Φίλη από τα παλιά. Όχι κολλητή. Φίλη όμως. Φίλος είναι κάτι ιερό. Φίλος είναι αυτός που τον νιώθεις φίλο. Που τον νιώθεις κοντά. Κι ας είναι μακριά. Ιερό και το κοντά. Τέτοιος άνθρωπος είναι η Κατερίνα. Στην προηγούμενη δουλειά μου ήταν υπεύθυνη για τον τομέα της. Και άξια.

 

Γιόρταζε, λοιπόν, προχθές. Κι εδώ έχεις επιλογές. Ή να ποστάρεις, ή να στείλεις μήνυμα, ή να πάρεις τηλέφωνο. Κάτι σαν ιεραρχία. Από το μικρότερο στο μεγαλύτερο. Όταν έχεις επιλογή, πάντα να πηγαίνεις για το μεγαλύτερο. Αυτό που σε ενώνει περισσότερο. Αυτό που σε συνδέει περισσότερο. Αυτό που σε κάνει να αγαπήσεις περισσότερο. Δεν θα το μετανιώσεις.

 

Όταν είσαι ανάμεσα στο να πεις το καλό ή να μην το πεις, πάντα να το λες. Δεν θα το μετανιώσεις. Για την ακρίβεια, όταν είσαι ανάμεσα στο να κάνεις κάτι ή να μην το κάνεις, πάντα να το κάνεις.

 

Χτυπάει το τηλέφωνο.


«Παρακαλώ;»


«Χρόνια πολλά, Κατερινάκι!»


«Ποιος είναι;» (έχει χάσει τα contacts)


«Ο Στέφανος. Το αφεντικό, ρε!»


«Στεφανάκο μου! Τι κάνεις;» (ενθουσιασμός)


«Όλα καλά»... κ.λπ.


Χαίρομαι που την ακούω. Η Κατερίνα είναι ο ορισμός της αξιοσύνης. Παλιά, καμιά φορά, μετά από συναντήσεις στις οποίες με εντυπωσίαζε, της έλεγα πόσο καλή ήταν. Άλλο κι αυτό. Όταν είσαι ανάμεσα στο να πεις το καλό ή να μην το πεις, πάντα να το λες. Δεν θα το μετανιώσεις. Για την ακρίβεια, όταν είσαι ανάμεσα στο να κάνεις κάτι ή να μην το κάνεις, πάντα να το κάνεις. Δεν θα μετανιώσεις γι' αυτό που έκανες. Θα μετανιώσεις γι' αυτό που κώλωσες να κάνεις.

 

Μιλήσαμε για τον Τόλη. Τον υπεραγαπάει. Κι αυτός το ίδιο. Κάποιες σχέσεις μετράνε είκοσι και τριάντα χρόνια. Είναι μοντέλο για όλους μας. Τέτοια σχέση είναι η σχέση της με τον Τόλη. Μιλήσαμε και για την Ελένη, την κούκλα της. Μιλήσαμε και για τις δικές μου. Για τη δουλειά της. Για τα γραψίματά μου και τα άλλα που κάνω.

 

Γέλαγε και την ένιωθα δίπλα μου. Το ίδιο κι εκείνη. Ήμασταν πολύ κοντά. Άλλη ομορφιά κι αυτή. Να νιώθεις, να ακουμπάς τον άλλο κι ας είναι στην άλλη άκρη της γραμμής, κι ας είναι στην άλλη άκρη του κόσμου. Αυτό το άγγιγμα είναι αυτό που σε κάνει άνθρωπο. Όχι ρομποτάκι. Από αυτά που συχνά είναι στην άλλη άκρη της γραμμής ή του υπολογιστή. Αυτά που σε βάζουν να κάνεις τεστ για ν' αποδείξεις ότι δεν είσαι. Η αγάπη είναι το καλύτερο τεστ. Τα ρομποτάκια δεν νιώθουν. Και δεν αγαπάνε. Οι πολλοί έχουν γίνει ρομποτάκια. Χωρίς να το καταλάβουν. Αυτό με το βάτραχο και το ζουμί. Που σε έβαλαν στο μπρίκι με το νερό. Που στην αρχή σού αύξησαν τη θερμοκρασία κι άρχισες να χουχουλιάζεις και μετά να ζεσταίνεσαι και σιγά-σιγά σιγοβράζεις. Χωρίς να το καταλαβαίνεις. Και μετά γίνεσαι ρομποτάκι. Και δεν μπορείς να το καταλάβεις, γιατί έπαψες να αισθάνεσαι. Και μόνο όταν σ' το λένε μπορείς να το ακούσεις. Αλλά πάλι δεν το ακούς. Τα ρομποτάκια, βλέπεις, δεν ακούν.

 

Κράτησε δεν κράτησε πέντε λεπτά το τηλέφωνο. Είχε όμως ουσία, ήταν μεστό. Αυτό που λέμε executive summary. Τα 'χε όλα.
Το χαρήκαμε και οι δύο. Νιώσαμε. Αγαπήσαμε. Αισθανθήκαμε.

 

Στην προηγούμενη δουλειά μου είχα κάνει λάθη. Ήταν διαφημιστική και έζησε 18 χρόνια. Δεκαοκτώ γεμάτα χρόνια. Την έκλεισα το '15. Για ένα, όμως, δεν θα μετανιώσω ποτέ. Που τα αγάπησα τα παιδιά. Που τα τίμησα. Που τους το έλεγα. Που τα εμπιστεύτηκα. Και τους το έδειχνα. Που ήμασταν φιλαράκια. Που έρχονταν στη δουλειά και ήταν σαν να πηγαίνουν σπίτι τους. Σε κάποιο δικό τους μέρος. Εκεί όπου νιώθεις καλά. Που γουστάρεις. Που γουστάρεις να γουστάρεις.

 

Με τα πολλά, το τηλεφώνημα έφτασε στο τέλος.


Όταν το νιώθεις, να το λες. Μην το φοβάσαι.


«Κατερινάκι, θα είστε για πάντα η οικογένειά μου. Έχουμε περάσει τόσα μαζί. Σας νιώθω σαν παιδιά μου. Και πάντα θα σας νιώθω. Χαίρομαι με τη χαρά σας. Μου λείπετε. Κι εσείς και τα παιδάκια σας».


«Σας αγαπάω, Κατερινάκι».

 

«Κι εμείς, Στεφανάκο μου».