Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και με αποκορύφωμα την τρέχουσα προεκλογική περίοδο η κοινωνική τάξη, η οποία ήταν στιγματισμένη και επιστημονικά υποτιμημένη για χρόνια, ανάγεται, ρητορικά τουλάχιστον, σε πρωταγωνιστή. Πρόκειται, βέβαια, για τη μεσαία τάξη, αυτή που για δεκαετίες στον πολιτικό λόγο αριστερών και δεξιών διανοουμένων έπαιρνε την ονομασία «μικροαστισμός» ή «μικροαστίλα», με σκοπό να καταδειχτεί ο μπάσταρδος χαρακτήρας της.

 

Η μη καθαρότητα των υλικών και συμβολικών συνθηκών ύπαρξής των «μικροαστών» τούς υποβάθμιζε για πολύ καιρό στον δημόσιο λόγο στο καθεστώς της αφάνειας, αφού η ταυτότητά τους δεν μπορούσε να αναμετρηθεί με την αυθεντικότητα είτε της αστικής είτε της εργατικής τάξης. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος στον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου θα είναι πάντα η πρώτη χαρακτηριστική ενσάρκωση αυτού του ματαιωμένου απ' όλα ανθρωπάκου, αυτού που ακόμα και το φλερτ με το κοινωνικό περιθώριο θα τον οδηγήσει στον θάνατο.

 

Πολιτικός συντηρητισμός, άσκοπος καταναλωτισμός, ηθική αλλοτρίωση, κιτς ή ευτελής αισθητική είναι τα στοιχεία που τόσο η επιστημονική όσο και η ευρύτερη συζήτηση απέδιδε κυρίως στη μεταπολιτευτική μεσαία τάξη τις σπάνιες περιπτώσεις που καταδεχόταν να ρίξει μια ματιά στις θολές και ακατάτακτες ταυτότητες που αυτή παρήγε. Η αμερικανική κοινωνιολογία, που με κριτικό αλλά και εμβριθή τρόπο έστρεψε έγκαιρα τα φώτα στο πιο σημαντικό κοινωνικό υποκείμενο της μεταπολεμικής εποχής, ποτέ δεν βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στην Ελλάδα, όπως και στην Ευρώπη ευρύτερα, αφού σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησε το (νεο)μαρξιστικό παράδειγμα όσον αφορά τη μελέτη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.

 

Τα μεσοστρώματα έγιναν οι ιδανικοί φορείς της εξατομίκευσης, οι βασικοί εκφραστές μιας εποχής κατά την οποία οι διαφορές συγκροτούνται και καταγράφονται περισσότερο σε ατομικό επίπεδο, με βάση έναν κοινό άξονα συμβολικής και φαντασιακής αναφοράς που κάλλιστα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε καταναλωτική ή ποπ κουλτούρα.

 

Η ταύτιση των παλιών μικροαστών του Μεσοπολέμου με τα νέα δυναμικά μεσοστρώματα των μεταπολεμικών χρόνων υπήρξε ο κανόνας που οδήγησε σε μια πολύ αυστηρή κριτική των τελευταίων και μια πολύ ελλιπή, αν όχι εντελώς άστοχη κατανόησή τους. Ποτέ δεν έγινε αντιληπτό ότι τα νέα μεσαία στρώματα, παρά τη μεγάλη τους αποσύνθεση, συγκρότησαν έναν πλουραλιστικό χώρο με κύρια χαρακτηριστικά τη μεγάλη κοινωνική κινητικότητα και τη δυνατότητα να αλλάζουν τον εαυτό τους, να κάνουν «κωλοτούμπες», με μικρό ή μεγάλο κόστος.

 

Η ρευστότητα και ο πολυμορφισμός των σύγχρονων μεσοστρωμάτων αποτέλεσαν τον βασικό λόγο υποτίμησής τους έναντι των πιο ξεκάθαρων ταυτοτήτων του «λαϊκού» ή του «αστικού». Οι παλιές συλλογικές διαφορές, εξαιτίας των παμφάγων πολιτισμικών και πολιτικών έξεων της μεσαίας τάξης, έπαψαν να έχουν μεγάλη και σταθερή σημασία. Τα μεσοστρώματα έγιναν οι ιδανικοί φορείς της εξατομίκευσης, οι βασικοί εκφραστές μιας εποχής κατά την οποία οι διαφορές συγκροτούνται και καταγράφονται περισσότερο σε ατομικό επίπεδο, με βάση έναν κοινό άξονα συμβολικής και φαντασιακής αναφοράς που κάλλιστα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε καταναλωτική ή ποπ κουλτούρα.

 

Το αποτέλεσμα που προέκυψε στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, από την ανάδυση των νέων μεσοστρώματων δεν είναι ο περιβόητος «μαζάνθρωπος» αλλά μια ευρύχωρη τάξη που γίνεται ο βασικός φορέας του εκδημοκρατισμού στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. Εδώ η έννοια του εκδημοκρατισμού πρέπει να νοηθεί ευρέως ως η δυνατότητα πρόσβασης και συμμετοχής σε αγαθά που κάποτε, για λόγους θεσμικούς ή οικονομικούς, αποτελούσαν περιορισμένα δικαιώματα: απόλαυση (σεξουαλική, ταξιδιωτική, προσωπική), εκπαίδευση, κατανάλωση, γοητεία.

 

Ο δημόσιος λόγος, δεκαετίες πριν από την έλευση της κρίσης, δεν ήθελε να κατανοήσει και να μιλήσει για τη μεσαία τάξη ως τον βασικό φορέα της εξατομίκευσης και του εκδημοκρατισμού. Στις εγχώριες κοινωνικές επιστήμες δεν υπάρχουν μελέτες για τον μέσο άνθρωπο και τον τρόπο ζωής του, αφού αυτός θεωρείται ασήμαντος μπροστά στην αποθέωση που γνώρισε και γνωρίζει το κοινωνικό περιθώριο και τα εμφύλια τραύματα.

 

Το γεγονός ότι κυριάρχησε η υποτιμητική ρητορική περί «μικροαστών» στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα να παραβλεφθεί πλήρως το ότι η εγχώρια μεσαία τάξη απέκτησε δυναμικά χαρακτηριστικά, δεν αποτελούσε μια εξ ορισμού συντηρητική τάξη που αναζητά αποκλειστικά την ασφάλεια, αλλά μπήκε στον αστερισμό της (αντισυμβατικής πολλές φορές) επιθυμίας που δημιουργεί η κοινωνική κινητικότητα.

 

Το παρελθόν της «επίπλαστης ευημερίας» της ελληνικής μεσαίας τάξης δεν ήταν καθόλου φανταστικό, παρ' ότι μπορεί να προήλθε με ελαφρά καθυστέρηση σε σχέση με άλλες χώρες ή να συγκροτήθηκε πάνω σε οικονομικές βάσεις λιγότερο αξιόπιστες και βιώσιμες. Η νοσταλγία αυτής της ευημερίας μπορεί να οδήγησε σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις και αυτοκαταστροφικές επιλογές την τελευταία δεκαετία.

 

Αυτή, όμως, πάντα έβαζε και το όριο και την πυξίδα της (δυτικής) κοινωνικής πραγματικότητας στην οποία το μεγάλο μέρος των Ελλήνων ήθελε να ανήκει έστω και με μεγάλες θυσίες. Η αποδομημένη από την κρίση μεσαία τάξη συνέχισε και συνεχίζει να εκφράζει την πλήρη απροθυμία της πλειονότητας της ελληνικής κοινωνίας να γίνει Βενεζουέλα, παρά τις προθέσεις πολλών από αυτούς που διαφέντευσαν τις τύχες της τα τελευταία χρόνια.

 

Στη σύγχρονη Ελλάδα τα κοινωνικά και πολιτισμικά βιώματα και οι επιθυμίες έρχονται σε αντίθεση με τον επικρατούντα πολιτικό και οικονομικό αρχαϊσμό (την εμμονή σε παραδοσιακές δομές) και αμφισβητούν τις ερμηνείες που βλέπουν στην Ελλάδα μια διαχρονική επικράτηση ορισμένων «ενστίκτων» καθυστέρησης. Παρά το αναχρονιστικό πλαίσιο που συχνά αναπαράγεται και στηρίζεται από το οικονομικό περιβάλλον, το κράτος και το πολιτικό σύστημα, οι εμπειρίες των υποκειμένων από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα ‒και ιδιαίτερα εκείνων που ανήκουν στην αόρατη μεσαία τάξη‒ ακολουθούν αντίθετες διαδρομές που θα συνεχίσουν να μας εκπλήσσουν όσο δεν αναπτύσσουμε τα κατάλληλα εργαλεία για να καταλάβουμε τις αντιφάσεις του μέσου Έλληνα και της μέσης Ελληνίδας, αντιφάσεις που δεν θέλει να απεμπολήσει στο όνομα της οποιασδήποτε καθαρότητας.


Ο ιδεολογικός θρήνος που ακούγεται σήμερα για τη μεσαία τάξη, ακόμα και από όσους επί χρόνια την έβριζαν, δεν είναι ο πιο αξιόπιστος για να καταλάβουμε αυτό που μας συνέβη και μας συμβαίνει. Η σύνθεση των ομιλητών στο επερχόμενο συνέδριο του e κύκλος για την ανασύσταση της μεσαίας τάξης υπόσχεται επιτέλους μια διαφορετική βάση αφετηρίας, τη σοβαρή ενασχόληση με το σημαντικότερο φάντασμα των καιρών μας.