια αλλαγή που δεν οφείλεται απλώς σε κάποιο υπουργείο ή κάποια ντιρεκτίβα. Φαίνεται να αποτελεί μια εσωτερική μας υπόθεση. Μια διευθέτηση που έχει να κάνει με τους ελάχιστους κανόνες συμβίωσης που είχαμε αφήσει στην τύχη τους στο πρόσφατο παρελθόν ή, ακόμα, είχαμε στραφεί ανοιχτά εναντίον τους ως δείγμα της αντισυστημικής μας λογικής ή/και της εθνικής μας ιδιομορφίας. Με απλά λόγια, αυτό που ανακαλύπτουμε και επανεισάγουμε στην κοινωνική μας ζωή μέσα από την αντικαπνιστική στάση είναι η ευγένεια. Την άτυπη αυτή συνθήκη που μας επιτρέπει να ζήσουμε ο ένας κοντά στον άλλον με τις διαφορές και τις αντιθέσεις μας, χωρίς να επιθυμούμε την πλήρη ακύρωση όλων εκείνων με τα οποία διαφωνούμε.


Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να βλέπεις τους καπνιστές να κάθονται αυτές τις μέρες στο κρύο για να μην παραβούν όχι μόνο έναν νόμο αλλά και τον κανόνα ευγένειας που παραγνώριζαν για δεκαετίες. Η νέα κοινωνικότητα που αναπτύσσεται με αφορμή την εκπαραθύρωση του καπνίσματος είναι από μόνη της μια ενδιαφέρουσα παράλληλη συνέπεια. Αφορά μια τυχαία συνάθροιση όχι εξοβελισμένων ατόμων αλλά των πιο ευγενών από τους συμπολίτες μας.


Είναι γνωστό το σχήμα που βλέπει την Ελλάδα να αμφιταλαντεύεται μεταξύ δύο τάσεων, μοντερνισμού και παράδοσης, Δύσης και Ανατολής, θεσμικών και παραθεσμικών τρόπων κοινωνικής οργάνωσης. Όπως και αν ονομάζεται, ο δυϊσμός της ελληνικής κοινωνίας είναι υπαρκτός και δεν αφορά απαραίτητα διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές ομάδες. Αφορά εμάς τους ίδιους, τον τρόπο με τον οποίο έχουμε συγκροτήσει τις ατομικές και συλλογικές μας ταυτότητες. Τα τελευταία χρόνια η ζυγαριά έκλινε όλο και περισσότερο προς πρακτικές και νοοτροπίες που ενίσχυαν τον συχνά βίαιο αρχαϊσμό μας. Η οικονομική κρίση μάς έπεσε βαριά. Σήμερα, όλο και συχνότερα εμφανίζονται σημάδια που δείχνουν ότι προσπαθούμε να ανακαλύψουμε ξανά την άλλη μας πλευρά, αυτή που καταχωνιάσαμε για μια δεκαετία σε παλιά ιδεολογικά στρατόπεδα, νέους κοινοτισμούς και σε μια γενικευμένη εχθροπάθεια. Ας ελπίσουμε ότι αυτός ο ευγενής αγώνας θα έχει συνέχεια...

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFΟ