Όσοι φαντασιώνονται ότι τα προβλήματα των γυναικών λύθηκαν, άρα ο φεμινισμός είναι ανεπίκαιρος, επικαλούνται το επιχείρημα ότι είναι σε ισχύ εκτενείς νομοθετικές ρυθμίσεις για την ισότητα.

 

Με δική της πρωτοβουλία ή λόγω δικαίου Ε.Ε., η Ελλάδα έχει πράγματι ρυθμίσει πολλά θέματα ισότητας και με αρκετά σύγχρονο τρόπο.

 

Το σύνταγμα λέει ότι άνδρες και γυναίκες είμαστε ίσοι, το οικογενειακό δίκαιο έχει απαλλαγεί από τα πατριαρχικά του ένστικτα, στην εργασία, στην κοινωνική ασφάλιση και στην πρόσβαση σε θέσεις και υπηρεσίες απαγορεύεται η άνιση μεταχείριση, ενώ η εμπορία ανθρώπων, η ενδοοικογενειακή βία, ο βιασμός, τα εγκλήματα τιμής και η σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας αντιμετωπίζονται ποινικά. Όμως αυτά δεν φτάνουν. Το επιχείρημα δεν στέκει.


Αρχικά, το νομοθετικό πλαίσιο μπορεί να βελτιώνεται συνέχεια, όμως μερικά πράγματα συμβαίνουν όχι επειδή δεν υπάρχουν νόμοι που να τα απαγορεύουν αλλά επειδή δεν γίνεται να ρυθμιστούν νομικά σε όλη τους την έκταση.

 

Με άλλα λόγια, αν εστιάζουμε την προσοχή μας σε νομικές απαγορεύσεις μόνο, δεν κάνουμε μεγάλη πρόοδο σε θέματα που από τη φύση τους δεν έχουν νομική λύση ή έχουν πολύ βαθιές ρίζες.

 

Για παράδειγμα, η εργατική νομοθεσία πράγματι απαγορεύει να σε μεταχειρίζονται αρνητικά στη δουλειά επειδή δεν ήσουν «ενδοτική» σε ανήθικες απαιτήσεις στον εργασιακό σου χώρο. Αυτό σημαίνει ότι οι γυναίκες είναι ασφαλείς; Όχι πάντα. Μια γυναίκα που δεν «ενδίδει» ίσως πάρει χαμηλότερο μισθό από τους άντρες συναδέλφους ή χειρότερο γραφείο απ' τις «ενδοτικές».


Επειδή ψηφίστηκαν νόμοι κατά των διακρίσεων δεν σημαίνει ότι η πραγματικότητα άλλαξε με τη μία. Τι κι αν ο νόμος επιβάλλει τη «συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων» για παράδειγμα; Αυτά τα κέντρα θα παραμείνουν οικογενειακές επιχειρήσεις των ανδρών και των συζύγων ή συντρόφων τους, αν δεν αλλάξουν ριζικά η θέση των γυναικών στους πολιτικούς χώρους, οι ευκαιρίες, οι προσλαμβάνουσές τους, η αυτοαντίληψη και τα πρότυπά τους.

 

Όσες ποσοστώσεις κι αν περάσουν σαν χάρη προς εμάς από την ανδροκρατική πολιτική εξουσία, δεν φτάνουν. Μια μετατόπιση της κουβέντας στα δύσκολα θέματα φαίνεται αναγκαία.

 

Θα προτιμούσα, για παράδειγμα, να έχουμε το θάρρος να συζητήσουμε τι πάει στραβά και οι γυναίκες υπομένουν να τις μειώνουν ή να τις πειράζουν για το πάχος και το στήθος τους κάθε μέρα στη δουλειά, αντί να κάνουμε ότι δήθεν αυτά δεν συμβαίνουν ή ότι αρκεί που ο νόμος απαγορεύει την παρενόχληση.

 

Δεν έχουμε πει πολλά γι' αυτά τα πράγματα αν μείνουμε μόνο στο νομικό επίπεδο και δεν γίνεται να αποφεύγουμε τη συζήτηση για τις περίπλοκες πτυχές τους, που δεν λύνονται με νομικά μέσα.

 

Οι νομικές ρυθμίσεις υπέρ των γυναικών είναι ένα όπλο στα χέρια τους ή στα χέρια των συνηγόρων τους. Διευκολύνουν πολλές ζωές κάθε μέρα, γίνονται μέσα πίεσης, διαμορφώνουν το πώς βλέπουμε τον κόσμο, προωθούν διεκδικήσεις και εκφράζουν και μια ηθική αξιολόγηση για το τι είναι καλό ή κακό.


Όμως και η θέση ότι δεν χρειάζονται νομοθετικές παρεμβάσεις στην ισότητα, αφού δεν πετυχαίνουν στα πάντα, είναι λάθος. Οι νομικές εξελίξεις υπέρ των γυναικών, παρόλο που δεν εξασφαλίζουν την ίση αντιμετώπιση στην πράξη, είναι ένα σπουδαίο βήμα κάθε φορά.

 

Οι φαντασιώσεις ότι τα πράγματα θα αυτορρυθμιστούν, ότι οι εργοδότες θα σταματήσουν μόνοι τους να παρενοχλούν, ότι η βία στο σπίτι θα εξαλειφθεί επειδή ο «κόσμος προχωράει», είναι προνομιακές αυταπάτες.

 

Οι νομικές ρυθμίσεις υπέρ των γυναικών είναι ένα όπλο στα χέρια τους ή στα χέρια των συνηγόρων τους. Διευκολύνουν πολλές ζωές κάθε μέρα, γίνονται μέσα πίεσης, διαμορφώνουν το πώς βλέπουμε τον κόσμο, προωθούν διεκδικήσεις και εκφράζουν και μια ηθική αξιολόγηση για το τι είναι καλό ή κακό. Η έννομη τάξη λέει στις γυναίκες: «αποδοκιμάζω αυτό που σου συμβαίνει, δεν είναι δίκαιο».

 

Λάθος είναι και η ιδέα ότι η ισότητα δεν πρέπει να είναι προτεραιότητα τώρα, επειδή, τελικά, τα θέματα των γυναικών «είναι σ' ένα καλό σημείο».

 

Μαζί μ' αυτήν έρχεται συνήθως και η επικίνδυνα αφελής, στη βάση της εντελώς συντηρητική θέση ότι αρκεί η νομική κατοχύρωση κάποιων θεμελιωδών δικαιωμάτων για όλους και όλες και μετά η καθεμία κάνει τις επιλογές της, δήθεν.

 

Αυτή η θέση εστιάζει στις επιτυχίες του φεμινισμού στο παρελθόν (τη νομική κατοχύρωση ενός μίνιμουμ δικαιωμάτων) για να βγάλει τον σύγχρονο φεμινισμό άχρηστο. Καταλήγει στο ότι «διαλέγει» τη ζωή της όπως ακριβώς τη θέλει μια γυναίκα. Κρύβει αδέξια το ότι ζούμε σε μια κοινωνία όπου η εξουσία είναι άντρας.

 

Άλλοι επιστρατεύουν το ντροπιαστικό επιχείρημα ότι οι γυναίκες τα καταφέρνουν μόνες τους και ο νόμος που τις προστατεύει υποτιμά τις δυνάμεις τους.

 

Φυσικά και πολλές γυναίκες τα καταφέρνουν. Όμως αυτό δεν γίνεται να λειτουργεί ως άλλο ένα παράδοξο ανάχωμα στη συνειδητοποίηση ότι πολλές γυναίκες δεν μπορούν να ξεφύγουν από τοξικά περιβάλλοντα ή συνθήκες βίας, απειλής και εκφοβισμού.

 

Πράγματι, κάποιες γυναίκες μπορούν να επιβληθούν σε ένα τοξικό περιβάλλον. Ένας άνθρωπος δεν είναι μόνο το φύλο του.

 

Για παράδειγμα, μια γυναίκα οικονομικά ανεξάρτητη και με δυναμικό χαρακτήρα μπορεί να απαντήσει ευκολότερα σε μια λεκτική πρόκληση. Βλέποντας γυναίκες να πετυχαίνουν, πολλοί υποκρίνονται ότι τα θέματα λύθηκαν: υπάρχει το νομοθετικό μίνιμουμ κατοχύρωσης και από κει και πέρα η καθεμία ας πάρει τον δρόμο της.

 

Για μένα, αυτή η θέση παραβλέπει απροκάλυπτα το ότι οι γυναίκες υποχρεώνονται να δίνουν καθημερινά μάχες που οι άντρες δεν χρειάστηκε να δώσουν ποτέ. Κάποιες τα καταφέρνουν, άλλες όχι, και η εστίαση στις πρώτες είναι βολική.


Πολλές γυναίκες παραλύουν απ' το ξύλο, δεν βγαίνουν απ' το σπίτι, δεν μιλάνε, απλώς αφήνονται να νιώθουν αυτές ντροπή που κάποιος τις κακοποιεί, τις βρίζει ή τις υποτιμά.

 

Δεν μπορούμε να συμπεραίνουμε ότι τα θέματα βίας λύθηκαν επειδή απαγορεύτηκαν νομοθετικά ή επειδή δεν είναι ιδιαίτερα εμφανή ή επειδή κάποιες γυναίκες τα ξεπερνούν και πετυχαίνουν ή άλλες είναι τυχερές και δεν τα αντιμετωπίζουν ποτέ.

 

Υπάρχουν γυναίκες που, από τυχαίους λόγους, βρέθηκαν να ανέχονται για χρόνια κλοτσιές, βία και μια καθημερινότητα σκλάβου. Ποιες είναι οι πιθανότητες να βρουν τα μέσα ή την αυτοπεποίθηση όχι μόνο να επιβληθούν σε ένα τοξικό περιβάλλον αλλά και να σταματήσουν να το καλύπτουν, να το κρύβουν ή να το δικαιολογούν;

 

Αυτές οι γυναίκες χρειάζονται ρυθμίσεις πέρα από τη λογική της απαγόρευσης, δομές ενημέρωσης, εύκολη απονομή δικαιοσύνης, που δεν τις εξοντώνει ψυχολογικά ή οικονομικά ως τη δικαίωση, ψυχολογική υποστήριξη.

 

Και σίγουρα δεν χρειάζονται μια κοινωνία (τη δική μας) που σκανδαλωδώς υποκρίνεται ότι οι γυναίκες δεν εξαναγκάζονται να δίνουν καθημερινές μάχες για να βρεθούν εκεί όπου οι άνδρες φύτρωσαν, στο status του ανθρώπου που τον σέβονται.